Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χοιροτρόφος χοι-ρο-τρό-φος ουσ. (αρσ.): εκτροφέας χοίρων. Βλ. -τρόφος. [< μτγν. χοιροτρόφος]

-τρόφος

-τρόφος: επίθημα αρσενικών (και θηλυκών) ουσιαστικών που δηλώνουν ειδικό εκτροφέα: αγελαδο~/χοιρο~. (γενικότ.) Ζωο~/κτηνο~/πτηνο~.|| Μελισσο~ (πβ. -κόμος).|| Iχθυο~.