Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χαρταετός χαρ-τα-ε-τός ουσ. (αρσ.): ελαφριά, συνήθ. εξαγωνική, κατασκευή καλυμμένη με πολύχρωμο χαρτί ή πλαστικό και κορδέλες, η οποία ανυψώνεται με τη βοήθεια του ανέμου και με κατάλληλο χειρισμό του σπάγγου με τον οποίο είναι δεμένη: η ουρά του ~ού. Πέταγμα του ~ού την Καθαρά Δευτέρα. Αμολάω τον ~ό. Βλ. καλούμπα. ΣΥΝ. αετός (3)

καλούμπα

καλούμπακα-λού-μπα ουσ. (θηλ.) & καλούμα 1. ο σπάγγος του χαρταετού: Δένω/τυλίγω την ~. 2. ΝΑΥΤ. (παρωχ.) σκοινί. ● ΦΡ.: αμόλα καλούμπα! 1. ξετύλιξε, χαλάρωσε την καλούμπα (για να πετάξει ο χαρταετός πιο ψηλά). 2. (μτφ.) παρότρυνση σε κάποιον να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε· εμπρός, προχώρα! [< ιταλ. ή βεν. caloma, caluma < μτγν. χάλασμα ‘χαλάρωση’]