Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χροιά χροι-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. απόχρωση, χρώμα: ερυθρή/κιτρινωπή/κυανή ~. Η ~ του δέρματος/της επιδερμίδας. 2. η ποιότητα ενός ήχου, η οποία συμβάλλει στη διάκρισή του από άλλον της ίδιας έντασης και οξύτητας: η βελούδινη/ήρεμη/ξεχωριστή ~ της φωνής της. Πβ. ηχόχρωμα.|| (ΜΟΥΣ.) Ηλεκτρονική/μεταλλική ~ (κιθάρας). 3. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο, που δεν είναι έντονο, αλλά μπορεί να γίνει αντιληπτό: σχόλιο με ειρωνική/κωμική ~ (βλ. ύφος). Εκδήλωση με επίσημη/κομματική/πολιτική ~ (βλ. χαρακτήρα). Λέξεις με αρνητική/ιδεολογική/συναισθηματική ~. Τα διάφορα χάπενινγκς έδωσαν στη βραδιά μια άλλη/ευχάριστη/ιδιαίτερη ~. Πβ. νότα1, πινελιά, τόνος1. [< 1: αρχ. χροιά 2,3: μτγν. ~, γαλλ. ton]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.