Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χοριοκαρκίνωμα χο-ρι-ο-καρ-κί-νω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος που προέρχεται από την τροφοβλάστη. [< αγγλ. choriocarcinoma, 1901, γαλλ. choriocarcinome]