Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [1-5]


  • χρονιά χρο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. περίοδος ενός χρόνου: αποδοτική/δύσκολη/επιτυχημένη/καθοριστική/κακή ή μαύρη/καταστροφική/κρίσιμη/σημαντική ~ (για την οικονομία). Αγωνιστική/ποδοσφαιρική ~ (= σεζόν). Την επόμενη/την περσινή/τη φετινή ~. ~-σταθμός για ... ~ ανάπτυξης/εξελίξεων/σημαντικών αλλαγών. Κατά τη διάρκεια της ~ιάς. Έναρξη/λήξη της ακαδημαϊκής ~ιάς. Απολογισμός της ~ιάς. Καλύτερα από κάθε άλλη ~. Σε αντίθεση/σύγκριση/σχέση με άλλες ~ιές. Φέτος είναι η ~ μου (: η τυχερή μου ~). Έκθεση που πραγματοποιείται για δεύτερη συνεχή ~.|| (ειδικότ., ευχετ., τον πρώτο καιρό μετά την Πρωτοχρονιά) Καλή ~, με υγεία κι ευτυχία! Ευτυχισμένη/χαρούμενη ~! Να πάει καλά η (καινούργια/νέα) ~! 2. (ειδικότ.) σχολικό έτος: Κινδυνεύει να χάσει τη ~ του (= να μείνει στην ίδια τάξη).|| Έδωσε δύο ~ιές (= φορές) Πανελλαδικές. ● ΦΡ.: της χρονιάς (προφ.): για κάποιον ή κάτι που διακρίθηκε ή ξεχώρισε το χρόνο που πέρασε ή που διανύουμε: το βιβλίο/το γεγονός/το ζευγάρι/η παράσταση/η ταινία ~ ~. Ανακηρύχτηκε άνθρωπος/πρόσωπο ~ ~. Ψηφίστηκε ως το αυτοκίνητο ~ ~., της χρονιάς του (προφ.): για κάτι άσχημο που υφίσταται κάποιος σε μεγάλο βαθμό: Έφαγε (το ξύλο) ~ ~ (= ξυλοκοπήθηκε άγρια). Θ' ακούσεις ~ (= τα σχολιανά) σου!, κερδίζω χρονιά/τάξη βλ. κερδίζω
  • χρονιάζει χρο-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {χρόνια-σε, χρονιά-σει} (προφ.): (για άνθρωπο) γίνεται ενός έτους· (σπανιότ. για γεγονός) συμπληρώνει έναν χρόνο από τότε που εκδηλώθηκε: Το μωράκι δεν έχει ~σει ακόμα.|| ~σε το ατύχημα (: έκλεισε ένας χρόνος από τότε που συνέβη). ΣΥΝ. χρονίζει (2)
  • χρονιάρης , α, ικο χρο-νιά-ρης επίθ. (λαϊκό): χρονιάρικος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: χρονιάρες μέρες (προφ.): (συνήθ. για έκφραση δυσαρέσκειας προς κάτι αταίριαστο με την περίσταση) μέρες μεγάλης θρησκευτικής γιορτής που γιορτάζονται μία φορά τον χρόνο: Μη μιλάς έτσι, έρχονται/πλησιάζουν και ~ ~! Δεν ντρέπεστε να μαλώνετε ~α ~α (βλ. χριστουγεννιάτικα); ΣΥΝ. γιορτάρες μέρες
  • χρονιάρικος , η, ο χρο-νιά-ρι-κος επίθ. (προφ.) 1. που είναι ενός έτους: ~ο: κατσικάκι/μωρό. ~α: μοσχάρια. Πβ. μονοετής. ΣΥΝ. χρονιάρης 2. (σπάν.) που διαρκεί ένα χρόνο: ~ο: ταξίδι. Πβ. ενιαύσιος.
  • χρονιάτικος , η, ο χρο-νιά-τι-κος επίθ. (λαϊκό): ετήσιος: ~η: άδεια. Βλ. -ιάτικος, πρωτο~. ● Ουσ.: χρονιάτικο (το) (σπάν.): ετήσιο εισόδημα: Βγάζω το ~. Βλ. μεροκάματο, μηνιάτικο.

-ιάτικος

-ιάτικος, η, ο (προφ.): επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων∙ δηλώνει χρόνο ή χαρακτηριστικό που ανήκει ή ταιριάζει σε ό,τι εκφράζει η πρωτότυπη λέξη: αυγουστ~/βραδ~/πρωιν~. Πβ. -ιανός, -ινός.|| Γαμπρ~/νυφ~ (πβ. -ικός). Βλ. -άτικος.

κερδίζω

κερδίζωκερ-δί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {κέρδ-ισα, -ίσει, -ήθηκε, -ηθεί, κερδίζ-οντας, κερδ-ισμένος} 1. αναδεικνύομαι νικητής, νικώ: ~ισε την αγωγή/τον αγώνα/τη δίκη/τις εκλογές/το ματς (= πήρε)/τον πόλεμο. Τους ~ισε όλους και με διαφορά! Με ~ισε στο σκάκι. ~ισαν (με) 2-1 την αντίπαλη ομάδα. Βλ. ξανα~.|| Θέλει πάντα να ~ει. Ο τυχερός αριθμός που ~ει είναι το ... Ποιος ~ει μέχρι τώρα (: ποιος προηγείται στο σκορ); ΑΝΤ. ηττώμαι, χάνω (5) 2. αποκτώ κάτι ωφέλιμο ή επιθυμητό, λόγω τύχης ή ικανοτήτων, κατακτώ: Ο νικητής ~ει μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Οι υπερτυχεροί που κληρώθηκαν ~ουν δώρα αξίας ... ~ισε το πρώτο βραβείο/το λαχείο/το χρυσό μετάλλιο/τον τίτλο/το φλουρί της βασιλόπιτας. Ο παίκτης ~ισε πέναλτι/φάουλ. ~ισαν γνώσεις/την ελευθερία τους/εμπειρίες. Έχει ~ίσει δόξα και χρήμα/(επάξια) μια θέση στο πάνθεον των ...|| Τι θα ~ίσω, αν σου αποκαλύψω την αλήθεια (: τι όφελος θα έχω); ~ισα πολλά από το ταξίδι (: ωφελήθηκα).|| ~ την αγάπη/την εμπιστοσύνη/το ενδιαφέρον/τον θαυμασμό/την προτίμηση/τη φιλία κάποιου. Σε ~ει με την απλότητά της/με την πρώτη ματιά (= γοητεύει). Τα βιολογικά προϊόντα ~ουν την αγορά. ~ισε το κοινό με τον λόγο του. Έχει κάνει τα πάντα, για να την ~ίσει (: ερωτικά). Ο σεβασμός ~εται, δεν επιβάλλεται. 3. βγάζω χρήματα από την εργασία μου ή με άλλο τρόπο: Πόσα ~εις από αυτή τη δουλειά; ~ει πάνω από ... ευρώ το μήνα. ~ίσαμε σημαντικά ποσά. Πβ. αποκομίζω, οικονομώ, προσπορίζομαι. ● κερδίζει (μτφ.-προφ.) ΑΝΤ. χάνει 1. (+ σε) υπερέχει, υπερτερεί: Το έργο του ~ (= πλεονεκτεί) σε πρωτοτυπία και πολυμορφία. 2. βελτιώνεται, αναδεικνύεται: Ωραίο τραγούδι που ~ πολύ, όταν παίζεται ζωντανά. ● ΦΡ.: βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου & κερδίζω τη ζωή μου: εξασφαλίζω, συνήθ. μέσω εργασίας, τα απαραίτητα, για την επιβίωσή μου, χρήματα ή υλικά αγαθά: ~ ~ ως δημοσιογράφος/καθαρίστρια. ~ει ~ με κόπο και ιδρώτα., βγαίνω/είμαι (ο) κερδισμένος (μτφ.): ωφελούμαι: Βγήκε ~ από την υπόθεση. Ήταν ο μεγάλος ~ των εκλογών.|| (απειλητ.) Όποιος του πηγαίνει κόντρα, δεν θα βγει ~., κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο: προσπαθώ να αναπληρώσω τις ελλείψεις, τα κενά που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν, εντατικοποιώντας τις προσπάθειές μου., κερδίζω χρονιά/τάξη (παλαιότ.): δικαιούμαι να πάω στο σχολείο λίγο νωρίτερα από το κανονικό, λόγω της ημερομηνίας γέννησής μου., κερδίζω χρόνο (μτφ.): συντομεύω τον απαιτούμενο χρόνο για την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας ή τον παρατείνω προς όφελός μου: Πηγαίνω στη δουλειά με τη μηχανή, για να ~ίσω ~.|| Μας είπε ψέματα, προσπαθώντας να ~ίσει ~. Πβ. αγοράζω χρόνο., κέρδισε το εισιτήριο (μτφ.): κατόρθωσε να αποκτήσει πρόσβαση σε μια σημαντική δραστηριότητα: ~ ~ της συμμετοχής. ~ ~ για τον τελικό του διαγωνισμού., έκλεψε/κέρδισε τις εντυπώσεις βλ. εντύπωση, έχασε/κέρδισε το στοίχημα βλ. στοίχημα, καίω/κατακτώ/κερδίζω/κλέβω/παίρνω την καρδιά κάποιου βλ. καρδιά, κερδίζει έδαφος βλ. έδαφος, κερδίζει/παίρνει πόντους βλ. πόντος1, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα, όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη βλ. χαρτί, τον/την κέρδισε το τραγούδι βλ. τραγούδι [< μτγν. κερδίζω, πβ. αρχ. κερδαίνω]

μεροκάματο

μεροκάματομε-ρο-κά-μα-το ουσ. (ουδ.) {-ου | -α} (προφ.): εργασία μιας μέρας και κυρ. η αντίστοιχη αμοιβή: γερό/διπλό/κατώτατο/κατώτερο/μέσο/σίγουρο/σταθερό/φτηνό/χαμηλό ~. Τρέχει όλη μέρα για το ~. Δεν βγαίνει (εύκολα) το ~. Ζητούν να αυξηθεί το ~. Δουλεύει δύο ~ατα (: σε δύο δουλειές), για να τα φέρει βόλτα. Πβ. μισθός. ΣΥΝ. ημερομίσθιο, μεροδούλι ● ΦΡ.: το μεροκάματο του τρόμου: για επικίνδυνη και κακοπληρωμένη εργασία. [< γαλλ. le salaire de la peur] [< μεσν. ημεροκάματον]