χελιδόνι χε-λι-δό-νι ουσ. (ουδ.) {χελιδον-ιού | -ιών}: ΟΡΝΙΘ. εντομοφάγο αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Hirundo rustica) με σώμα σκουρόχρωμο στο πάνω μέρος και λευκό στο κάτω, μακριές μυτερές φτερούγες και διχαλωτή ουρά: ο ερχομός των ~ιών ως προάγγελος της άνοιξης. Τα ~ια χτίζουν τις φωλιές τους. Βλ. νερο-, πετρο-χελίδονο. ● Υποκ.: χελιδονάκι (το) ● ΦΡ.: ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη βλ. άνοιξη [< μτγν. χελιδόνιον ‘χελιδονάκι’ < αρχ. χελιδών]
χελιδονίσματα χε-λι-δο-νί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. χελιδόνισμα}: ΛΑΟΓΡ. ανοιξιάτικα κάλαντα που συνόδευαν κυρ. παλαιότ. το έθιμο της χελιδόνας. [< μτγν. χελιδόνισμα]
άνοιξη
άνοιξη[ἄνοιξη] ά-νοι-ξη ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Α) 1. εποχή του έτους, η οποία διαρκεί από την εαρινή ισημερία μέχρι το θερινό ηλιοστάσιο για το Β. Ημισφαίριο, περιλαμβάνει τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και χαρακτηρίζεται από μέτριες θερμοκρασίες και ανθοφορία των περισσότερων φυτών: ο ερχομός της ~ης. Μπήκε η ~! Μύρισε ~! Πβ. έαρ.2. (μτφ.) ακμή, αναγέννηση: μουσική/πολιτική/πολιτιστική ~. Η ~ του αθλητισμού. Πβ. αναδημιουργία, αναζωογόνηση.|| (λογοτ.) Στην ~ της ζωής του. Πβ. νεότητα, νιάτα. ● ΣΥΜΠΛ.: Άνοιξη της Ευρώπης: ετήσια πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αποσκοπεί στην ενθάρρυνση του δημόσιου διαλόγου και του προβληματισμού των μαθητών σχετικά με τις αρχές, τα επιτεύγματα και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της διοργάνωσης σχολικών εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν δημόσιες συζητήσεις και συναντήσεις με εμπειρογνώμονες, διαδικτυακές συζητήσεις μεταξύ μαθητών ευρωπαϊκών σχολείων: η ημέρα της ~ης ~. ● ΦΡ.: ένας κούκος/ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη (παροιμ.): μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν να επιφέρουν σπουδαίες αλλαγές., φέρνω την άνοιξη (μτφ.): κάνω κάποιον ευτυχισμένο ή συντελώ, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση σε έναν χώρο: Έφερε ~ στη ζωή μου. [< μεσν. άνοιξη]
νερο-
νερο-& νερό- & νερ- α' συνθετικό λέξεων με αναφορά στο νερό ως 1. συστατικό: νερο-μπογιά (βλ. λαδο-).|| (αρνητ. συνυποδ., με τη σημ. του πολύ αραιού) Νερο-ζούμι/~μπούλι. Νερό-πλυμα.|| (ειδικότ., σε προσδιοριστικά σύνθ.) Nερο-πότηρο (βλ. κρασο-)/~σωλήνας (πβ. υδρο-).|| Νερ-ουλός. Νερ-ώνω.2. μέσο: νερο-τριβή. Νερό-μυλος.3. (σε κοινές ονομασ.) στοιχείο βιότοπου με συγκεκριμένα είδη ζώων και φυτών: νερο-χελώνα. Νερό-κοτα/~φιδο.|| Νερο-κάρδαμο.
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.