Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- χρειάζομαι χρει-ά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χρειά-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρειαζ-ούμενος}: έχω άμεση ανάγκη από κάτι ή από τη βοήθεια κάποιου: Το μόνο που ~εται είναι λίγη αγάπη. Αν δεν με ~εσαι άλλο, μπορώ να φύγω; Το σπίτι ~εται βάψιμο. ~όμαστε (: παροντικός χρόνος)/~όμασταν (: παρελθοντικός χρόνος) διακοπές. Μήπως ~εστε κάτι; Ερωτήματα που ~ονται απάντηση (= χρήζουν απάντησης). Πού ήσουν, όταν σε ~όμουν; ~στηκες ποτέ κάτι και δεν σου το έδωσα; ~στηκε επειγόντως αίμα. (Για) ό,τι ~στείς, εδώ είμαι.|| Δεν ~ τις συμβουλές σου. ● χρειάζεται: είναι αναγκαίο, απαραίτητο, υποχρεωτικό: ~ (= πρέπει) να δαπανηθούν αρκετά χρήματα. Δεν ~ ν' ανησυχείς/να φωνάζεις. -Να σε βοηθήσω; -Δεν (μου) ~. ~στηκε να νοσηλευτεί. Αν ~στεί (= κριθεί σκόπιμο, παραστεί ανάγκη), θα ...|| ~ ιδιαίτερη προσοχή. Ουσίες που ~ονται στον οργανισμό. Δικαιολογητικά που ~ονται για την έκδοση διαβατηρίου. Θα ~στούν πολλά χρόνια ακόμα για να ...|| Σε τι ~ονται/πού θα ~στούν όλ' αυτά; Πβ. χρησιμεύω. ● ΦΡ.: ό,τι χρειάζεται (προφ.): ό,τι πιο κατάλληλο, πιο ιδανικό : Ένα μπανάκι είναι ~ ~ με τέτοια ζέστη. Πβ. ταμάμ. ΣΥΝ. ό,τι πρέπει, τα χρειάστηκα (προφ.): τρόμαξα, φοβήθηκα ή ανησύχησα πολύ: ~ ~ για τα καλά/λιγάκι, αλλά τελικά δεν ήταν τίποτα. ΣΥΝ. τα είδα όλα! (2), θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας βλ. ζουρλομανδύας, κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα βλ. συζήτηση [< μεσν. χρειάζομαι]
ζουρλομανδύας
ζουρλομανδύαςζουρ-λο-μαν-δύ-ας ουσ. (αρσ.) (κυρ. παλαιότ.): ειδικό ένδυμα για το πάνω μέρος του σώματος, με μακριά μανίκια που δένονται πίσω στην πλάτη· το φορούν σε φρενοβλαβείς που παρουσιάζουν βίαιη συμπεριφορά. ● ΦΡ.: θέλει ζουρλομανδύα/του χρειάζεται ζουρλομανδύας (κυριολ. κ. μτφ.): είναι τρελός. Πβ. (τρελός) για δέσιμο., του φόρεσαν ζουρλομανδύα: τον έκλεισαν σε τρελοκομείο. [< γαλλ. camisole de force]
συζήτηση
συζήτησησυ-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. προφορική επικοινωνία με σκοπό κυρ. την ανταλλαγή απόψεων ή επιχειρημάτων πάνω σε ένα ζήτημα και γενικότ. καθημερινή, φιλική κουβέντα: άγονη/ακαδημαϊκή (: θεωρητική)/ανοιχτή/γενική/γόνιμη/δημόσια/διαδικτυακή (πβ. τσατ)/διεξοδική/διερευνητική/εκτενής/ενδιαφέρουσα/εποικοδομητική/ζωηρή/ζωντανή/μακρά/μεγάλη/μικρή/ουσιαστική/σύντομη/πολιτική (βλ. ντιμπέιτ, τηλεμαχία, τοκ σόου)/σοβαρή/τηλεοπτική/φιλολογική ~. Επιμέρους/θεματικές ~ήσεις. ~ υψηλού επιπέδου. Το αντικείμενο/κατά τη διάρκεια/μετά την ολοκλήρωση/πριν από την έναρξη/η ροή/στην αρχή/στο επίκεντρο/στο πλαίσιο/στο τέλος της ~ης. Συντονιστής της ~ης. Ατζέντα ~ήσεων. ~ επί του σχεδίου νόμου/περί ανασχηματισμού. Πρόσκληση σε ~. Ανοίγω/διακόπτω/κλείνω/παρακολουθώ μια ~. Παρεμβαίνω/συμμετέχω σε μια ~. Το θέμα τέθηκε προς ~. Ακολούθησε/αναβλήθηκε η/έγινε/πραγματοποιήθηκε/συνεχίζεται η ~ στη Βουλή για το ασφαλιστικό. Η ~ περιστράφηκε γύρω από ... Η ~ άναψε (πβ. άναψαν τα αίματα). Είχαν μια έντονη ~ (πβ. αντιπαράθεση, διαφωνία). Αδιέξοδο στις ~ήσεις των δύο κρατών (= διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις). Το ΔΣ, μετά από διαλογική ~, αποφάσισε ... (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Σελίδες/χώρος ~ης (βλ. φόρουμ). Πίνακας ~ήσεων.|| Πιάσαμε τη ~ και ξεχαστήκαμε. ΣΥΝ. διάλογος (1), συνομιλία (1) 2. {συνήθ. στον πληθ.} σχόλια: Ταινία που είχε ξεσηκώσει θύελλα ~ήσεων. Με τη στάση του έδωσε τέρμα στις ~ήσεις (ΣΥΝ. κουτσομπολιά). Απόφαση/διαφήμιση που έχει προκαλέσει μεγάλη ~/πολλές ~ήσεις (βλ. πολυσυζητημένος). ● Υποκ.: συζητησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ομάδα συζήτησης βλ. ομάδα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός, συζήτηση/κουβέντα καφενείου βλ. καφενείο ● ΦΡ.: κάνω συζήτηση (για κάτι): συζητώ, σχολιάζω, θίγω ένα θέμα: Δεν θέλησε να κάνει ~ για το διαζύγιό τους. ~ θα κάνουμε τώρα; Αφού είπαμε ότι πρέπει να πάμε., κάτι σηκώνει/θέλει/χρειάζεται/χωράει/παίρνει συζήτηση/κουβέντα & επιδέχεται συζήτηση: για θέμα συνήθ. αμφιλεγόμενο, το οποίο απαιτεί διεξοδική ανάλυση: Αυτό σηκώνει μεγάλη/δεν παίρνει ~. Το αν αλλάζουν οι άνθρωποι ή όχι θέλει πολλή ~., κύκλος/γύρος συζητήσεων/συνομιλιών: σειρά διαπραγματεύσεων μεταξύ ειδικών σε οργανωμένο πλαίσιο και με συγκεκριμένο θέμα: Ανοίγει/ξεκινά νέος ~ ~ για την εκπαίδευση., πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα: καθώς συζητά, κουβεντιάζει κάποιος: ~ ~ μού ζήτησε να ... Πβ. εν τη ρύμη του λόγου, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση., συζητήσεις επί συζητήσεων (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συνεχείς, ατέλειωτες συζητήσεις: Η οικονομική κρίση έχει προκαλέσει ~ ~. Αναλώνονται σε ~ ~, χωρίς κανένα νόημα., συζήτηση στο ακροατήριο & επ' ακροατηρίω συζήτηση: ΝΟΜ. τμήμα της ακροαματικής διαδικασίας της δίκης για την ανάπτυξη αιτημάτων, αποδείξεων ή ισχυρισμών των διαδίκων: Η απόφαση του δικαστηρίου εκδίδεται εντός δύο μηνών από την πρώτη ~ ~. [< γαλλ. débats] , τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών: άτυπος διάλογος που δεν είναι απαραίτητο να οδηγήσει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα: Τα βασικά προβλήματα της περιοχής τέθηκαν στο ~ ~. Στο ~ ~ έπεσε και το θέμα της εκλογής νέου προέδρου. Απειλεί να αποχωρήσει από το/επέστρεψε στο ~ των συνομιλιών. Πβ. τραπέζι των διαπραγματεύσεων., υπό συζήτηση (λόγ.): για κάτι που μελετάται η πραγματοποίησή του ή αμφισβητείται, είναι αβέβαιο: το ~ ~ νομοσχέδιο.|| Το μέλλον του συγκροτήματος είναι ~ ~., χωρίς συζήτηση: αναμφίβολα, ανεπιφύλακτα: ~ ~ είναι το καλύτερο δώρο που πήρα ποτέ. Συμφέρει ~ ~. Η προτεινόμενη μέθοδος απορρίφθηκε ~ ~. ΣΥΝ. ασυζητητί, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση βλ. αλλάζω, δεν ακούω/δεν δέχομαι/δεν θέλω/δεν σηκώνω/δεν παίρνω κουβέντα βλ. κουβέντα, ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση βλ. λόγος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω, χωρίς δεύτερη κουβέντα/συζήτηση βλ. κουβέντα [< μτγν. συζήτησις ‘διερεύνηση από κοινού, λογομαχία’, γαλλ. discussion, débat, αγγλ. chat]