Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χρηστός , ή, ό χρη-στός επίθ. (λόγ.): ηθικός, αγαθός, έντιμος: ~οί: (πολιτικοί) άνδρες/ιεράρχες/νομοθέτες. Υπόδειγμα ~ού ηγέτη. Πβ. δίκαιος, ενάρετος. Βλ. άξιος, καλός, συνετός.|| (κατ΄επέκτ.) ~ός: βίος/χαρακτήρας. ~ή: απονομή της δικαιοσύνης/διαχείριση/συμπεριφορά. Σωστή και ~ή χρήση. ΑΝΤ. φαύλος ● επίρρ.: χρηστά ● ΣΥΜΠΛ.: χρηστά ήθη βλ. ήθος, χρηστή διοίκηση βλ. διοίκηση [< αρχ. χρηστός]

άξιος

άξιος, α, ο [ἄξιος] ά-ξι-ος επίθ.: που είναι σε θέση να κάνει κάτι καλά, σωστά, λόγω ικανοτήτων ή προσόντων· ικανός, κατάλληλος: (για πρόσ.) ~ος: άνθρωπος/αντικαταστάτης (ποδοσφαιριστή)/αντίπαλος/απόγονος/διάδοχος/εκπρόσωπος/ηγέτης/πρωταθλητής/συνεχιστής (της παράδοσης). ~α: σύζυγος. ~ο: κορίτσι (= προκομμένο). ~οι: επιστήμονες/συνάδελφοι. Δεν είναι ~ (= είναι ανίκανος) να φέρει σε πέρας μια τόσο σημαντική αποστολή. Κανένας δεν βρέθηκε/κρίθηκε/στάθηκε ~ να ... Είναι ~ για/προς μίμηση (= αξιομίμητος). Είναι ~ της εμπιστοσύνης μου/επαίνου/θαυμασμού/προαγωγής/σεβασμού/συγχαρητηρίων (= του αξίζουν, αρμόζουν, ταιριάζουν)/(μεγάλης) τιμής. Έχει κοντά της καλούς και ~ους συνεργάτες. Βλ. αντ~, επ~, ισ~, παν~, υπερ~.|| Γεγονός/έργο ~ο αναφοράς/μνείας/προσοχής/σχολιασμού. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: άξια & (λόγ.) αξίως ● ΦΡ.: Άξιον Εστί: ΕΚΚΛΗΣ. θεοτοκίο που ψάλλεται κατά τη Θεία Λειτουργία· συνήθ. κατ' επέκτ. ονομασία συγκεκριμένης εικόνας της Θεοτόκου., άξιος λόγου: αξιόλογος: ~ο ~ γεγονός. Δεν θεωρώ το ζήτημα ~ο ~. ΑΝΤ. ανάξιος λόγου, άξιος! άξιος! (επιφών.): για δήλωση επιδοκιμασίας από το εκκλησίασμα, συνήθ. κατά τη χειροτονία κληρικού. ΑΝΤ. ανάξιος! ανάξιος!, είμαι άξιος της μοίρας/της τύχης μου: είμαι υπεύθυνος για ό,τι μου συμβεί, για τη δυσάρεστη συνήθ. θέση στην οποία βρίσκομαι: Αν χάσεις μια τόσο σημαντική ευκαιρία, είσαι ~α ~ σου., πάντα άξιος! (ευχετ.): σε άτομο που γίνεται νονός, κουμπάρος ή αναλαμβάνει κάποιο αξίωμα., άξιος ο μισθός (κάποιου) βλ. μισθός [< αρχ. ἄξιος]

διοίκηση

διοίκησηδι-οί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Δ): προγραμματισμός της δράσης, διεύθυνση, συντονισμός και έλεγχος ενός οργανωμένου συνόλου ανθρώπων που εργάζονται για την επίτευξη κοινού σκοπού· συνεκδ. η αντίστοιχη Αρχή, Υπηρεσία (με τα πρόσωπα που τη στελεχώνουν) και ο χώρος στέγασής της: εκκλησιαστική/κοινωνική/οικονομική/στρατιωτική ~. Η ~ του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα. Αποκεντρωμένη ~. Εποπτεία και ~. Όργανα ~ης (= διοικητικά όργανα). Μοντέλο/σύστημα ~ης (πβ. διακυβέρνηση). Ανέλαβε τη(ν) (προσωρινή) ~ της εταιρείας/του ιδρύματος/της τράπεζας (= έγινε Διοικητής). (ειδικότ., για επιχειρήσεις) Βιομηχανική/Χρηματοοικονομική ~. ~ Αθλητισμού/Ανθρώπινου Δυναμικού/Έργου/Κεφαλαίου Κίνησης/Λειτουργιών/Προσωπικού/Μονάδων Υγείας. ~ και Οικονομία. Μάρκετινγκ και ~. Πβ. διαχείριση, μάνατζμεντ. Βλ. κακο~, συν~, τηλε~.|| (κατ' επέκτ.) Γραφείο ~ης. Οι αρμοδιότητες/ο επικεφαλής/τα στελέχη της ~ης. Τον κάλεσε η/παρουσιάστηκε στη ~. (με αναφορά στον δημόσιο τομέα:) Υπάλληλοι της Κεντρικής/της Περιφερειακής ~ης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση αλλοτρίων: ΝΟΜ. διαχείριση ξένης υπόθεσης, χωρίς να έχει ληφθεί εντολή: γνήσια (επιτρεπόμενη/μη επιτρεπόμενη) ~ ~. [< γαλλ. gestion d'affaires] , χρηστή διοίκηση: ΠΟΛΙΤ. που εφαρμόζει τους νόμους του κράτους και προστατεύει το δημόσιο συμφέρον: ~ ~ και αξιοκρατία/διαφάνεια., Δημόσια Διοίκηση βλ. δημόσιος, διοίκηση ολικής ποιότητας/ολική ποιότητα βλ. ποιότητα, διοίκηση παραγωγής βλ. παραγωγή, ηλεκτρονική διακυβέρνηση βλ. διακυβέρνηση, Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων βλ. οργάνωση [< αρχ. διοίκησις ‘διακυβέρνηση’, γαλλ. administration]

ήθος

ήθος[ἦθος] ή-θος ουσ. (ουδ.) {ήθ-ους | -η, -ών} 1. χαρακτήρας, προσωπικότητα ή διαγωγή, συμπεριφορά που διέπεται από ηθικές αρχές, αρετή, καλοσύνη, τιμιότητα, σύνεση, ακεραιότητα, αξιοπρέπεια, σεμνότητα, εγκράτεια: διαμόρφωση/διάπλαση του ~ους (με την αγωγή). Μαθήματα ~ους και ανθρωπιάς. Ανθρώπινο/ανθρωπιστικό ~. Άνθρωπος με/χωρίς ~ (βλ. ηθικός, ανήθικος). Αποτελεί παράδειγμα/πρότυπο/υπόδειγμα ~ους. Επέδειξε ~ και ευαισθησία. Διακρίνεται για το ακέραιο/άμεμπτο/ανώτερο/άριστο/δημοκρατικό/εξαίρετο/λαμπρό/σπάνιο ~ του. Πβ. ηθικότητα.|| Δημόσιο/δημοσιογραφικό/εκκλησιαστικό (/ιερατικό)/επαγγελματικό/επιστημονικό/κοινωνικό/πατριωτικό/πολιτικό/χριστιανικό ~. Το ~ των πολιτών. Πβ. ποιόν. ΣΥΝ. ηθική (2) ΑΝΤ. ανηθικότητα 2. (ειδικότ.) ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα: το ~ της γλώσσας/ενός κειμένου/της μουσικής/της τέχνης. 3. ΦΙΛΟΛ. ένα από τα "κατά ποιόν" μέρη της τραγωδίας, το οποίο δηλώνει τον χαρακτήρα του τραγικού ήρωα, τον ψυχικό του κόσμο, τις σκέψεις, τα συναισθήματά του και τον τρόπο που αντιδρά σε κάθε περίπτωση: μύθος, ~, λέξη, διάνοια, όψη, μέλος.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ των ηρώων ενός διηγήματος/μυθιστορήματος. 4. ΜΟΥΣ. (στην αρχ. ελλην. κ. βυζαντινή μουσική) η συγκεκριμένη διάθεση την οποία εκφράζει το μέλος και μεταδίδει στους ακροατές: διασταλτικό/συσταλτικό ~. Βλ. ήχος, τρόπος.ήθη (τα): αρχές ή πρότυπα συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζουν ορισμένη κοινωνία: αυστηρά/βάρβαρα/μοντέρνα/χαλαρά ~. Το Τμήμα ~ών της Ασφάλειας. Προσβολή των ~ών. Τα ~ αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Πβ. ηθική, ηθικός κώδικας. ● ΣΥΜΠΛ.: βραβείο ήθους : ΑΘΛ. που απονέμεται σε ομάδα η οποία δεν απασχόλησε καθόλου την αθλητική δικαιοσύνη, σε επίπεδο παικτών ή φιλάθλων, κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου., ελευθέρων ηθών & (λόγ.) ελευθερίων ηθών & ελαφρών ηθών (επίσ.): χαλαρής ηθικής, κυρ. σε θέματα ερωτικής συμπεριφοράς: γυναίκα ~ ~ (πβ. πόρνη). [< γαλλ. de mœurs légères] , χρηστά ήθη: ΝΟΜ. σύνολο κανόνων ηθικής συμπεριφοράς, που σχετίζονται κυρ. με τη γενετήσια λειτουργία: Πράξη που αντιβαίνει στα/αντίκειται στα/είναι αντίθετη προς τα/προκαλεί τα/προσβάλλει τα/προσκρούει στα ~ ~ (και τη δημόσια τάξη). Πβ. δημόσια αιδώς, το κοινό/το δημόσιο αίσθημα. [< γαλλ. bonnes mœurs] , συναλλακτικά ήθη βλ. συναλλακτικός ● ΦΡ.: εγκλήματα κατά των ηθών (παρωχ.): ΝΟΜ. εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής (βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, κακοποίηση, διακίνηση πορνογραφικού υλικού, πορνεία, τράφικινγκ)., ήθη και έθιμα: κοινωνικές συνήθειες και παραδόσεις: ελληνικά/πασχαλινά/χριστουγεννιάτικα ~ ~. ~ ~ της Αποκριάς/ενός τόπου. Βλ. λαογραφία., έκλυση (των) ηθών βλ. έκλυση, ήθος και ύφος/ύφος και ήθος βλ. ύφος, ω καιροί! ω ήθη!/άλλοι καιροί, άλλα ήθη/νέοι καιροί, νέα ήθη βλ. καιρός [< αρχ. ἦθος, αγγλ. ethos]