Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • χαρούπι χα-ρού-πι ουσ. (ουδ.): ο μακρόστενος, δερματώδης, καστανόχρωμος καρπός της χαρουπιάς, ο οποίος έχει γλυκιά γεύση και περιέχει πολλούς σκληρούς σπόρους: (κυρ. παλαιότ.) τα ~ια ως ζωοτροφή. Το ~ ως υποκατάστατο της σοκολάτας. Αλεύρι ~ιού (= χαρουπάλευρο). Εκχύλισμα/σιρόπι ~ιού (= χαρουπόμελο). ΣΥΝ. ξυλοκέρατο [< τουρκ. harup]
  • χαρουπιά χα-ρου-πιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μακρόβιο αειθαλές δέντρο του μεσογειακού χώρου (επιστ. ονομασ. Ceratonia siliqua), με πυκνό, συνήθ. σφαιρικό φύλλωμα, δερματώδη φύλλα και κιτρινοπράσινα άνθη χωρίς πέταλα, το οποίο καλλιεργείται για τους καρπούς (χαρούπια) και την ξυλεία του. ΣΥΝ. ξυλοκερατιά