Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χλιμιντρίζει χλι-μι-ντρί-ζει ρ. (αμτβ.) {χλιμίντρι-σε, χλιμιντρί-σει, χλιμιντρίζ-οντας} & χλιμιντράει & χλιμιντρά: (για άλογο ή μουλάρι) βγάζει τη χαρακτηριστική του φωνή. Βλ. γκαρίζει. ΣΥΝ. χρεμετίζει ● χλιμιντρίζω: (μτφ.-λογοτ.) βγάζω δυνατή και μακρόσυρτη φωνή με αυξομειώσεις της έντασης: Τι θες πάλι; ~σε εκνευρισμένος. [< μεσν. χλιμιτρίζω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.