Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χρωματοφόρος , α/ος, ο χρω-μα-το-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. που φέρει χρωστικές ουσίες ή παράγει χρώμα: ~ος: στιβάδα. Πβ. χρωμο-γόνος, -φόρος. ● Ουσ.: χρωματοφόρα (τα): κύτταρα ή πλαστίδια που περιέχουν χρωστική ουσία. Βλ. σουπιά, χλωροπλάστης. [< αγγλ. chromatophorous, γαλλ. chromatophore]

σουπιά

σουπιάσου-πιά ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. κεφαλόποδο (γένος Sepia) που συγγενεύει με το καλαμάρι, έχει πεπλατυσμένο σώμα με οκτώ βραχίονες και δύο πλοκάμια και εκτοξεύει μελάνι, όταν απειλείται: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή/κοκκινιστή/κρασάτη/με σπανάκι/στα κάρβουνα/στιφάδο/ψητή. 2. (μτφ.-οικ., για πρόσ.) πονηρός, ύπουλος: Είσαι μια ~ εσύ (= αλεπού)! [1: < 17ος αι. < αρχ. σηπία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.