Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χλαμύδα χλα-μύ-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. ανδρικός μανδύας που στερεωνόταν με πόρπη κάτω από τον λαιμό και έπεφτε ελεύθερα στους ώμους και την πλάτη. Βλ. ιμάτιο, χιτώνας, χλαίνη. [< αρχ. χλαμύς, γαλλ. chlamyde, αγγλ. chlamys]

ιμάτιο

ιμάτιο[ἱμάτιο] ι-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧ. τετράγωνο μάλλινο ή λινό εξωτερικό ένδυμα που φορούσαν άνδρες και γυναίκες. Βλ. πέπλος, χιτώνας, χλαμύδα. ● ΦΡ.: διαρρηγνύει/σκίζει τα ιμάτιά του βλ. διαρρηγνύω [< αρχ. ἱμάτιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.