Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χρονολογικός , ή, ό χρο-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη χρονολόγηση ή τη χρονολογία: ~ός: προσδιορισμός. Ευρήματα που ανήκουν στον ίδιο ~ό ορίζοντα/καλύπτουν ευρύ ~ό φάσμα.|| ~ός: κατάλογος/πίνακας ιστορικών γεγονότων/χάρτης. ~ή: αναζήτηση/αφετηρία/αφήγηση/διαφορά/ηλικία/κατάταξη. ~ό: αρχείο/βιογραφικό/έτος/ευρετήριο/όριο. Τα παλαιότερα από ~ή άποψη στοιχεία. Κατά/με ~ή σειρά. ~ό και γενεαλογικό δένδρο. ● επίρρ.: χρονολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. chronologique, αγγλ. chronological]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.