Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χοχλιός χο-χλιός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ. χοχλιοί κ. χοχλοί} & κοχλιός (διαλεκτ., κυρ. στην Κρήτη): σαλιγκάρι. ● Υποκ.: χοχλιδάκι (το) [< μεσν. κοχλιός]