Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χλευάζω χλευ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {χλεύα-σα, χλευά-σει, -στηκα, -στεί (σπάν. λόγ.) -σθεί, -σμένος, χλευάζ-οντας} (λόγ.): εκφράζομαι, συνήθ. δημόσια, με αποδοκιμαστικό, περιφρονητικό, έντονα περιπαικτικό και δηκτικό τρόπο εναντίον κάποιου: ~ει την εξουσία/την υποκρισία/την υψηλή κοινωνία (πβ. καγχάζω, κοροϊδεύω, περιγελώ, σαρκάζω, σκώπτω). Έσπευσαν να τον ~σουν (πβ. γιουχάρω, εμπαίζω, λοιδορώ, μυκτηρίζω, ονειδίζω, παίρνω κάποιον στο ψιλό, προγκάω, προπηλακίζω). ~στηκε για τα πιστεύω του (πβ. αποδοκιμάζομαι· βλ. διαπομπεύομαι). [< αρχ. χλευάζω]