αποτέλεσμα[ἀποτέλεσμα] α-πο-τέ-λε-σμα ουσ. (ουδ.) {αποτελέσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κατάληξη ή συνέπεια ενέργειας ή διαδικασίας: αισθητικό/άμεσο/αναμενόμενο/απρόβλεπτο/απροσδόκητο/αρνητικό/έμμεσο/εξαιρετικό/επιδιωκόμενο/ευνοϊκό/θετικό/λογικό/στατιστικό/τραγικό ~. Ακουστικό/ηχητικό/οπτικό ~. Τα ~ατα του πειράματος. Σχέση αιτίου ~ατος. Το καλύτερο/χειρότερο δυνατό ~. ~ διαπραγματεύσεων/πίεσης. Αναμενόμενα μαθησιακά ~ατα. Καταλήγω/οδηγούμαι/φτάνω σε ~. Το ~ ήταν να ... Οι θεραπείες δεν είχαν κανένα ~. Σημασία έχει η προσπάθεια και όχι το ~ (: το ~ μετράει). Η επανάσταση ήταν ~ (= απόρροια, επακόλουθο) της κοινωνικής καταπίεσης. ~ μηδέν (: για παταγώδη αποτυχία). Και ποιο το ~; Θεαματικά ~ατα από ...|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ατα αναζήτησης (στο διαδίκτυο). 2. επίσημη κρίση, αξιολόγηση -συχνά με αριθμητικά δεδομένα- αγώνα, διαγωνισμού, εξετάσεων, ψηφοφορίας· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) το αντίστοιχο επίσημο έγγραφο: εκλογικό/τελικό ~. Οριστικά/προσωρινά/συγκριτικά ~ατα. Δίκαιο/ισόπαλο/νικηφόρο ~ (= σκορ). Ιατρικά ~ατα. Αλλοίωση/αμφισβήτηση/πρόβλεψη (του) ~ατος. ~ατα ερευνών (πβ. πόρισμα)/προπό. Παίρνω (τα) ~ (: τα μαθαίνω). Βγήκαν τα ~ατα (= ανακοινώθηκαν επίσημα). Σύμφωνα με τα ~ατα της έρευνας ...|| Ανάρτηση των ~άτων. 3. ΜΑΘ. αυτό που εξάγεται και γενικότ. προκύπτει από αριθμητική πράξη, λύση μαθηματικού προβλήματος: γενικό/μερικό/συνολικό ~. ~ αφαίρεσης/πρόσθεσης. Η άσκηση έχει δύο τρόπους επίλυσης, που οδηγούν στο ίδιο ~. Πβ. εξαγόμενο. 4. ΦΙΛΟΣ. γεγονός που προκαλείται από ορισμένη αιτία. ● ΣΥΜΠΛ.: αποτελέσματα χρήσης & (λόγ.) χρήσεως: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των κερδών ή ζημιών από τις οικονομικές πράξεις, δραστηριότητες επιχείρησης. ● ΦΡ.: από το αποτέλεσμα & (λόγ.) εκ του αποτελέσματος: για κρίση, διαπίστωση, συμπέρασμα που βασίζεται στην τελική έκβαση κατάστασης και όχι σε ό,τι προηγήθηκε: ~ ~ συνάγεται/τεκμαίρεται (ότι/πως) … Όλα κρίνονται ~ ~. ~ ~ φαίνεται ότι οι ενέργειές μας απέδωσαν καρπούς., έχει ως αποτέλεσμα: προκαλεί (κάτι), έχει ως συνέπεια, οδηγεί σε: Η κρίση είχε ~ την ανάσχεση του ρυθμού ανάπτυξης της χώρας. ~ ~ να ..., με αποτέλεσμα να ...: Καθυστέρησε, ~ ~ μη βρει θέση. ΣΥΝ. με συνέπεια να ..., φέρνει αποτέλεσμα: έχει επιθυμητή κατάληξη: Η επιμονή/προσπάθειά της έφερε ~. Η συζήτηση δεν έφερε κανένα ~., χωρίς/δίχως αποτέλεσμα: μάταια, άδικα, χωρίς αντίκρισμα: αναζήτηση/διάλογος/έρευνα ~ ~. Αγωνίζομαι/πολεμώ ~ ~. Προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη, αλλά ~ ~., ως αποτέλεσμα (+ γεν.): λόγω, εξαιτίας, ως συνέπεια: Η κλιματική αλλαγή ~ ~ του φαινομένου του θερμοκηπίου., συνδυασμός αποτελεσμάτων βλ. συνδυασμός [< αρχ. ἀποτέλεσμα, γαλλ. résultat, αγγλ. result]
επανα-& επανά-, επαν-, επάν-: (λόγ.) πρόθημα ρημάτων και των παραγώγων τους∙ δηλώνει επανάληψη και ειδικότ. επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση ύστερα από διακοπή: επανα-διαπραγματεύομαι (βλ. εκ νέου, ξανα-). Επαν-εκκίνηση/~εκτίμηση/~έλεγχος.|| Επανα-πατρισμός/~σχεδιασμός/~φέρω. Επανά-καμψη (βλ. ανα-). Επαν-εγκατάσταση. Επάν-οδος.
οικιακός, ή, ό [οἰκιακός] οι-κι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την οικία, το σπίτι και όσους κατοικούν σε αυτό: ~ός: εξοπλισμός (πβ. νοικοκυριό, οικοσκευή). ~ή: διακόσμηση/θέρμανση/ψυχαγωγία. ~ό: περιβάλλον/προσωπικό/τιμολόγιο. ~ές: ανεμογεννήτριες/εργασίες (= δουλειές του σπιτιού)/εφαρμογές (= εγκαταστάσεις)/συσκευές. ~ά: απόβλητα/είδη/έπιπλα/ζώα (πβ. κατοικίδιος)/σκεύη. Ασύρματο ~ό δίκτυο. Βλ. ενδο~, εξω~.|| (για πρόσ.) ~ός: καταναλωτής/πελάτης/χρήστης. ΣΥΝ. σπιτικός (1) ● Ουσ.: οικιακά (τα): η φροντίδα και συντήρηση του σπιτιού και των προσώπων που μένουν σε αυτό, το νοικοκυριό, κυρ. ως επίσημος όρος για να δηλωθεί ως αποκλειστική επαγγελματική ενασχόληση της γυναίκας. ● ΣΥΜΠΛ.: οικιακή βοηθός & (σπάν.) οικιακός βοηθός: γυναίκα που κάνει τις δουλειές του σπιτιού έναντι αμοιβής: εξωτερική/εσωτερική ~ ~. (σε αγγελία) Ζητείται ~ ~. Πβ. υπηρεσία, υπηρέτρια., οικιακή οικονομία (συχνά με κεφαλ. τα αρχικά Ο): το σύνολο των μεθόδων διαχείρισης και φροντίδας των υποθέσεων του σπιτιού, ιδ. των οικονομικών πόρων της οικογένειας· κατ' επέκτ. οι πανεπιστημιακές σπουδές και το αντίστοιχο διδασκόμενο μάθημα στο σχολείο: αγροτική ~ ~. Τμήμα ~ής ~ας και Οικολογίας. ΣΥΝ. οικοκυρικά, οικιακή χρήση: για κάτι που χρησιμοποιείται στο σπίτι: Είδη ~ής ~ης. Υπολογιστής που προορίζεται για ~ ~ και μικρές επιχειρήσεις. Βλ. επαγγελματική, ιδιωτική, προσωπική χρήση., οικιακός κινηματογράφος βλ. κινηματογράφος [< μτγν. οἰκιακός, γαλλ. domestique]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ