Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χρησιμοθηρία χρη-σι-μο-θη-ρί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επιδίωξη από κάποιον των αγαθών που του παρέχουν προσωπικό και υλικό όφελος, αδιαφορώντας για το κοινό συμφέρον ή/και για την ηθική και πνευματική του ωφέλεια. Πβ. ωφελιμισμός. Βλ. εγωκεντρ-, καιροσκοπ-ισμός, σκοπιμότητα, συμφεροντολογία, χρυσοθηρία, -θηρία. [< γαλλ. utilitarisme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.