χαμαιλέων χα-μαι-λέ-ων ουσ. (αρσ.) & χαμαιλέοντας 1. ΖΩΟΛ. εντομοφάγο, κυρ. δενδρόβιο ερπετό του Παλαιού Κόσμου (γένος Chamaeleo), αργοκίνητο, με ελικοειδή ουρά, εξογκωμένα μάτια που έχουν την ικανότητα να κινούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, μεγάλη μακρόστενη γλώσσα, την οποία εκτινάσσει για να πιάνει την τροφή του, και χρώμα δέρματος που προσαρμόζεται στο περιβάλλον. Βλ. καμουφλάζ, μιμητισμός, ομοιοχρωμία, σαύρα.2. (μτφ.) πρόσωπο που μεταβάλλει τις θέσεις, τη στάση, τη συμπεριφορά του, ανάλογα με το προσωπικό συμφέρον ή τις επικρατούσες συνθήκες: ~οντες της πολιτικής. Βλ. ευέλικτος, καιροσκόπος, συμφεροντολόγος.|| Γυναίκα/ηθοποιός-~ (: που μπορεί εύκολα να μεταμορφωθεί ανάλογα με τις ανάγκες του ρόλου). [< αρχ. χαμαιλέων, γαλλ. caméléon, αγγλ. chameleon]
ευέλικτος
ευέλικτος, η, ο [εὐέλικτος] ευ-έ-λι-κτος επίθ. 1. (μτφ.) που μπορεί να αλλάζει ή να προσαρμόζεται γρήγορα και επιτυχημένα στις περιστάσεις: ~η: λύση/πολιτική. ~ο: σχέδιο. ~ες: διαδικασίες/μορφές απασχόλησης/εργασίας/φοίτησης. ~οι: τρόποι μάθησης/πληρωμής. ~η και εξ αποστάσεως εκπαίδευση. ~ο, ικανό και αποτελεσματικό διοικητικό σχήμα. Να γίνουν πιο ~οι οι γραφειοκρατικοί μηχανισμοί.|| (για πρόσ.) ~ στη δουλειά του. Πβ. εύκαμπτος, ευλύγιστος, ευπροσάρμοστος.2. που μπορεί εύκολα να κάνει ελιγμούς, να κινείται ή να περιστρέφεται· που ενεργεί ή λειτουργεί αποτελεσματικά: ~ος: παίκτης. Πβ. ευκίνητος, σβέλτος.|| ~ο: αεροσκάφος/πλοίο. ● επίρρ.: ευέλικτα ● ΣΥΜΠΛ.: ευέλικτη ζώνη: τμήμα του εβδομαδιαίου σχολικού προγράμματος με ελεύθερη θεματική και ανάπτυξη δραστηριοτήτων που δεν έχουν τη μορφή τυπικής διδασκαλίας: ~ ~ διαθεματικών και δημιουργικών δραστηριοτήτων. Πρόγραμμα ~ης ~ης., ευέλικτο ωράριο (εργασίας): παροχή εργασίας, κυρ. στον δημόσιο τομέα, με δυνατότητα επιλογής της ώρας προσέλευσης και αποχώρησης πέραν του κανονικού ωραρίου. Βλ. ελαστικό ωράριο, μερική απασχόληση, τηλεργασία. [< μτγν. εὐέλικτος ‘αυτός που κυλάει εύκολα’, γαλλ. flexible]
καμουφλάζ
καμουφλάζκα-μου-φλάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΣΥΝ καμουφλάρισμα 1. αλλαγή της μορφής ανθρώπου ή αντικειμένου, κυρ. ως προς το χρώμα ή το σχήμα, ώστε να μην ξεχωρίζει από το περιβάλλον του· συνεκδ. κάθε μέσο ή υλικό, συνήθ. ρουχισμός, που χρησιμοποιείται για αυτόν τον σκοπό: (ΣΤΡΑΤ.) στολή ~ (= παραλλαγής). Έβαλε λάσπη στο πρόσωπο για ~.|| (τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ζώου, που του επιτρέπουν να μην εντοπίζεται εύκολα:) Το φυσικό ~ του χαμαιλέοντα (βλ. μιμητισμός). Οι λωρίδες στο τρίχωμα είναι το ~ της ζέβρας.2. (μτφ.) πρόσχημα, προκάλυμμα: H συμφωνία δεν ήταν παρά ένα καλό ~ (= βιτρίνα) του οικονομικού ελέγχου. Η ταινία παρουσιάζει τα γεγονότα χωρίς ~ (= όπως είναι). [< γαλλ. camouflage, 1917]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.