Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χαρούμενος , η, ο χα-ρού-με-νος επίθ. 1. που νιώθει χαρά, που χαίρεται: ~ος: άνθρωπος. ~η: οικογένεια/παρέα. ~ο: παιδί. Είμαι διπλά/ιδιαίτερα/πολύ/πραγματικά/τόσο ~ για την επιτυχία σου/με το αποτέλεσμα/που τα κατάφερες. Πβ. (χαμο)γελαστός, ευδιάθετος, εύθυμος, ευτυχισμένος, ιλαρός, κεφάτος, ολό-, πρόσ-χαρος, περιχαρής, χαρωπός. Βλ. κατα~, ικανοποι-, συγκιν-ημένος.|| ~η: φατσούλα. ~ο: πρόσωπο/ύφος. Βλ. χαζο~. ΑΝΤ. θλιμμένος, λυπημένος, στενοχωρημένος 2. που εκφράζει χαρά, που προκαλεί ευχάριστα συναισθήματα: ~η: ατμόσφαιρα (πβ. γιορτινός, φαιδρός)/διάθεση (ΑΝΤ. μελαγχολικός)/μουσική. ~ο: περιβάλλον/τραγούδι/ύφος. ~ες: ειδήσεις/στιγμές/φωνές. ~α: νέα/χρώματα (: ζωηρά, φωτεινά). Τα λουλούδια δίνουν στο δωμάτιο έναν ~ο τόνο/μια ~η νότα/πινελιά. (ευχετ.) ~ες γιορτές! ~ο κι ευτυχισμένο το νέο έτος! ΑΝΤ. δυσάρεστος, θλιβερός (1), λυπητερός ● επίρρ.: χαρούμενα [< μεσν. χαρούμενος]