Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χρυσόλιθος χρυ-σό-λι-θος ουσ. (αρσ.) : ΟΡΥΚΤ. ορυκτό κρυσταλλικής μορφής και πράσινης απόχρωσης, πυριτικό άλας του σιδήρου και του μαγνησίου, το οποίο ανήκει στην ομάδα του ολιβίνη και αποτελεί πολύτιμο λίθο. [< μτγν. χρυσόλιθος, γαλλ. chrysolithe, αγγλ. chrysolite]