Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χρηματομεσίτης χρη-μα-το-με-σί-της ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χρηματομεσίτρια}: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αναλαμβάνει μεσολαβητικό ρόλο στη διαπραγμάτευση συναλλαγών μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μερών, εκπροσωπώντας το ένα από αυτά: ~ες ενυπόθηκων δανείων. Πβ. χρηματιστής. [< γερμ. Börsenmakler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.