χορταίνω χορ-ταί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χόρτα-σα, χορτά-σει, χορταίν-οντας, χορτα-σμένος} 1. δεν αισθάνομαι πια πείνα (ή δίψα), νιώθω κορεσμό, επειδή έχω καταναλώσει την απαραίτητη ή περισσότερη από την κανονική ποσότητα τροφής (ή υγρών): ~σα (: έσκασα, μπούκωσα), δεν θέλω άλλο. Φάε να ~σεις. Πώς να ~σουν τόσα στόματα;|| (μτφ.-μειωτ.) ~σμένη κοιλιά. ~σμένοι (: εύποροι) και καλοπερασάκηδες.|| ~σαμε γλυκά/φαγητό (: φάγαμε πάρα πολλά/πολύ).|| Δεν μπορεί να ~σει τα παιδιά του (: να τα ταΐσει, να τα θρέψει, επειδή είναι φτωχός).|| (μτφ.) Τόσα χρήματα έβγαλε, δεν ~σε ακόμα; Δεν ~ει με τίποτα. ~ την επιθυμία μου για ... Φυσική ομορφιά που ~ει τις αισθήσεις. Πβ. ικανοποιώ.2. (μτφ.) βιώνω κάτι όμορφο σε μεγάλο βαθμό: ~σα (από) αγκαλιές/φιλιά. ~σαμε ήλιο/θάλασσα/ύπνο/χορό (πβ. απολαμβάνω). ~σαν τα μάτια μας πράσινο. Έχει ~σει η ψυχή μου χαρές. Έχω ~σει δόξα/επιτυχίες. ~σμένος από αγάπη/έρωτα/πλούτο. Έφυγε απ' τη ζωή ~σμένος (πβ. γεμάτος, χορτάτος, ΑΝΤ. πεινασμένος).3. (μτφ.) υφίσταμαι κάτι (άσχημο) σε υπερβολικό βαθμό, δεν αντέχω άλλο: ~σα απογοητεύσεις/δάκρυα/κλάμα/πόνο.|| ~σα (= βαρέθηκα) να μιλώ για ... ~σαμε λόγια/υποσχέσεις! Από φιλοσοφίες, έχουμε ~σει. Πβ. μπαφιάζω, μπουχτίζω.|| Μας ~σαν (= γέμισαν, τάισαν) διαβεβαιώσεις/(στα) ψέματα. ● ΦΡ.: δεν χορταίνω (προφ.): όσο πολύ κι αν κάνω κάτι, δεν το βαριέμαι: ~ ~ να σε κοιτάζω! Δεν σε χορταίνω!|| ~ ~ ν' ακούω μουσική. ~ ~ουν παιχνίδι.|| Μια θέα υπέροχη, να μην τη ~εις ποτέ., θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός (γνωμ.): θα αλλάξει η τύχη, θα φτιάξουν τα πράγματα για τις οικονομικά ασθενέστερες ομάδες., τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο: (παροιμ.) πιο πολύ με βοήθησε η ηθική παρά η υλική ή οικονομική σου συμπαράσταση. [< μεσν. χορταίνω]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.