Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χαρακτήρας χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο των συνηθισμένων τρόπων αντίδρασης και συμπεριφοράς που εκδηλώνει κάποιος, βάσει των οποίων διαφοροποιείται από τους άλλους ανθρώπους· κατ' επέκτ. το άτομο ως προς τις ψυχικές του ιδιότητες: ασυμφωνία ~ων. Έχει βίαιο/καλό/κυκλοθυμικό ~α. Ο πραγματικός ~ του φάνηκε, όταν ... Δεν είναι του ~α μου να εξαπατώ. Παράγοντες που διαμορφώνουν τον ~α. Πβ. ιδιοσυγκρασία.|| Είναι αδύναμος/ανήσυχος/άστατος/δύσκολος/εξωστρεφής/κλειστός ~. Η δύναμη του ~α. Τα χρήματα αλλοίωσαν τον ~α του. Είμαστε εντελώς διαφορετικοί ~ες. Πβ. προσωπικότητα. 2. το σύνολο των ιδιαίτερων γνωρισμάτων που προσδιορίζουν τη φύση μιας κατάστασης, ενός χώρου ή αντικειμένου: Ο δωρεάν ~ της παιδείας. Ο επετειακός ~ των εορτασμών. Ο ακαδημαϊκός ~ του Πανεπιστημίου. Ο νησιωτικός ~ της χώρας. Εκδηλώσεις πολιτιστικού ~α (πβ. υφή). Δεδομένα προσωπικού ~α. Υπηρεσία κοινωφελούς ~α. Σχολικό περιβάλλον με διαπολιτισμικό ~α. Βλ. μορφή.|| Αλλοίωση/διατήρηση του ~α της πόλης. 3. γράμμα του αλφαβήτου· ειδικότ. σύμβολο που αναπαριστά οπτικά μια πληροφορία: κινεζικοί ~ες. Γράφω με/χρησιμοποιώ ελληνικούς/λατινικούς ~ες.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ειδικός ~. ~ μπαλαντέρ. Οπτική αναγνώριση ~ων. (Αλφ)αριθμητικοί/κεφαλαίοι/μικροί ~ες. Μέγεθος ~ων. Υποστήριξη πολυτονικών ~ων. Δημιουργία έντονων (πβ. μπολντ)/πλάγιων ~ων. Λέξεις γραμμένες με πεζούς ~ες. Βλ. μετα~. 4. πρόσωπο σε θεατρικό, λογοτεχνικό, κινηματογραφικό, τηλεοπτικό έργο: πρωταγωνιστικός ~. Οι ~ες των παραμυθιών. Δράμα ~ων (: που σκιαγραφεί τύπους ανθρώπων). Υποδύομαι κωμικούς/φανταστικούς ~ες (= ρόλους).|| (σχέδιο ανθρώπου ή φανταστικού όντος με συγκεκριμένα ψυχικά γνωρίσματα :) ~ κόμικ. Δημιουργώ/στήνω τον ~α μου (: σε παιχνίδια που παίζονται στον υπολογιστή). Πβ. ήρωας. 5. ηθική ακεραιότητα, υπεροχή, αξιοπρέπεια: Έδειξε ~α (: στάθηκε στο ύψος του). 6. ΒΙΟΛ. χαρακτηριστικό γνώρισμα που καθορίζεται από τα γονίδια: πρωτογενείς/δευτερογενείς ~ες του φύλου. 7. ΓΡΑΜΜ. το καταληκτικό γράμμα του θέματος μίας λέξης. 8. ΦΙΛΟΛ. (με κεφαλ. Χ, στον πληθ.) είδος της αρχαίας ελληνικής γραμματείας στο οποίο παρουσιάζονται ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα που νοούνται ως ελαττώματα: οι ~ες του Θεόφραστου. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφικός χαρακτήρας: ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο γράφει κάποιος, η εμφάνιση, μορφή των γραμμάτων του: δυσανάγνωστος/ευανάγνωστος ~ ~. Ανάλυση του ~ού ~α. Ο ~ ~ (στο σημείωμα) δεν είναι δικός μου. Έχει άσχημο/ωραίο ~ό ~α., αδαμάντινος χαρακτήρας βλ. αδαμάντινος, αδυναμία χαρακτήρα/χαρακτήρος βλ. αδυναμία, αλφαβητικοί χαρακτήρες βλ. αλφαβητικός, κενός χαρακτήρας βλ. κενός ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα βλ. ακεραιότητα, κρατάει χαρακτήρα βλ. κρατώ [< αρχ. χαρακτήρ, γαλλ. caractère, γερμ. Charakter, αγγλ. character]

αδαμάντινος

αδαμάντινος, η, ο [ἀδαμάντινος] α-δα-μά-ντι-νος επίθ. (λόγ.) 1. διαμαντένιος: ~ος: διάκοσμος. ~ο: περιδέραιο/στέμμα. 2. (μτφ.) καθαρός, ακέραιος: ~ος: δικαστής (ΣΥΝ. αδέκαστος)/πολιτικός. ~η: πίστη/φωνή (για τραγουδιστή). ~ο: ήθος. ● ΣΥΜΠΛ.: αδαμάντινος χαρακτήρας: για ακέραιο και άψογο άνθρωπο. [< αγγλ. sterling character] , αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι βλ. γάμος [< 1: αρχ. ἀδαμάντινος 2: αγγλ. adamantine, γαλλ. adamantin]

αδυναμία

αδυναμία[ἀδυναμία] α-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ανικανότητα, ανεπάρκεια, έλλειψη δυνατότητας για κάτι: κρατική/κυβερνητική ~. ~ αντίληψης/απορρόφησης (κονδυλίων, πόρων)/κατανόησης/όρασης/προσαρμογής/πρόσβασης (π.χ. στο ίντερνετ)/συγκέντρωσης (βλ. ΨΥΧΟΛ. διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα). Νοικοκυριά που βρίσκονται σε πλήρη οικονομική ~. Έχω ~ (= αδυνατώ, δεν μπορώ) να αντιμετωπίσω/εκτελέσω/πληρώσω κάτι. Δήλωσε ~ να ανταποκριθεί στην πρόσκλησή μας.|| Έχει ~ες στην έκφραση/στα μαθηματικά. Αντιμετωπίζω/καλύπτω τις ~ες μου. Πβ. ελλείψεις, κενά. ΑΝΤ. ικανότητα (2) 2. πάθος, ελάττωμα ή ατέλεια: ανθρώπινες/ανομολόγητες/κρυφές ~ες. Η ~ του για το ποτό/τον τζόγο τον κατέστρεψε. Δεν παραδέχεται τις ~ες της (ΑΝΤ. προτερήματα). Πβ. κουσούρι.|| (Δομικές) ~ες ενός κλάδου/της οικονομίας. Τα δυνατά σημεία και οι ~ες μιας επιχείρησης. Η πρότασή τους παρουσιάζει σοβαρές ~ες (ΣΥΝ. ελλείψεις, μειονεκτήματα. ΑΝΤ. πλεονεκτήματα). 3. απουσία ή εξασθένηση των σωματικών κυρ., πνευματικών ή ψυχικών δυνάμεων: γεροντική ~ (πβ. ανημπόρια). Γενική ~ και καταπόνηση του οργανισμού (πβ. ατονία). Αισθάνομαι/νιώθω μεγάλη ~ τον τελευταίο καιρό (πβ. εξάντληση, κατάπτωση, κόπωση). Έχω τέτοια ~ που δεν μπορώ να σηκωθώ από την καρέκλα. Πβ. κομμάρα.|| (σπάν.) Φαίνονται τα πλευρά της από την ~ (: είναι κοκαλιάρα, πβ. ισχνότητα). 4. ιδιαίτερη, υπερβολική αγάπη, εύνοια, προτίμηση, συμπάθεια και συνεκδ. το αντικείμενο αυτών: Δείχνω/εκφράζω/ομολογώ την ~ μου για/σε ... Έχει ιδιαίτερη ~ στη μικρή του κόρη.|| Η μεγάλη του ~ είναι η κλασική μουσική. ● ΣΥΜΠΛ.: αδυναμία χαρακτήρα/χαρακτήρος: έλλειψη αποφασιστικότητας, συναισθηματικής σταθερότητας, ωριμότητας: Έπεσε στα ναρκωτικά λόγω ~ας ~. Επέδειξε ~ ~. ● ΦΡ.: σε στιγμή/σε στιγμές αδυναμίας: σε ψυχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι πολύ ευάλωτος για να αντιδράσει σωστά: Την βρήκε/πέτυχε ~ ~ και την εκμεταλλεύτηκε. [< 1,3: αρχ. ἀδυναμία 2,4: γαλλ. faiblesse]

ακεραιότητα

ακεραιότητα[ἀκεραιότητα] α-κε-ραι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. διατήρηση της ολότητας, της πληρότητας: δομική ~ κατασκευής/κτιρίου. ~ λέξεων (ΑΝΤ. βραχυγραφία). ~ αρχειακού υλικού. Πβ. αρτιότητα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αναφοράς. Προστασία της ~ας δεδομένων (: από σβήσιμο ή αλλοίωση). Δεν διασφαλίζεται η ~ του μηνύματος. 2. (μτφ.) εντιμότητα, χρηστότητα: Διακρίνεται για την ~ά του. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. ηθικότητα, τιμιότητα ● ΣΥΜΠΛ.: εδαφική ακεραιότητα: ΝΟΜ.-ΠΟΛΙΤ. το δικαίωμα κάθε κράτους να είναι ανεξάρτητο, ασκώντας κυριαρχικά δικαιώματα στα εδάφη του: διαφύλαξη/παραβίαση/υπεράσπιση της ~ής ~ας. Απειλώ/προασπίζομαι/σέβομαι την ~ ~ μιας χώρας. [< γαλλ. intégrité de territoire, γερμ. territoriale Integrität] , σωματική ακεραιότητα: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη να μη βλάπτεται σωματικά: απειλή/προσβολή/προστασία/σεβασμός της ~ής ~ας. Το έννομο αγαθό της ~ής ~ας. Έγκλημα κατά της ζωής ή της ~ής ~ας. Θέτω σε κίνδυνο τη ~ ~ κάποιου. Κινδυνεύει η ~ ~ά μου. Πβ. αρτιμέλεια. [< γαλλ. intégrité physique, αγγλ. physical integrity] ● ΦΡ.: ακεραιότητα (του) χαρακτήρα: για έντιμο, ενάρετο, συνήθ. δημόσιο πρόσωπο: Τον εκτιμούν για την ~ ~ του, την υπευθυνότητα και την ευθυκρισία του. [< μτγν. ἀκεραιότης, γαλλ. intégrité]

αλφαβητικός

αλφαβητικός, ή, ό [ἀλφαβητικός] αλ-φα-βη-τι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή είναι ταξινομημένος σύμφωνα με τη σειρά των γραμμάτων του αλφαβήτου: ~ός: κατάλογος/κώδικας/πίνακας. ~ή: αναζήτηση/κατάσταση ονομάτων/κατάταξη. ~ό: ευρετήριο. 2. που σχετίζεται ή εκφράζεται μέσω ενός συστήματος γραφής που χρησιμοποιεί αλφάβητο: ~ή: γλώσσα/(ΜΟΥΣ.) σημειογραφία (: για την απόδοση φθόγγων και κλειδιών). ~ές: επιγραφές. Ιδεογραφικές/προαλφαβητικές/συλλαβικές και ~ές γραφές. ● επίρρ.: αλφαβητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αλφαβητική σειρά: η σειρά με την οποία εμφανίζονται τα γράμματα του αλφαβήτου: αντίστροφη ~ ~. Βάζω τις λέξεις σε ~ ~. Η βιβλιογραφία παρατίθεται κατά/με ~ ~., αλφαβητικοί χαρακτήρες: ΠΛΗΡΟΦ. οι κάθε είδους χαρακτήρες εκτός από ψηφία: Στα σύμβολα περιλαμβάνονται όλοι οι μη ~ ~. Αριθμητικοί και ~ ~. Βλ. αλφαριθμητικός. [< γαλλ. alphabétique, αγγλ. alphabetic(al)]

κενός

κενός, ή, ό κε-νός επίθ. 1. που δεν περιέχει τίποτα ή δεν έχει καλυφθεί: ~ός: θάλαμος/κάδος/φάκελος/χώρος. ~ή: αίθουσα/λίστα/σελίδα/συσκευασία/φιάλη. Πβ. αδειανός, άδειος. ΑΝΤ. γεμάτος.|| ~ά: διαστήματα. Στείλτε ~ μήνυμα/SMS. ~ κωδικός πρόσβασης (: δεν έχει συμπληρωθεί). (στο ποδόσφαιρο) Πλάσαρε άουτ προ ~ής εστίας. 2. διαθέσιμος, ελεύθερος, που δεν έχει καταληφθεί από κάποιον: ~ές: κλίνες. ~ά: δωμάτια ξενοδοχείου. (στο θέατρο:) Υπάρχουν λίγες ~ές θέσεις. (ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ.) Θα πληρωθούν οι ~ές (οργανικές) θέσεις.|| ~ός: χρόνος. ~ή: εβδομάδα/ώρα (: χωρίς υποχρεώσεις, δουλειά). 3. (μτφ.) που δεν έχει αξία, νόημα, σκοπό· ανούσιος, μάταιος: ~ή: άποψη/συζήτηση. ~ές: ελπίδες (= φρούδες)/υποσχέσεις. ~ά: λόγια.|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος (: χωρίς αισθήματα, πβ. αναίσθητος, ασυγκίνητος). ~ή: ύπαρξη. Νιώθει ~ός (: δεν έχει συναισθηματική πληρότητα). Πβ. επιφανειακός, κούφιος, ρηχός. ● επίρρ.: κενά ● ΣΥΜΠΛ.: κενός χαρακτήρας & (σπάν.) χαρακτήρας διαστήματος: ΠΛΗΡΟΦ. που αφήνει ένα διάστημα στην οθόνη του υπολογιστή ή στην εκτύπωση: Οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις δεν περιέχουν ~ούς ~ες., κενή συμβολοσειρά βλ. συμβολοσειρά, κενό/νεκρό γράμμα βλ. γράμμα ● ΦΡ.: κενός περιεχομένου & (σπάν.) νοήματος/ουσίας (λόγ.): που στερείται περιεχομένου, νοήματος, ουσίας: Όρος ~ περιεχομένου. Έννοια ~ή νοήματος. Αντιπαράθεση ~ή ουσίας. [< αρχ. κενός, γαλλ. vide]

κρατώ

κρατώ[κρατῶ] κρα-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κρατ-άς (σπάν.) -είς, κρατ-ά κ. -άει (σπανιότ.) -εί ... | κράτ-ησα, -ιέται κ. -είται, -ήθηκα, -ώντας, -ημένος} & κρατάω 1. έχω κάτι ή κάποιον στα χέρια μου, πιάνοντάς το(ν) ώστε να μην πέσει, να μην κινείται: ~ τη βαλίτσα/λουλούδια/το μωρό (αγκαλιά)/πανό/τη ρακέτα/τη σημαία (πβ. βαστώ). Μου ~άει την πόρτα, για να περάσω. Τον ~ούσε σφιχτά από το μανίκι/τη μέση/το χέρι. ~ σταθερά το τιμόνι. ~ τον σκύλο από το λουρί. ~ά στα χέρια της ένα βιβλίο/το τρόπαιο. Κράτα το όρθιο/χαμηλά/ψηλά. Κράτα μου λίγο την τσάντα. ~ιέμαι από τα κάγκελα/την κουπαστή (πβ. πιάνομαι). ~ήσου καλά. ~ηθείτε χέρι-χέρι. ΑΝΤ. αφήνω.|| (κατ' επέκτ.) Δεν με ~άει το σκοινί. Πώς θα ~ήσει τόσο βάρος το τραπέζι; Πβ. αντέχω, σηκώνω. 2. (γενικότ.) έχω στην κατοχή μου κάτι: Θα ~ήσει το διαμέρισμα για δική του χρήση. ~ησε το μερίδιό του.|| ~άει όπλο. Δεν ~ χρήματα/ψιλά (: δεν έχω πάνω μου, δεν μου βρίσκονται). 3. διατηρώ σε ορισμένη κατάσταση: ~ησε την ανωνυμία του/την αξιοπρέπειά του/το δικαίωμα να .../μια σχέση (μυστική)/την ψυχραιμία του (ΑΝΤ. έχασε). ~ ουδετερότητα. Μας ~άει σε αγωνία/αναμονή/εγρήγορση/υπερένταση/φόρμα. ~ούν το κοινό καθηλωμένο. ~ τα βλέφαρα/μάτια ανοιχτά. ~ αποθηκευμένο το μήνυμα/απόρρητη την έκθεση/(καλά) κρυμμένο το γράμμα. ~ το παράθυρο κλειστό/πατημένο το πλήκτρο/το περιβάλλον καθαρό/τις τιμές σε χαμηλά επίπεδα. Οι παίκτες ~ησαν τη διαφορά σταθερά πάνω από τους δέκα πόντους. ~ήστε το δέρμα σας ενυδατωμένο/ίσια την πλάτη/το κεφάλι ψηλά/τον οργανισμό σας υγιή. ~άει τον ρυθμό με το ντέφι. Με το ζόρι ~ιέμαι ξύπνιος/όρθιος. Κατάφερε να ~ηθεί στην εξουσία/στην επιφάνεια/στην κορυφή/στην πρώτη θέση (πβ. παραμένω). 4. φυλάω ή συγκρατώ κάτι, ώστε να μη χαθεί, καταστραφεί ή ξεχαστεί: ~ αντίγραφο/αποδείξεις/αρχεία/ντοκουμέντα/τα πρωτότυπα/φωτογραφίες. ~ (κάτι) ως εγγύηση/για ενθύμιο/ως φυλαχτό. ~ αποθέματα/δυνάμεις για ... ~ τα γραπτά μου σε συρτάρι. Μην ~άτε προσωπικά δεδομένα στον υπολογιστή σας. Τα στοιχεία ~ούνται εμπιστευτικά. ~ήστε τα εισιτήρια μέχρι την έξοδό σας από τον σταθμό.|| ~ αυτά που είπες/τα βασικά/τα θετικά/την ουσία/μια φράση από ... ~ στη μνήμη/στο μυαλό/στο νου μου τις αναμνήσεις από .../(ζωντανά) τα λόγια/τη μορφή σου (πβ. θυμάμαι). Αυτό που ~ από τις δηλώσεις/από τη φετινή χρονιά είναι ... Θα ~ήσω μόνο τα καλά. 5. φυλακίζω προσωρινά κάποιον χωρίς δικαστική απόφαση ή ένταλμα σύλληψης, του στερώ την ελευθερία του: Τον ~ησαν για ανάκριση/στην Aσφάλεια/στο αυτόφωρο/στο (αστυνομικό) τμήμα. Τους ~ούσε αιχμαλώτους/δεμένους/δέσμιους/έγκλειστους/ομήρους/φυλακισμένους. ~ούνται αδίκως/παράνομα/για τα πολιτικά τους φρονήματα/υπό περιορισμό. ~είται σε απομόνωση/σε κελί/σε στρατόπεδο/στη φυλακή. Συνελήφθη και ~είται για εμπλοκή στη ληστεία/στην υπόθεση. Εξακολουθούν να ~ούνται από τις Αρχές οι ... (: τελούν υπό κράτηση). 6. έχω κάτι υπό τον έλεγχο, τη φροντίδα, την ευθύνη, την επίβλεψή μου: ~ το μαγαζί (πβ. διευθύνω)/το νοικοκυριό/το ξενοδοχείο/το σπίτι (πβ. καθαρίζω, συντηρώ)/το ταμείο. ~ τα λογιστικά βιβλία (πβ. ενημερώνω, τηρώ). Από τότε που αρρώστησε, τα παιδιά του ~άνε τη δουλειά/το μαγαζί.|| (μτφ.) ~άμε την τύχη στα χέρια μας. Η ομάδα ~ά το εισιτήριο για τον τελικό. ~ούν τα κλειδιά της επιτυχίας. Ένας παίκτης ~ησε μόνος του όλη την ομάδα (πβ. στηρίζω). Βλ. ανδρο-, γυναικο-κρατείται. 7. δεν αφήνω κάτι να εκτεθεί, να φανερωθεί, να εκδηλωθεί: ~ησε τα δάκρυα/τον θυμό/τα νεύρα του (πβ. συγκρατώ). Έχω διαμορφώσει άποψη, αλλά την ~ για τον εαυτό μου/για μένα. Δεν μπορεί να ~ήσει τα συναισθήματά της. Το καλύτερο σας το ~ για το τέλος/έκπληξη. Μού 'ρχεται να κλάψω μα ~ιέμαι. Πώς ~ήθηκα και δεν είπα τίποτα! Δεν μπόρεσα να ~ηθώ από τα γέλια.|| Δεν μπορώ να ~ηθώ, πρέπει να πάω στην τουαλέτα. 8. τηρώ: ~ούν τις αξίες/τις αρχές/τα έθιμα/τις παραδόσεις. ~ησε την αξιοπρέπειά/το λόγο (της τιμής)/τον όρκο/την υπόσχεσή του (ΑΝΤ. αθετώ). ~ (αρνητική/θετική) στάση απέναντι σε ... Θα ~ηθεί σειρά προτεραιότητας. 9. (γενικότ.) για να δηλωθεί ενέργεια: ~ παρέα/συντροφιά σε κάποιον (πβ. κάνω). ~ τις επιφυλάξεις μου (= επιφυλάσσομαι).|| ~ ημερολόγιο (πβ. γράφω)/λογαριασμό/παρουσίες (πβ. παίρνω)/πρακτικά/σημειώσεις. ~ τα στοιχεία κάποιου (πβ. καταχωρώ, σημειώνω). Δεν ~ησα το νούμερο του αυτοκινήτου/το τηλέφωνό του. Εφαρμογή/συσκευή που ~άει τον χρόνο/την ώρα (πβ. καταγράφω). 10. κάνω κράτηση, εξασφαλίζω εκ των προτέρων θέση, εισιτήριο: ~ δωμάτιο/τραπέζι (στο όνομά μου). Πβ. αγκαζάρω, κλείνω. 11. δεσμεύω κάποιον, δεν τον αφήνω να φύγει: Την ~ησα για φαγητό. Πουλάει φτηνά, για να ~ήσει τους πελάτες. Τίποτα δεν με ~άει πια εδώ. Πώς θα τον ~ήσω κοντά μου; Η αγάπη τούς ~ησε μαζί. Μη σας ~ άλλο (πβ. καθυστερώ). Μας ~ησε μέχρι αργά. Θα τον ~ήσουν (: δεν θα τον απολύσουν) στη δουλειά. 12. παρακρατώ: ~ μέρος των χρημάτων/τους τόκους. Τι σου ~άνε από τον μισθό; ~είται προμήθεια 0,30 ευρώ ανά συναλλαγή.|| (ειδικότ.) Κράτα τα ρέστα (: μη μου τα δίνεις). 13. (για πρόσ., πράγμα ή ουσία) συγκρατώ: Κράτα με, γιατί θα του ορμήξω. Τα δέντρα ~ούν το χώμα. Ο οργανισμός του ~ά (= κατακρατεί) περισσότερα υγρά από όσα χρειάζεται (πβ. απορροφώ). 14. αντέχω: Λάστιχα που ~άνε στον δρόμο (: είναι ανθεκτικά).|| (μτφ.) ~ησε στην πολιορκία (πβ. αντιστέκομαι). Πώς ~ησε και δεν τα παράτησε! (ως προτροπή) Κράτα γερά! Παρά τις δοκιμασίες ~ήθηκε στο ύψος του. Πβ. βαστώ. 15. (προφ.) κατάγομαι: ~άει από καλή οικογένεια/σόι. ~ από τη Μάνη.|| (παλαιότ.) ~άει από αρχοντική γενιά.κρατά & κρατάει 1. διαρκεί, αντέχει στον χρόνο: Μπαταρία που δεν ~ πολύ. Όλα τα ωραία ~άνε λίγο. Η εξορία/ο πόλεμος/η σχέση ~ησε δέκα χρόνια. Καλό ήταν όσο ~ησε. Πόσο ~ησαν οι διαπραγματεύσεις; 2. διατηρείται: Το μακιγιάζ/το χτένισμα ~ (: δεν χαλάει). Δεν ~άνε τα τυριά εκτός ψυγείου (: αλλοιώνονται). ● ΦΡ.: (ο χορός) καλά κρατεί (συχνά αρνητ. συνυποδ.): για κατάσταση που έχει διάρκεια, συνεχίζεται με αμείωτη ένταση: Η βεντέτα/η κρίση/o πόλεμος ~ ~. ~ ~ η προεκλογική αντιπαράθεση. (Και) τα πανηγύρια/σκάνδαλα ~ ~ούν., δεν κρατιέμαι (προφ.): για να δηλωθεί έντονη ανυπομονησία, επιθυμία, ανάγκη για κάτι: ~ ~ιόταν από τη χαρά της., κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι με τη συνεργασία επιτυγχάνεται καλύτερα ο στόχος. Πβ. το 'να χέρι νίβει τ' άλλο και τα δυο το πρόσωπο., κρατά(ει) τη θέση του (μτφ.) 1. ενεργεί κατά τρόπο που να μη θίγεται η αξιοπρέπειά του ή να μην εκτίθεται: Ξέρει να ~ ~. 2. επιμένει στις απόψεις του., κρατάει χαρακτήρα (μτφ.-προφ.): παραμένει σταθερός στις απόψεις του, δεν αλλάζει στάση, συμπεριφορά., κρατάω το παιδί 1. (για έγκυο) αποφασίζω να μη διακόψω την κύηση. 2. το φυλάω, προσέχω (όταν λείπουν οι γονείς του από το σπίτι): Ποιος σου ~άει ~; Βλ. μπέιμπι σίτερ., κρατώ κάποιον ζωντανό/στη ζωή: τον βοηθώ να ζήσει ή να επιβιώσει παρά τις αντιξοότητες: Την ~ούν στη ζωή με μηχανική υποστήριξη.|| (μτφ.) Η ελπίδα/το πείσμα τον ~ησε ζωντανό. (κατ' επέκτ.) ~ησε ζωντανό το όνειρο., κρατώ κάτι μυστικό/κρυφό: δεν το φανερώνω: ~ά(ει) (επτασφράγιστο) μυστικό το παρελθόν του. ~ησε κρυφό το γεγονός από τους φίλους του. ΑΝΤ. αποκαλύπτω (1), το κρατάω/φυλάω (μανιάτικο) (προφ.): θυμάμαι το κακό που μου έκαναν και επιδιώκω εκδίκηση: Μια φορά του είπα ψέματα και ακόμη μου το ~ει. Πβ. μνησικακώ. ΣΥΝ. το βαστάω (σε κάποιον), (δεν) με κρατούν/βαστούν τα πόδια μου βλ. πόδι, (κρατά/τηρεί) αιδήμονα σιωπή(ν)/σιγή(ν) βλ. αιδήμων, από πού κρατά(ει)/βαστά(ει) η σκούφια του; βλ. σκούφια, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, δάσκαλε που δίδασκες (και νόμο/λόγο δεν εκράτεις) βλ. διδάσκω, έχω κάποιον στο χέρι (μου) βλ. χέρι, κάνω/κρατάω σεκόντο (σε κάποιον) βλ. σεκόντο, κρατά το στόμα του κλειστό βλ. στόμα, κρατά/κατέχει τα σκήπτρα/τα ηνία βλ. σκήπτρο, κρατάω (κάτι) γινάτι βλ. γινάτι, κρατάω (κάτι) μέσα μου βλ. μέσα, κρατάω κόντρα βλ. κόντρα, κρατάω πισινή βλ. πισινός, κρατάω τα μπόσικα βλ. μπόσικος, κρατάω το ίσο βλ. ίσο, κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον βλ. μούτρο, κρατάω/φυλάω τσίλιες βλ. τσίλια, κρατώ (κάποιον) ενήμερο βλ. ενήμερος, κρατώ (το) φανάρι βλ. φανάρι, κρατώ αντίσταση βλ. αντίσταση, κρατώ επαφή (με κάποιον) βλ. επαφή, κρατώ κακία σε κάποιον βλ. κακία, κρατώ κλειστά/κρύβω τα χαρτιά μου βλ. χαρτί, κρατώ μακριά βλ. μακριά, κρατώ στα χέρια μου την τύχη κάποιου βλ. τύχη, κρατώ την αναπνοή μου βλ. αναπνοή, κρατώ την κοιλιά μου/πονάει η κοιλιά μου από τα γέλια βλ. κοιλιά, κρατώ ψηλά τη σημαία βλ. σημαία, κρατώ/έχω κάποιον σε απόσταση βλ. απόσταση, κρατώ/παίρνω τα γκέμια βλ. γκέμια, κρατώ/τηρώ τις ισορροπίες βλ. ισορροπία, κρατώ/τηρώ/σώζω τα προσχήματα βλ. πρόσχημα, κρύβε λόγια βλ. λόγια, λαμβάνω/κρατώ υπό σημείωση βλ. σημείωση, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, παίρνω/κρατώ/τηρώ (τις) αποστάσεις βλ. απόσταση, πέτρα που (θέλει να) κυλά, (ποτέ) δεν χορταριάζει/λιθάρι που κυλάει, χόρτο δεν κρατάει βλ. κυλάω, πιάνω/κρατώ τη μύτη μου βλ. μύτη, σφίγγω/τραβώ/μαζεύω τα λουριά βλ. λουρί, τηρεί σιγή(ν) ιχθύος βλ. ιχθύς, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή ● βλ. κράτει, κρατημένος, κρατούμενος, κρατών [< αρχ. κρατῶ ‘είμαι ισχυρός, επικρατώ, κρατώ σταθερά’]

μορφή

μορφήμορ-φή ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερική όψη, εμφάνιση, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά (ανθρώπου ή πράγματος): (για πρόσ.) αγγελική/αέρινη/ανδρική/αποκρουστική/ασκητική/γαλήνια/γλυκιά/γυναικεία/ευγενική/ήρεμη/σεβάσμια/συμπαθητική/χαμογελαστή/ωραία ~ (πβ. πρόσωπο). Η θεότητα απεικονίζεται με ανθρώπινη ~/με ~ ζώου. Η ~ του είναι χαραγμένη στη μνήμη/στο μυαλό μου. Η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στη ~ του. Διέκρινα μια ~/τη ~ του από μακριά/στο σκοτάδι (βλ. σκιά). Βλ. παράστημα, παρουσιαστικό, σιλουέτα, φιγούρα.|| Αέρια/ακαθόριστη/ακανόνιστη/αρχιτεκτονική/κυκλική/κυλινδρική/στερεή/τετράγωνη/υγρή ~. ~ κατασκευής/κτιρίου. Αντικείμενο που έχει τη ~ σφαίρας/τετραγώνου. Χωρίς συγκεκριμένη ~ (πβ. άμορφος). Δίνω ~ σε κάτι (= διαμορφώνω, μορφοποιώ). Πβ. σχήμα. Βλ. γεωμορφές.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η ολοκληρωμένη ~ του όντος κατά τον Αριστοτέλη (βλ. εντελέχεια). 2. ο χαρακτήρας που αποκτά ή με τον οποίον εκδηλώνεται κάτι, τρόπος, είδος: ~ ανάπτυξης/απασχόλησης/ασφάλισης/γνώσης/διαμαρτυρίας/κοινωνίας/κράτους/πολιτεύματος/τέχνης. Απλή/αποσπασματική/αρχική/τελική ~ κειμένου. Σε έντυπη και ηλεκτρονική ~. Ατομική/συλλογική ~ εργασίας. Επικίνδυνη/ήπια ~ άσκησης. Αρχείο/μουσική σε συμπιεσμένη ~. Άμεση/έμμεση ~ αντιπροσώπευσης/δημοκρατίας. Φάρμακο σε ενέσιμη ~. Σε μια πρώτη ~. Σε ποια ~ (= φάση) βρίσκεται το έργο; Είμαι εναντίον κάθε ~ής βίας. Ασθένεια ελαφριάς/οξείας/σοβαρής ~ής. Έλαβε οριστική ~. (Κάτι) αλλάζει ~ (= μεταμορφώνεται). Νέες ~ές καλλιέργειας. Εναλλακτικές ~ές τουρισμού. Διάφορες ~ές (= πλευρές) ρατσισμού. Διαφορετικές/ποικίλες ~ές ποιήματος (= παραλλαγές)/τραγουδιού (= διασκευές). Βλ. τύπος. 3. ιδιαίτερα σημαντικό πρόσωπο (σε συγκεκριμένο τομέα): αινιγματική/αμφιλεγόμενη/αξέχαστη/εμβληματική/εξέχουσα/ιερή/καθοριστική/κορυφαία/σπουδαία/χαρισματική ~. ~ της επιστήμης/του θεάτρου/της ιστορίας/της τέχνης. Υπήρξε μία από τις μεγάλες ~ές του αθλητισμού. Πβ. προσωπικότητα, φιγούρα, φυσιογνωμία. 4. σύνολο εκφραστικών μέσων, φόρμα, τεχνική (σε αντιδιαστολή προς το θέμα, την ιδέα): (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) καλλιτεχνική/ποιητική ~. Διάσπαση/ενότητα ~ής και περιεχομένου. Βλ. σημαίνον, ύφος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κονσέρτου/μπαλάντας (: δομή μουσικού έργου). 5. ΓΛΩΣΣ. (κυρ. στον αμερικανικό δομισμό) κάθε ελάχιστη σημασιολογική μονάδα που δηλώνει ένα μόρφημα· γενικότ. μόρφημα: ~ λέξης/(γραμματικού) τύπου. 6. ΜΑΘ. παράσταση αποτελούμενη από μαθηματικά σύμβολα: αλγεβρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστες μορφες: ΜΑΘ. μη επιτρεπτές πράξεις μεταξύ ορίων συναρτήσεων., βαριάς μορφής βλ. βαρύς, βιβλική μορφή βλ. βιβλικός, μορφολογική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός ● ΦΡ.: υπό μορφή(ν) & υπό τύπον (λόγ.): (+ γεν.) με τη μορφή, με τα χαρακτηριστικά, με τον τρόπο, σαν: Κάνω το μάθημα ~ ~ παιχνιδιού. Παρουσιάζω το θέμα ~ ~ διαλόγου. [< γαλλ. sous la forme de] , παίρνει μορφή βλ. παίρνω [< 1: αρχ. μορφή 2,4,6: γαλλ. forme, γερμ. Gestalt 3: γαλλ. figure 5: αγγλ. morph, 1947]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.