Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χρησιμοποιώ [χρησιμοποιῶ] χρη-σι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {χρησιμοποι-είς ..., -ώντας | χρησιμοποί-ησα, -ήσει, -είται, -όταν (λόγ.) (ε)χρησιμοποι-είτο, χρησιμοποι-όταν, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. θέτω κάτι σε λειτουργία, κάνω χρήση: ~ ένα εργαλείο/(ΠΛΗΡΟΦ.) πρόγραμμα. Ξέρει να ~εί αυτή τη συσκευή/το ίντερνετ.|| ~ λεξικά. ~ καλλυντικά (πβ. βάζω). ~εί αποκλειστικά πιστωτικές κάρτες για τις συναλλαγές της/ποδήλατο για τις μετακινήσεις του. ~ήστε (: πάρτε) τις σκάλες!|| ~ τη γλώσσα ως μέσο επικοινωνίας. Λέξεις που ~ούνται ειρωνικά.|| Για την τούρτα έχουν ~ηθεί αγνά υλικά.|| ~ησε και λίγο το μυαλό σου!|| ~ησαν βία. Πβ. (μετα)χειρίζομαι. 2. εκμεταλλεύομαι· αξιοποιώ: ~εί την περιουσία της, για να ανέλθει οικονομικά. ~ησε τις γνωριμίες/την επιρροή/τη θέση του, για να ...|| Τον ~ησαν και τώρα θέλουν να τον ξεφορτωθούν. ~ούν ζώα για πειράματα.|| Εργάτες που ~ούνται στις μεταφορές (: απασχολούνται).|| ~ησε (: έφερε) ως πρόσχημα το επιχείρημα ότι ... ~ησε αδιάσειστα στοιχεία. Θα ~ήσει όλα τα δικαιώματα που του παρέχει ο νόμος. Βλ.επανα-, ξανα-, -ποιώ. ● Μτχ.: χρησιμοποιημένος , η, ο 1. μεταχειρισμένος: ~ο: χαρτί. ~ες: μπαταρίες/συσκευασίες. ~α: ελαστικά/έπιπλα/ρούχα. Ελαφρώς/ελάχιστα ~ και σε άριστη κατάσταση εξοπλισμός. Ανακύκλωση/παζάρι ~ων αντικειμένων. Πβ. από δεύτερο χέρι. ΑΝΤ. αδούλευτος (2), αμεταχείριστος, καινούργιος (1) 2. που έχει χρησιμοποιηθεί: διεθνώς/ευρέως/παγκοσμίως ~ες μέθοδοι/τεχνικές. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ χώρος δίσκου (ΑΝΤ. διαθέσιμος, ελεύθερος)., χρησιμοποιούμενος , η, ο: που χρησιμοποιείται: ~ες: γεωργικές εκτάσεις. ~α: καύσιμα/ορυκτέλαια. Η ~η ενέργεια/ποσότητα. Το ~ο λεξιλόγιο/λογισμικό. Ευρέως/σπανίως ~οι όροι. Οι λιγότερο ~ες γλώσσες. Υλικά ~α στη βιομηχανία. [< γαλλ. utiliser]

επανα-

επανα-& επανά-, επαν-, επάν-: (λόγ.) πρόθημα ρημάτων και των παραγώγων τους∙ δηλώνει επανάληψη και ειδικότ. επιστροφή σε προηγούμενη κατάσταση ύστερα από διακοπή: επανα-διαπραγματεύομαι (βλ. εκ νέου, ξανα-). Επαν-εκκίνηση/~εκτίμηση/~έλεγχος.|| Επανα-πατρισμός/~σχεδιασμός/~φέρω. Επανά-καμψη (βλ. ανα-). Επαν-εγκατάσταση. Επάν-οδος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.