Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χαρακτηρισμός χα-ρα-κτη-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαρακτηρίζω: γενικός/εύστοχος/πετυχημένος ~. ~ μιας πράξης ως απαράδεκτης.|| (επίσ.) ~ οικισμού ως παραδοσιακού. Πράξη ~ού (έκτασης ως δασικής).|| (επιστ.) (ΧΗΜ.) Ποιοτικός/ποσοτικός ~ (ουσιών). (ΦΥΣ.) Ηλεκτρικός ~ υλικών. Πβ. καθορ-, προσδιορ-ισμός, κατάταξη, περιγραφή. Βλ. μετα~, -ισμός. ΑΝΤ. αποχαρακτηρισμός ● χαρακτηρισμοί (οι) (συνεκδ.): λέξεις ή εκφράσεις, συνήθ. με αρνητικό περιεχόμενο, που χρησιμοποιεί κάποιος για να αποδώσει τον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά ενός προσώπου: Εκτόξευσε άδικους/αήθεις/αισχρούς/ανάρμοστους/ανεπίτρεπτους/ανήκουστους/ανυπόστατους/απαξιωτικούς/απαράδεκτους/απρεπείς/άστοχους/άσχημους/ατυχείς/μειωτικούς/συκοφαντικούς/ταπεινωτικούς/υβριστικούς/υποτιμητικούς/χυδαίους ~ούς εναντίον τους (: βρισιές, ύβρεις). Του επιτέθηκε με βαρύτατους ~ούς. Πβ. κοσμητικά επίθετα. [< μτγν. χαρακτηρισμός, γαλλ. caractérisation, αγγλ. characterization]