Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- χρώμα [χρῶμα] χρώ-μα ουσ. (ουδ.) {χρώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. οπτική εντύπωση που προκαλείται, όταν το φως ανακλάται στις επιφάνειες αντικειμένων ή απορροφάται από αυτές: βυσσινί/εκρού/κίτρινο/κρεμ/κυπαρισσί/μοβ/μπεζ/πράσινο/ροζ/τιρκουάζ ~. Ανοιχτά/γήινα/ματ/μεταλλικά/μουντά/ουδέτερα/παστέλ/σκούρα/φωσφοριζέ ~ατα. Οι αποχρώσεις/οι διαβαθμίσεις/η ένταση/ο κορεσμός/ο τόνος/η φωτεινότητα ενός ~ατος. Υφάσματα διαφορετικού ~ατος. Φορέματα σε πολλά σχέδια και ~ατα. Γκάμα/ποικιλία/συνδυασμοί ~άτων. Η θάλασσα έχει μπλε ~. Το φυσικό μου ~ (μαλλιών) είναι καστανό/ξανθό. Το ~ των ματιών της είναι γαλανό/μελί. (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Το ~ (= η χρώση) του βλεννογόνου/των ιστών. ~ατα που δεν ταιριάζουν μεταξύ τους. Πβ. χρωματισμός.|| Θεωρία/κλίμακα/φάσμα των ~άτων.|| (Για έντονα ~ατα σε αντίθεση προς το άσπρο, το μαύρο και το γκρι:) Πανδαισία ~άτων και αρωμάτων/ήχων. Τα ~ατα και το φως κυριαρχούν στον χώρο. Παίζω με τα ~ατα (: τα συνδυάζω με δημιουργικό τρόπο). 2. η αντίστοιχη ιδιότητα ως συμβολισμός ή χαρακτηριστικό γνώρισμα: τα ~ατα της ελληνικής σημαίας/μιας ομάδας. Αγωνίζεται με τα εθνικά ~ατα.|| Το ~ της υγείας (: ροδαλό). Τριαντάφυλλα στο ~ του πάθους (: κόκκινα). Φορά ανοιξιάτικα ~ατα.|| Τα ~ατα των φύλλων της τράπουλας. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία σε ρευστή μορφή και σε διάφορες αποχρώσεις, η οποία χρησιμοποιείται για τον χρωματισμό επιφανειών: υγρό ~. ~ μετάλλων. Αδιάβροχα/ακρυλικά/ανεξίτηλα/πυράντοχα/συνθετικά/φυσικά/χημικά ~ατα. Επιστρώσεις/κηλίδες ~ατος. Αντοχή του ~ατος. ~ατα διαγράμμισης/επιπλοποιίας. ~ατα οικολογικά/ήπιας χημείας. ~ σε σπρέι. Επιλέγω το ιδανικό ~ για τους τοίχους. Πβ. βερνίκι, μπογιά, χρωστική.|| Γυάλισμα/προστασία ~ατος αυτοκινήτου.|| ~ατα ζωγραφικής. Τα ~ατα της παλέτας. Βλ. κηρο-, ξυλο-μπογιά, μαρκαδόρος, τέμπερα.|| Αραιωμένα ~ατα. Ανάμειξη ~άτων.|| (για τα ρούχα:) Ευαίσθητα ~ατα (: που ξεβάφουν, ξεθωριάζουν στο πλύσιμο). Βλ. υδρόχρωμα. ΣΥΝ. βαφή (2) 4. (ειδικότ.) χροιά της επιδερμίδας: ~ (= χρωματισμός, χρώση) του δέρματος. Ισότητα ανεξαρτήτως ~ατος.|| Έχει κάνει ωραίο ~ (: έχει μαυρίσει).|| Δεν μ’ αρέσει το ~ του (: είναι ωχρός). Έφυγε το ~ απ' το πρόσωπό του (: χλόμιασε). Έχασε το ~ του από τη ζήλια/τον θυμό/το κακό του (: κιτρίνισε, πρασίνισε).|| Αλλάζει ~ατα σαν τον χαμαιλέοντα (: η γνώμη του είναι ευμετάβλητη). 5. (μτφ.) ιδιαίτερο γνώρισμα, χαρακτηριστικό στοιχείο: συγκέντρωση με πολιτικό ~. Νησί με παραδοσιακό ~ και αιγαιοπελαγίτικο στιλ. Στα ~ατα και τον ρυθμό του καρναβαλιού. Τα πυροτεχνήματα έδωσαν ένα άλλο ~ στη βραδιά (: νότα, πινελιά). Πβ. ιδιαιτερότητα, τόνος, ύφος.|| Συζήτηση χωρίς ~ (: άχρωμη· πβ. ενδιαφέρον, ζωντάνια). 6. ΠΛΗΡΟΦ. ψηφιακή αναπαράσταση, απεικόνιση της αντίστοιχης ιδιότητας: ~ γεμίσματος. Το ~ του φόντου. Απόδοση/βαθμονόμηση/επεξεργασία/επιλογή/ποιότητα/προσθήκη ~ατος. Ψηφιακό ~ υψηλής ποιότητας. Ανάλυση ~ατος ... μπιτ. Εκτύπωση ... ~άτων. Βλ. ματζέντα, φωτεινότητα.|| (σε κινητό τηλέφωνο/τηλεόραση:) Οθόνη ... ~άτων.|| (ΤΗΛΕΠ.) Αποκωδικοποιητής ~ατος. 7. (μτφ.) ηχόχρωμα: το ~ της φωνής. Πβ. χροιά, χρωματισμός. Βλ. εκφραστικότητα. 8. (στο πόκερ) χέρι που αποτελείται από πέντε μη συνεχόμενα χαρτιά του ίδιου συμβόλου: (Έκανε/έχει) ~ στον βαλέ. Βλ. κέντα. 9. ΦΥΣ. κβαντικός αριθμός των κουάρκ. ● Υποκ.: χρωματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: αφαιρετικά χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη προσθετικών χρωμάτων., βασικά/κύρια χρώματα & (σπάν.) πρωτεύοντα χρώματα: που δεν μπορούν να παραχθούν από τη σύνθεση άλλων χρωμάτων· ειδικότ. μπλε, κίτρινο, κόκκινο. [< γαλλ. couleurs primitives] , δευτερεύοντα χρώματα & παράγωγα χρώματα: που δημιουργούνται από την ανάμειξη βασικών χρωμάτων., ζεστά/θερμά χρώματα: κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί (και οι αποχρώσεις τους). , θερμοκρασία χρώματος: ΦΥΣ. ο βαθμός απόχρωσης του φωτός που εκπέμπει μια φωτεινή πηγή. [< αγγλ. colour temperature, 1916] , κορεσμένο χρώμα: που δεν έχει αναμειχθεί με το άσπρο· κατ' επέκτ. έντονο βαθύ χρώμα: εκτύπωση με άριστο ~ ~. [< αγγλ. saturated colour] , προσθετικά χρώματα: βασικά χρώματα τα οποία, όταν συνδυάζονται μεταξύ τους, σχηματίζουν όλα τα υπόλοιπα., συμπληρωματικά χρώματα (συνήθ. ένα βασικό και ένα δευτερεύον): αυτά που, όταν συνδυάζονται στις σωστές αναλογίες, δίνουν το λευκό., ψυχρά/κρύα χρώματα: μπλε, μοβ, γκρι, πράσινο (και οι αποχρώσεις τους)., βάθος χρώματος βλ. βάθος, διαχωρισμός χρωμάτων βλ. διαχωρισμός, παλέτα χρωμάτων βλ. παλέτα, πλαστικό χρώμα βλ. πλαστικός, σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα βλ. σκοτώνω, τα χρώματα της ίριδας βλ. ίριδα ● ΦΡ.: με (τα πιο) ζοφερά/μελανά χρώματα & με (τα πιο) μαύρα χρώματα (μτφ.): με τρόπο παραστατικό όσον αφορά τις δυσκολίες, τα εμπόδια ή τα αρνητικά σημεία: Περιγράφει ~ ~ την κατάσταση., παίρνω χρώμα (προφ.) 1. μαυρίζω: Έχει πάρει ~ απ' την ηλιοθεραπεία/τον ήλιο. 2. αποκτώ συγκεκριμένη απόχρωση: Το δωμάτιο θα πάρει ~ με τις καινούργιες κουρτίνες. Ο ουρανός, το δειλινό, ~ει υπέροχα ~ατα. 3. αποκτώ ενδιαφέρον: Ο αγώνας πήρε ~. 4. (για φαγητό) ροδίζω: Ψήνετε τα κουλουράκια μέχρι να ~ουν ~., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα βλ. αλλάζω [< αρχ. χρῶμα, γαλλ. couleur, αγγλ. colo(u)r, chroma]
- χρωματίδα χρω-μα-τί-δα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (σπάν.) χρωματίδη & χρωματίδιο (το): ΒΙΟΛ. καθένα από τα δύο όμοια νήματα στα οποία χωρίζεται ένα χρωμόσωμα κατά τη διάρκεια της μίτωσης: αδελφές ~ες (: που φέρουν τις ίδιες γενετικές πληροφορίες). [< αγγλ. chromatid, 1900, γαλλ. chromatide, 1951]
- χρωματίζω χρω-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {χρωμάτι-σα, χρωματί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, χρωματίζ-οντας, -όμενος, χρωματι-σμένος} 1. απλώνω χρώμα, βαφή σε μια επιφάνεια: Τα παιδιά ~ουν τα σχήματα με μαρκαδόρους/ξυλομπογιές/τέμπερες. ~σαν με κίτρινο χρώμα το περίγραμμα. Βλ. ζωγραφίζω, σχεδιάζω.|| (μτφ.) Ο ήλιος έδυε, ~οντας τον ορίζοντα με κοκκινωπές αποχρώσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ., για ψηφιακό χρώμα:) ~ γραμμές/στήλες.|| Οι τοίχοι ~στηκαν μπεζ. Πβ. μπογιατίζω. Βλ. απο~. ΣΥΝ. βάφω (1) 2. (μτφ.) προσδίδω ιδιαίτερο γνώρισμα: Τα γεγονότα ~σαν αρνητικά την καθημερινότητα.|| (ειδικότ.) Διαβάζει ~οντας τη φωνή του αναλόγως (: δίνοντας ιδιαίτερη χροιά). Βλ. διανθίζω. ● Παθ.: χρωματίζομαι: χαρακτηρίζομαι με βάση τις πολιτικές μου πεποιθήσεις: Δεν εκφέρει άποψη από φόβο μη ~στεί (κομματικά). Βλ. χρωματισμένος. [< 1: αρχ. χρωματίζω 2: αγγλ. colour]
- χρωματικός , ή, ό χρω-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα χρώματα: ~ή: αρμονία/γκάμα. ~οί: συνδυασμοί. ~ές: αποχρώσεις/διαβαθμίσεις. ~ά: εφέ.|| (ΟΠΤ.) ~ός: κορεσμός.|| ~ός: κατάλογος. ~ή: παλέτα. Βλ. χρωστικός.|| (ειδικότ., για τη χροιά του δέρματος:) ~ές: αλλοιώσεις.|| (μτφ.) ~ή αλλαγή του τόπου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: αριθμός/κώδικας. ~ή: ανάλυση/απόδοση (εκτυπωτή).|| (για την ψηφιακή επεξεργασία εικόνας:) ~ή: μορφοποίηση. ~ές: βελτιώσεις.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ά: σήματα.|| (ΜΟΥΣ.) ~ός: ήχος. ~οί: φθόγγοι. ~ές: συγχορδίες.|| ~ τόνος φωνής (= ηχόχρωμα, χρώμα).|| (ΦΥΣ.) ~ό: φορτίο. Βλ. πολυ~. ΣΥΝ. χρωμικός1 ● επίρρ.: χρωματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: χρωματική κλίμακα βλ. κλίμακα [< μτγν. χρωματικός 'διανθισμένος', γαλλ. chromatique, αγγλ. chromatic]
- χρωματικότητα χρω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) ιδιότητα χρώματος, η οποία καθορίζεται από την απόχρωση και την καθαρότητά του: (ΤΗΛΕΠ., για εικονοσήμα οθόνης:) ~ λευκού. Ρύθμιση ~ας. Βλ. αναλυτικ-, φωτειν-ότητα. ΣΥΝ. χρωμικότητα 2. ΜΟΥΣ. ύπαρξη αλλοιωμένων φθόγγων ως χαρακτηριστικό γνώρισμα μουσικής σύνθεσης. Βλ. τονικότητα. [< 1: αγγλ. chromaticity, 1922, chrominance, 1952, γαλλ. ~, 1957, 2: αγγλ. chromaticism, γαλλ. chromatism]
- χρωματίνη χρω-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. νουκλεοπρωτεΐνη από DNA, RNA και πρωτεΐνες, η οποία αποτελεί το γενετικό υλικό του πυρήνα του κυττάρου, όπως παρουσιάζεται κατά τη μεσόφαση: φυλετική ~ (: το απενεργοποιημένο χρωμόσωμα Χ). Ινίδια/περιοχές ~ης. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Chromatin, γαλλ. chromatine, αγγλ. chromatin]
- χρωμάτισμα χρω-μά-τι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χρωματίζω: ~ της επιφάνειας με έντονα χρώματα (: βαφή, βάψιμο). ~ ξύλου (βλ. βερνίκωμα). Σχέδια για ~ (βλ. ιχνογράφηση). Πβ. μπογιάτισμα.|| (μτφ.) ~ της φωνής. ΣΥΝ. χρωματισμός (1)
- χρωματισμένος , η, ο επίθ. ΑΝΤ. αχρωμάτιστος 1. που έχει καλυφθεί με χρώμα ή χρώματα: ~ο: ξύλο/πλαίσιο. ~ες: εικόνες. ~α: περιγράμματα/σχήματα. Προσόψεις ~ες με κόκκινο σπρέι. Πβ. χρωματιστός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνητά ~η φωτογραφία. Σχέδια ~α στον υπολογιστή. 2. (επιστ.) στον οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία: ~ο: διάλυμα.|| (ενδεικτικό ακαταλληλότητας:) ~ο: νερό.|| (που φέρει χρώμα διαφορετικό από το κανονικό, συνήθ. εξαιτίας κάποιας πάθησης:) ~α: ούρα. 3. (μτφ.) που έχει χαρακτηριστεί με ορισμένο τρόπο· (ειδικότ., για τη φωνή) που έχει συγκεκριμένο ηχόχρωμα: λέξεις ~ες και συναισθηματικά φορτισμένες. Αρνητικά ~α σχόλια.|| ~ος: τόνος φωνής. ~οι: ήχοι. 4. (μτφ.) πολιτικά ή γενικότ. ιδεολογικά τοποθετημένος: ~οι: φοιτητές. ~ες: εφημερίδες. Πβ. βαμμένος.
- χρωματισμός χρω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. χρωμάτισμα: ~ ασπρόμαυρων φωτογραφιών.|| ~ τοίχων. Εργασίες ~ού όψεων κτιρίων. Υλικά ~ού. Πβ. βάψιμο. Βλ. υδρο~.|| (ΒΙΟΛ.) ~ των ιστών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ κειμένου/κελιού.|| (μτφ.) ~ της φωνής (πβ. ηχόχρωμα, χροιά, χρώμα). Βλ. -ισμός. 2. χρώμα: έντονος/ομοιόμορφος/φυσικός ~. Αρμονικοί/μοντέρνοι/φωτεινοί ~οί. Εναλλασσόμενος ~ κίτρινου και μπλε. Επιλογή του κατάλληλου/σωστού ~ού. Οι ~οί του δειλινού. Πλακάκια σε πολλούς ~ούς. Πβ. απόχρωση, τόνος1.|| Αλλοίωση/αντοχή του ~ού. Πβ. βαφή. Βλ. επίχρισμα.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) (Φυσιολογικός) ~ (= χρώση) του δέρματος. [< μτγν. χρωματισμός]
- χρωματιστός , ή, ό χρω-μα-τι-στός επίθ.: που έχει χρώμα ή χρώματα, συνήθ. όχι άσπρο ή μαύρο: ~ή: κιμωλία. ~ό: βερνίκι/γυαλί/ύφασμα/χαρτί. ~οί: φακοί επαφής (: όχι διάφανοι). ~ές: κάλτσες/κορδέλες/χαρτοπετσέτες. ~ά: νύχια (= βαμμένα). Πβ. έγχρωμος, χρωματισμένος. Βλ. μονό-, δί-, πολύ-χρωμος.|| (γεμάτος χρώματα, κατ’ επέκτ. ευχάριστος:) Ένας ~ και φωτεινός κόσμος. ΑΝΤ. άβαφος & άβαφτος (1), αχρωμάτιστος (1), άχρωμος (1) ● Ουσ.: χρωματιστά (τα): ενν. ρούχα: απορρυπαντικό κατάλληλο για ευαίσθητα, μάλλινα και ~. Μην πλένετε μαζί λευκά και ~. [< γαλλ. coloré]
- χρωματο- & χρωματό- & χρωματ- πρόθημα λέξεων 1. με αναφορά στο χρώμα ή τη μπογιά: χρωματο-λογία.|| Χρωματο-πωλείο. 2. (επιστ.) που εναλλάσσεται με το χρωμο-: χρωματό-σωμα.
- χρωματογράφημα χρω-μα-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. γράφημα στο οποίο απεικονίζονται τα συστατικά που ανιχνεύθηκαν μέσω της χρωματογραφικής μεθόδου σε υπό εξέταση μείγμα: ~ δείγματος/διαλύματος (ιόντων). Βλ. -γράφημα. [< γερμ. Chrommatogramm, 1906, αγγλ. chromatogram, 1922, γαλλ. chromatogramme, 1937]
- χρωματογραφία χρω-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μέθοδος ποσοτικής και ποιοτικής ανάλυσης μείγματος: ~ αερίου/στερεού/υγρού. ~ διαχωρισμού/ιοντοεναλλαγής. Βλ. έκλουση, -γραφία. [< γερμ. Chromatographie, 1906, γαλλ. chromatographie, 1929, αγγλ. chromatography, 1936]
- χρωματογραφικός , ή, ό χρω-μα-το-γρα-φι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη χρωματογραφία: ~ός: διαχωρισμός/προσδιορισμός. ~ή: ανάλυση/μέθοδος/μελέτη/στήλη. Βλ. ηλεκτροχημ-, φασματοσκοπ-ικός. ● επίρρ.: χρωματογραφικά [< αγγλ. chromatographic, 1907, γαλλ. chromatographique, 1955]
- χρωματογράφος χρω-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. συσκευή χρωματογραφίας: αέριος/ιοντικός/υγρός/φορητός ~. Βλ. -γράφος. [< μεσν. χρωματογράφος ΄ζωγράφος΄, αγγλ. chromatograph, 1946, γαλλ. chromatographe, 1964]
- χρωματοθεραπεία χρω-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) χρωμοθεραπεία: μέθοδος εναλλακτικής θεραπευτικής, που συνίσταται στην εφαρμογή ακτίνων χρωματιστού φωτός σε σημεία του προσώπου ή του σώματος. Βλ. αγιουρβέδα, τσάκρα, -θεραπεία. [< αγγλ. colour therapy, γαλλ. chromothérapie]
- χρωματολογία χρω-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μελέτη της σύστασης, της ονοματολογίας και του αρμονικού συνδυασμού των χρωμάτων· συνεκδ. το αντίστοιχο γνωστικό πεδίο. Βλ. αισθητ-, διακοσμητ-ική. 2. (κατ΄επέκτ.) το σύνολο των χρωμάτων που χαρακτηρίζουν τα έργα ενός ζωγράφου, η χρωματική του γκάμα: διαμόρφωση της ~ας. Βλ. -λογία. [< αγγλ. chromatology, γαλλ. chromatologie]
- χρωματολογικός , ή, ό χρω-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τη χρωματολογία: ~ή: ανάλυση/δομή καλλιτεχνικών έργων/επεξεργασία (φωτογραφίας). ~ές: αποχρώσεις/διαβαθμίσεις. ● επίρρ.: χρωματολογικά
- χρωματολόγιο χρω-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): δειγματολόγιο χρωμάτων: βασικό/μοντέρνο/πλούσιο ~. ~ βαφών/βερνικιών/ξύλου/ταπετσαρίας/υφασμάτων. ~ βεντάλια. Βλ. -λόγιο.
- χρωματομετρία χρω-μα-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. εκτίμηση της χρωματικότητας με βάση τα βασικά χρώματα και με τη χρήση της οπτικής, φωτοηλεκτρικής ή φασματοφωτομετρικής τεχνικής: συσκευή ~ας. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. colorimétrie, αγγλ. colorimetry]
αγιουρβέδα
αγιουρβέδα[ἀγιουρβέδα] α-γιουρ-βέ-δα ουσ. (θηλ.) & αγιουβέρδα: παραδοσιακή ινδική ιατρική που βασίζεται στο μασάζ σε όλο το σώμα με ειδικά έλαια, στον διαλογισμό και στην υγιεινή διατροφή. [< αγγλ. ayurveda]
αλλάζω
αλλάζω[ἀλλάζω] αλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {άλλα-ζε, άλλα-ξε, αλλά-χτηκε κ. -χθηκε, -γμένος, αλλάζ-οντας} 1. καθιστώ κάτι διαφορετικό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση, μεταβάλλομαι: ~ άποψη/γνώμη/ιδέα/τους όρους της διαθήκης/το περιεχόμενο (ΣΥΝ. τροποποιώ, πβ. παρ~)/ρυθμούς/συμπεριφορά/το σύστημα/τις τιμές/τρόπο ζωής/χρώμα μαλλιών. Αυτό το κούρεμα σε ~ει (: σε κάνει άλλον άνθρωπο). Μην ~ξεις τίποτα! Η εμπειρία αυτή/ο χρόνος με ~ξε. Η μπάλα/το πλοίο ~ξε πορεία. Το αρχικό κείμενο ~χτηκε (= αλλοιώθηκε, μεταβλήθηκε).|| ~ει η διαδικασία/η διάθεση/ο κανονισμός/το κλίμα/η νοοτροπία. Ο κόσμος δεν ~ει από τη μια στιγμή στην άλλη. ~ουν τα δεδομένα/οι προτιμήσεις/τα σχέδια. ~ αισθητά/απότομα/αυτόματα/γρήγορα/δραματικά/δραστικά/ριζικά. Ο καιρός από αύριο θα ~ξει. Η διατροφή μας/η ζωή σήμερα έχει ~ξει. Δεν έχεις ~ξει καθόλου (ως φιλοφρόνηση σε γνωστά πρόσωπα που συναντά κανείς ύστερα από πολλά χρόνια)! Τι θα ~ζε αν ... Δεν έχει ~ξει τίποτα. Πολλά έχουν ~ξει από τότε. Και τι θα ~ξει; Πβ. διαφοροποιώ, μετα-μορφώνω, -σχηματίζω, -τρέπω, τροποποιώ. 2. αντικαθιστώ, αντικαθίσταμαι από κάτι άλλο: ~ αριθμό (τηλεφώνου)/αυτοκίνητο (: αγοράζω άλλο)/γραμματοσειρά/(για φίδι ή έντομο) δέρμα/διαβατήριο/διεύθυνση (= μετακομίζω)/δρομολόγιο/τους επιδέσμους (σε πληγή)/έπιπλα/θέση/κανάλι (πβ. ζάπινγκ)/λάδια (σε αυτοκίνητο)/λάμπα (: την καμένη με καινούργια)/λάστιχα/όνομα/πίστη (= θρησκεία, πβ. αλλαξοπιστώ)/σεντόνια/σταθμό (συνήθ. στο ραδιόφωνο)/σχολείο/το τραπεζομάντιλο (= βάζω καθαρό)/τρένο (= επιβιβάζομαι σε άλλο)/υπηκοότητα. ~ξε ταχύτητα. Έχει ~ξει τρία σπίτια και δύο δουλειές. Η εταιρεία ~ξε ιδιοκτήτες.|| Αν δεν σου αρέσει, μπορείς να το ~ξεις (: να επιστρέψεις το προϊόν στο κατάστημα και να πάρεις κάτι άλλο στην ίδια τουλάχιστον τιμή).|| ~ξε η ώρα/ο υπουργός/το ωράριο από θερινό σε χειμερινό/ο χρόνος. Τα σχολικά βιβλία θα ~ξουν. 3. ανταλλάσσω: Θες ν’ ~ξουμε θέσεις/τηλέφωνα;|| (προφ.) Μπορείτε να μου ~ξετε ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ (: να μου κάνετε ψιλά, να μου το χαλάσετε); Θα ~ξω χρήματα στην τράπεζα (: για συνάλλαγμα). ~ξαν πλαστά δολάρια σε/με ευρώ. 4. βάζω διαφορετικά ή καθαρά ρούχα ή βοηθώ κάποιον να το κάνει: Περίμενε ν’ ~ξω (φόρεμα) και φύγαμε!|| Ο μπαμπάς ~ει το μωρό (: τις λερωμένες πάνες). Ο ασθενής πρέπει να ~χτεί. ● ΦΡ.: αλλάζει πρόσωπο: μεταβάλλεται η δομή, η μορφή του: Η πόλη ~ ~ και εκσυγχρονίζεται. Η ιστοσελίδα ~ξε ~ μετά τον ανασχεδιασμό της., αλλάζει τα λόγια του (αρνητ. συνυποδ.): τροποποιεί, αναιρεί τα όσα είπε, λέει άλλα: Γιατί, άραγε, τώρα ~ ~; Υπόσχεται πράγματα και μετά τα αλλάζει (: δηλώνει το ακριβώς αντίθετο)., αλλάζει τους άντρες/τις γυναίκες σαν (τα) πουκάμισα: συνάπτει πολύ συχνά εφήμερες ερωτικές σχέσεις., αλλάζει χέρια: περνά σε άλλον ιδιοκτήτη, αποκτά νέο: Η εταιρεία ~ ~. [< αγγλ. change hands] , αλλάζουν οι καιροί: οι καταστάσεις μεταβάλλονται (συχνά προς το αντίθετο): Βρε πώς ~ ~! Εσύ δεν την ήθελες και τώρα τρέχεις από πίσω της;, αλλάζω δρόμο {συνήθ. στον αόρ.} 1. & αλλάζω πεζοδρόμιο: τροποποιώ την πορεία μου, για να αποφύγω κάποιον: Μόλις με είδε, ~ξε ~. 2. (μτφ.) ακολουθώ διαφορετική κατεύθυνση: Όταν είδαν τα σκούρα, ~ξαν ~., αλλάζω ζωή/πορεία/ρότα/σελίδα (μτφ.): αλλάζω τρόπο σκέψης ή συμπεριφορά, κάνω στροφή στη ζωή μου: Από τη στιγμή που έπιασα δουλειά, η ζωή μου ~ξε πορεία/ρότα. Πρέπει να ~ξεις σελίδα/ζωή και να τον ξεχάσεις., αλλάζω παραστάσεις/(τον) αέρα (μου): ξεφεύγω από τη ρουτίνα: Πρέπει να φύγω από εδώ, ν' ~ξω ~. Πήγαινε μια βόλτα να ξεσκάσεις και ν' ~ξεις ~., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά (λαϊκό): αλλάζω στάση, συμπεριφορά: Δεν ~ει τροπάρι. Για ~ξε ~, φτάνει πια αυτή η γκρίνια!, αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση: αλλάζω θέμα από αμηχανία, για να βγω από τη δύσκολη θέση: ~σε ~ έξυπνα/τεχνηέντως και δεν απάντησε σ' αυτό που τον ρώτησα., αλλάζω/γυρίζω σε κάποιον μυαλά/κεφάλι/ιδέες: μεταβάλλω τη γνώμη, τη νοοτροπία ή την ιδεολογία κάποιου, τον μεταπείθω: Πήρε την απόφασή του· ό,τι και να κάνεις, δεν του ~εις μυαλά. Αγύριστο κεφάλι, δύσκολα του ~εις ιδέες., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς (παροιμ.): για επιφανειακή και όχι ουσιαστική μεταβολή. Πβ. όχι Γιάννης, Γιαννάκης., άλλαξε χρώμα/δέκα/χίλια χρώματα (μτφ.): αισθάνθηκε έντονη αμηχανία, θυμό, ζήλια (άσπρισε, κοκκίνισε, κιτρίνισε, πρασίνισε, χλόμιασε): Μόλις του ζήτησα να βγούμε, ~ξε ~., δεν τον/την/το αλλάζω με τίποτα: για κάποιον ή κάτι αναντικατάστατο, πολύτιμο, πολύ χρήσιμο: Την αγάπη του κόσμου δεν την ~ ~., το πράγμα αλλάζει/αλλάζει το θέμα/το ζήτημα/το πράγμα: για επανατοποθέτηση σε ένα θέμα: Θέλεις κι εσύ μερίδιο; Ε, τότε ~ ~. Αν το φτιάξεις μόνος σου, ~ ~., αλλάζει/γυρίζει το γούρι βλ. γούρι, άλλαξαν/πέρασαν/φόρεσαν βέρες(/δαχτυλίδια) βλ. βέρα, δεν αλλάζω ούτε (κατά) ένα γιώτα/ένα κόμμα/μια οξεία βλ. γιώτα, μου άλλαξε τα φώτα βλ. φως, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε (/άλλαξε) το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του βλ. λύκος, ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει βλ. ομάδα [< μεσν. αλλάζω, αγγλ. change, γαλλ. changer, γερμ. ändern]
βάθος
βάθοςβά-θος ουσ. (ουδ.) {βάθ-ους | -η, -ών} 1. η απόσταση ανάμεσα σε ένα ανώτερο και ένα κατώτερο επίπεδο: το ~ του γκρεμού/λάκκου/πηγαδιού. ~ γεώτρησης/εκσκαφής ... μέτρα. Σεισμός μικρού ~ους (= επιφανειακός). Έσκαψαν/καταδύθηκαν/κατέβηκαν σε μεγάλο ~. 2. η απόσταση ανάμεσα σε ένα πρόσθιο και ένα οπίσθιο επίπεδο: το ~ της σπηλιάς/στοάς (πβ. εσωτερικό). (στη ζωγραφική) Η αίσθηση/εντύπωση του ~ους (= του χώρου· βλ. προοπτική). Στο ~ (= φόντο) του πίνακα διακρίνονται δύο φιγούρες. 3. (μτφ.) έκταση, εύρος, μέγεθος: το ~ της γνώσης/σκέψης/σοφίας του. Το ~ ενός προβλήματος.|| Το απύθμενο ~ της ψευτιάς. ΣΥΝ. πλάτος (2) 4. (μτφ.) ουσία, περιεχόμενο: το ~ (= βαθύτερο νόημα) των λέξεων. Πολιτική με ~. Άνθρωπος χωρίς ~ (= κενός). 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) το σύνολο των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων μιας έννοιας, με τα οποία διαφοροποιείται από κάθε άλλη. Βλ. γένος, πλάτος. ● ΣΥΜΠΛ.: βάθος πεδίου: ΦΩΤΟΓΡ. η απόσταση ανάμεσα στο πιο κοντινό στον φακό αντικείμενο και στο πιο απομακρυσμένο από αυτόν, όταν αυτά απεικονίζονται με ευκρίνεια στη φωτογραφία: Αλλάζω/βελτιώνω/ελαχιστοποιώ/μεγιστοποιώ το ~ ~. [< γαλλ. p rofondeur du champ ] , βάθος χρώματος: ΠΛΗΡΟΦ. ο αριθµός των δυαδικών στοιχείων που διατίθενται για την αποθήκευση της πληροφορίας του χρωµατισµού κάθε εικονοστοιχείου: Το ~ ~ ανέρχεται σε/φτάνει τα ... μπιτ. [< αγγλ. color depth] , θόρυβος βάθους: ΤΗΛΕΠ. που προέρχεται από πηγή (ήχου) διαφορετική από αυτή που ηχογραφείται. [< αγγλ. background noise] , βαθιά οικολογία/οικολογία του βάθους βλ. οικολογία, εστιακό βάθος βλ. εστιακός, ψυχολογία του βάθους βλ. ψυχολογία ● ΦΡ.: από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) & (λόγ.) εκ βάθους/από μέσης καρδίας: για έκφραση γνήσιων και έντονων συναισθημάτων: Σας ευχαριστώ/συγχαίρω ~ ~ (= ειλικρινά)! Εύχομαι ~ ~ υγεία και μακροημέρευση! ΣΥΝ. από καρδιάς, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά [< γαλλ. du fond de mon coeur] , εν τω βάθει (επιστ.): στο βάθος: (ΙΑΤΡ.) ~ ~ λοίμωξη/φλεβική θρόμβωση. ~ ~ καμπτήρας (δακτύλων). ΑΝΤ. επιπολής, κατά (/στο) βάθος: στην πραγματικότητα: ~ ~, είναι καλός άνθρωπος.|| Ξέρω, ~ ~ (: βαθιά μέσα μου), ότι λέει ψέματα. [< γαλλ. au/dans le fond] , με βάθος χρόνου 1. με προοπτική: επένδυση/συνεργασία ~ ~. 2. (για στόχο) με προβλεπόμενο χρονικό όριο για την επίτευξή του: έργα ~ ~ τα πέντε έτη/το 2020 (= με χρονικό ορίζοντα)., σε βάθος & (λόγ.) εις βάθος: που φτάνει στην ουσία των πραγμάτων: ανάλυση/έρευνα ~ ~ (= λεπτομερής, σχολαστική). Γνωρίζω ~ ~ το θέμα. Εξέτασε ~ ~ την υπόθεση (= διεξοδικά).|| Καθαριότητα ~ ~. Βλ. επιφανειακός. [< αγγλ. in depth, γαλλ. au fond de, à fond] , σε βάθος και (σε) πλάτος/σε πλάτος και (σε) βάθος 1. λεπτομερώς, από όλες τις πλευρές: έλεγχος ~ ~. Τα δεδομένα μελετήθηκαν ~ ~. ΣΥΝ. ενδελεχώς. 2. σε όλα τα επίπεδα: διεύρυνση/μεταρρύθμιση ~ ~., σε βάθος χρόνου 1. μακροπρόθεσμα, μελλοντικά: εφαρμογή του μέτρου σε (ικανό) ~ ~, όχι αμέσως. Αλλαγές που πραγματοποιούνται σταδιακά και ~ ~. 2. (προκειμένου για συγκεκριμένη χρονική προθεσμία) σε διάστημα: υλοποίηση του προγράμματος ~ ~ οκτώ μηνών. [< αγγλ. in time depth] , τα βάθη του χρόνου/των αιώνων: το πολύ μακρινό παρελθόν: Ιστορία/πολιτισμός που ξεκινά από τα/που χάνεται στα ~ ~., το βάθος/τα βάθη (συνήθ. προηγείται η πρόθ. σε ή από) 1. το εσώτερο σημείο, το πίσω μέρος: Στο ~ διακρίνεται το χωριό. Στο ~ του ορίζοντα. Τον είδε στο ~ της αίθουσας/του διαδρόμου.|| (μτφ.) Εικόνες από ~ της μνήμης/του μυαλού (πβ. μύχια). 2. το πιο απομακρυσμένο ή πάρα πολύ μακρινό σημείο: ταξίδι στα ~ της ερήμου (πβ. πέρατα). 3. {συνήθ. στον πληθ.} πολύ χαμηλό ή το χαμηλότερο σημείο: από τα/στα ~ της Γης (πβ. έγκατα)/της θάλασσας (πβ. πυθμένας). Αποστολές στα (άγνωστα) ~ των ωκεανών (πβ. άβυσσος). Στο ~ (= στον πάτο) της λίμνης., χαίρε βάθος αμέτρητον (από τον Ακάθιστο Ύμνο) (λόγ.-ειρων.): για δήλωση χαοτικής, άναρχης κατάστασης ή για κάτι εντελώς ασαφές και απροσδιόριστο., ή του ύψους ή του βάθους βλ. ύψος, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. βάθος, γαλλ. fond, αγγλ. depth, γερμ. Tiefe]
-γράφημα
-γράφημαβ' συνθετικό ουδέτερων ουσιαστικών που δηλώνει 1. κείμενο συγκεκριμένου είδους ή ύφους: ευθυμο~/ηθο~/πεζο~/χρονο~.|| Λιβελο~/πλαστο~/ρυπαρο~. 2. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~/καρδιο~/σπινθηρο~. Βλ. -γράφηση. 3. εικόνα, σχέδιο ορισμένης τεχνικής: σκια~/υδατο~. Βλ. -γραφία. 4. γραφική παράσταση, διάγραμμα: σεισμο~.
-γραφος
-γραφος, η, ο: λεξικό επίθημα με αναφορά σε ορισμένο τρόπο γραφής: ιδιό~/ολό~.|| (ουσιαστικοπ.) Χειρό-γραφο.
διανθίζω
διανθίζωδι-αν-θί-ζω ρ. (μτβ.) {διάνθι-σε, διανθί-σει, -στηκε, -σμένος, διανθίζ-οντας} (λόγ.): προσθέτω κυρ. στον λόγο μου στοιχεία που τον καθιστούν πιο ευχάριστο, πλούσιο ή εκφραστικό, στολίζω: ~ει το κείμενό του με αρχαία ρητά/μεταφορές και παροιμίες/παραδείγματα. Ιστορία ~σμένη με ανέκδοτα. Πβ. κοσμώ, ποικίλλω. Βλ. γαρνίρω.|| (ειρων.) ~σε την ομιλία του με έντονη κριτική κατά ... [< μτγν. διανθίζω ‘διακοσμώ’]
διαχωρισμός
διαχωρισμόςδι-α-χω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & διαχώριση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαχωρίζω: ~ απορριμμάτων/δικτύων (παραγωγής ενέργειας)/μετάλλων/των συστατικών του αίματος. Οπτικός/(ΦΥΣ. ΠΥΡ.) ισοτοπικός/(ΧΗΜ.) χημικός (: διεργασία απομόνωσης ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων από χημική ένωση, μείγμα ή διάλυμα) ~. (ΙΑΤΡ.) Χειρουργικός ~ (: σιαμαίων).|| (κυρ. μτφ.) Κοινωνικός/πολιτικός/ταξικός/φυλετικός (πβ. απαρτχάιντ, ρατσισμός) ~. ~ αρμοδιοτήτων/υπηρεσιών. ~ της Εκκλησίας από το κράτος. Σαφής ~ ανάμεσα/μεταξύ ... Να καταργηθούν οι ~οί (πβ. διακρίσεις). Πβ. αντιδιαστολή, διαφοροποίηση.|| (ΟΙΚΟΝ.-ΝΟΜ.) Δομικός/λειτουργικός/λογιστικός ~ (: για τη διασφάλιση δίκαιου ανταγωνισμού σε μια αγορά). ● ΣΥΜΠΛ.: διαχωρισμός χρωμάτων: ΤΥΠΟΓΡ. ανάλυση στα βασικά χρώματα πριν από την εκτύπωση. [< μτγν. διαχωρισμός, γαλλ. dissociation, séparation]
έκλουση
έκλουση[ἔκλουση] έ-κλου-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. απομάκρυνη, αφαίρεση απορροφημένης ουσίας με τη βοήθεια διαλύτη: βαθμιδωτή ~. [< γαλλ. élution]
εκφραστικότητα
εκφραστικότητα[ἐκφραστικότητα] εκ-φρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ικανότητα κάποιου να εκφράζει με τρόπο κατανοητό και έντονο συναισθήματα, σκέψεις, ιδέες: η ~ του προσώπου/σώματος. Ερμηνεύει με ~ τον ρόλο της (βλ. παραστατικότητα). Απεικονίζει το θέμα του με ζωντάνια και ~. Ανάπτυξη της ~ας και δημιουργικότητας των μαθητών. Βλ. -ότητα. [πβ. γαλλ. expressivité, 1910]
επίχρισμα
επίχρισμα[ἐπίχρισμα] ε-πί-χρι-σμα ουσ. (ουδ.) {επιχρίσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΟΙΚΟΔ. μείγμα υλικού για επάλειψη ή επικάλυψη επιφάνειας: ακρυλικό/ανάγλυφο/διακοσμητικό/θερμομονωτικό/ισοθερμικό/πλαστικό/στεγανωτικό/υδατοστεγές ~. Εξωτερικά/εσωτερικά ~ατα. ~ για στέγες/στηθαία/ταράτσες/υδρορροές/φωταγωγούς. ~ για προστασία των κουφωμάτων από τα νερά της βροχής. Το ~ των τοίχων και της οροφής. ~ τσιμεντοκονιάματος. Αγγεία με ερυθρό/καστανό ~. Χάντρες με μπρούντζινο ~. ~ βερνικιού/γύψου/μολύβδου. ~ από πηλό. Γαλβανισμένοι χάλυβες με ~ ψευδαργύρου. Δεξαμενή με τσιμεντένιο ~. Ρωγμές σε ~ατα κτιρίου. Αποκατάσταση/αφαίρεση/καταρρεύσεις/συντήρηση ~άτων. Τεχνίτες ~άτων. Πβ. ασβεστοκονίαμα, σοβάς. 2. ΙΑΤΡ. δείγμα που λαμβάνεται από τον οργανισμό για μικροσκοπική εξέταση· κρούστα από ποικίλες ουσίες που σχηματίζεται σε ορισμένα σημεία: κολπικό/κυτταρολογικό/ρινοφαρυγγικό/τραχηλικό ~. ~ατα μυελού.|| Λευκωπό ~ γλώσσας και χειλέων. Πληγές με πυώδες ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε επιφανειακό ή επουσιώδες, που χρησιμοποιείται κατ' επίφαση: ιδεολογικό/νομικό ~. ~ αντικειμενικότητας/δημοκρατίας/εγκυρότητας/μοντερνισμού/νομιμότητας. Πβ. επιφάνεια, λούστρο. [< πβ. μτγν. ἐπίχρισμα ‘αλοιφή’]
ζωγραφίζω
ζωγραφίζωζω-γρα-φί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζωγράφι-σα, ζωγραφί-σει, -στηκε, -στεί, ζωγραφίζ-οντας, ζωγραφι-σμένος} 1. απεικονίζω, αναπαριστώ ένα θέμα πάνω σε επιφάνεια, συνήθ. με χρώματα: Ο καλλιτέχνης ~ει κυρίως θαλασσινά τοπία/πορτρέτα/νεκρή φύση. Σταμάτα να ~εις στους τοίχους. Πβ. σχεδιάζω. Βλ. ιχνογραφώ. 2. ασχολούμαι επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική: Στον ελεύθερό του χρόνο ~ει. 3. (μτφ.-προφ.) κάνω κάτι με τρόπο που προκαλεί τον θαυμασμό, τον εντυπωσιασμό των άλλων: Τι φοβερό ήταν αυτό που είπες; ~σες πάλι!|| Η ομάδα ~ει στο γήπεδο. Πβ. κάνει παπάδες. 4. (μτφ.) παρουσιάζω, προβάλλω κάτι με ακρίβεια και σαφήνεια: ~σε με τα μελανότερα χρώματα τα τραγικά γεγονότα. Η λύπη ήταν ~σμένη στα πρόσωπά τους. ● ΦΡ.: ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους βλ. άγγελος [< 1, 2: μεσν. ζωγραφίζω]
-ίνη
-ίνη: επίθημα δάνειων όρων για τη δήλωση χημικής, φαρμακευτικής ουσίας: βαζελ~/βαλ~/βιταμ~/γλουτολ~/θρεον~/ισολευκ~/ιστιδ~/λευκ~/λυσ~/μεθειον~/ναφθαλ~/νικοτ~/πενικιλ~/φαινυλαλαν~/χυμοθρυψ~. Πρωτε-ΐνη. Πβ. -ίνα2.
ίριδα
ίριδα[ἴριδα] ί-ρι-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) ίρις 1. ΙΑΤΡ. χρωματιστή κυκλική μεμβράνη μεταξύ του σκληρού χιτώνα και του κρυσταλλοειδούς φακού, η οποία ρυθμίζει την ποσότητα φωτός που φτάνει στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού με τη συστολή και διαστολή της οπής που βρίσκεται στο κέντρο της κόρης: ανάλυση/φλεγμονή της ~ας. Σάρωση της ~ας σε βιομετρικά συστήματα. 2. ΦΩΤΟΓΡ. διάφραγμα από λεπτές επικαλυπτόμενες πλάκες που ρυθμίζουν τη διάμετρο του φωτογραφικού φακού: αυτόματη/σταθερή ~. Άνοιγμα/κλείσιμο της ~ας. Σύστηµα διπλής ~ας. 3. ΒΟΤ. γένος αρωματικών, φαρμακευτικών και καλλωπιστικών φυτών (επιστ. ονομασ. Iris) με μακρόστενα φύλλα σε σχήμα σπαθιού και άνθη σε ποικίλα χρώματα. Βλ. ιριδίδες. 4. ΜΕΤΕΩΡ. ουράνιο τόξο. ● ΣΥΜΠΛ.: τα χρώματα της ίριδας: τα επτά βασικά χρώματα (κίτρινο, βαθύ μπλε, ερυθρό, ιώδες, κυανό, πράσινο και πορτοκαλί) που εμφανίζονται λόγω της αντανάκλασης ή ανάλυσης του φωτός του ήλιου μέσα από πρίσμα ή υδροσταγονίδια. [< 1,3,4: αρχ. ἶρις, γαλλ.-αγγλ. iris]
-ισμός
-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.
κέντα
κέντακέ-ντα ουσ. (θηλ.) : (στο πόκερ και στην πόκα) συνδυασμός από πέντε φύλλα οποιουδήποτε συμβόλου σε αριθμητική σειρά: ~ φλος ή ~ χρώμα (: όταν τα φύλλα έχουν και το ίδιο σύμβολο). Έκανε ~. Βλ. φουλ.
κηρο- & κηρ-
κηρο- & κηρ-(λόγ.) : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στο κερί: κηρο-πήγιο. Κηρο-μπογιά. Κηρ-αλοιφή.
κλίμακα
κλίμακακλί-μα-κα ουσ. (θηλ.) {κλιμάκ-ων} 1. (επιστ.) αξιολογική ή άλλου είδους ακολουθία, κατάταξη συνήθ. αριθμών, βαθμών, εννοιών, ποσών, πραγμάτων ή προσώπων: αριθμητική/βαθμολογική/διαγνωστική/ηλικιακή/ιεραρχική/λογαριθμική/μισθολογική/πεντάβαθμη/χρονολογική ~. ~ αναγκών/αξιολόγησης (υποψηφίων)/αξιών/μέτρησης/νοημοσύνης (βλ. τεστ)/τιμών. Φορολογική ~ μισθωτών και συνταξιούχων. Αναθεώρηση της ~ας αμοιβών. Σε όλη την ~ της εκπαίδευσης. Η βαθμολόγηση των γραπτών γίνεται στην ~ 0-10/0-20. Ανέβηκε στην κοινωνική ~. Πβ. ιεραρχία.|| (σειρά υποδιαιρέσεων σε διάφορα όργανα ή συστήματα μέτρησης:) Βαθμονομημένη/θερμοκρασιακή/θερμομετρική ~. Η ~ του νανομέτρου (= νανο~). Αμπερόμετρα-βολτόμετρα πολλαπλών ~ων. 2. (μτφ.) ποικιλία· επίπεδο, έκταση, εύρος: η ~ των συναισθημάτων/χρωμάτων. Πλήρης ~ υπηρεσιών. Πβ. γκάμα.|| Αστικό περιβάλλον κοντά στην ανθρώπινη ~ (: δεδομένα, μέτρα). Χρονική και γεωγραφική/χωρική ~. Επιχείρηση ευρωπαϊκής/μικρής ~ας (πβ. μέγεθος). Σε διεθνή/εθνική/πανελλαδική/πανευρωπαϊκή/τοπική ~. Ανάπτυξη και εφαρμογή μεθόδων σε βιομηχανική/εργαστηριακή/πιλοτική ~. Βλ. μικρο~. 3. ΧΑΡΤΟΓΡ. (για σχεδιάγραμμα, χάρτη, μοντέλο) αριθμητικό κλάσμα ή σπανιότ. γραφική παράσταση που εκφράζει τη σταθερή αναλογία ανάμεσα στις διαστάσεις που απεικονίζονται και τις πραγματικές: συντελεστής ~ας. Χάρτης μεγάλης/μικρής ~ας. Τοπογραφικό διάγραμμα γηπέδου ~ας 1:1.000 (1 προς 1.000). Χαρτογράφηση σε ~ 1:20.000. Σχεδίαση υπό ~. Μοντέλα αυτοκινήτων υπό ~ (βλ. μοντελισμός). Αεροφωτογραφίες διαφόρων ~ων. 4. {συχνότ. στον πληθ.} (επίσ.) σκάλα: μεταλλικές/ξύλινες/φορητές ~ες. Περιστρεφόμενη/πυροσβεστική ~ (βλ. κλιμακοφόρος). ~ διαφυγής (από χώρο σε περίπτωση κινδύνου). (στο αρχαίο θέατρο:) Τις σειρές των εδωλίων διέκοπταν ~ες. 5. ΜΟΥΣ. ανιούσα ή κατιούσα διαδοχή φθόγγων με τόνους ή/και ημιτόνια: (αρμονική/μελωδική/φυσική) ελάσσων/μείζων/συγκερασμένη ~. Παίζει ~ες.|| (στη βυζαντινή μουσική) ~ πα. Πβ. τρόπος. ΣΥΝ. σκάλα (5) ● ΣΥΜΠΛ.: κλίμακα Κελσίου: ΦΥΣ. (για τη μέτρηση της θερμοκρασίας) στην οποία οι βαθμοί μηδέν και εκατό αντιστοιχούν στο σημείο πήξης και βρασμού του νερού. [< αγγλ. Celsius scale] , οικονομίες κλίμακας & οικονομία κλίμακος: ΟΙΚΟΝ. όρος που αναφέρεται στη μείωση του μέσου κόστους μέσω αύξησης της παραγωγής: αρνητικές/εξωτερικές/εσωτερικές/θετικές ~ ~. [< αγγλ. economy of scale, 1944, γαλλ. économies d'échelle] , χρωματική κλίμακα & (προφ.) χρωματική: ΜΟΥΣ. που αποτελείται από δώδεκα φθόγγους σε απόσταση ημιτονίου., διατονική κλίμακα βλ. διατονικός, κλίμακα Μερκάλι βλ. Μερκάλι, κλίμακα Ρίχτερ βλ. ρίχτερ, κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες βλ. κυλιόμενος, πεντατονική κλίμακα βλ. πεντατονικός ● ΦΡ.: μεγάλης/ευρείας κλίμακας & σε μεγάλη/ευρεία κλίμακα (μτφ.): μεγάλης έκτασης ή μεγέθους: δίκτυο/διοργάνωση/επίθεση/έρευνα/εφαρμογές/πείραμα ~ ~. ~ ~ επιχείρηση της Αστυνομίας. Συνεργασία σε ευρύτερη ~. Τα κινητά χρησιμοποιούνται σε ~ ~ (= ευρέως). [< γαλλ. à grande/vaste échelle] , σε παγκόσμιο επίπεδο/σε παγκόσμια κλίμακα βλ. παγκόσμιος [< 4: αρχ. κλῖμαξ, γαλλ. échelle, gamme, αγγλ. scale 5: ιταλ. scala]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
-λόγιο
-λόγιο{-λογίου (σπανιότ.) -λόγιου | -λογίων} (περιληπτ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών με αναφορά σε σύνολο στοιχείων ή συστηματική καταγραφή, κατάλογο: λεξι~/υβρεο~.|| Ανεμο~/απουσιο~/βαθμο~/δειγματο~/εορτο~/ερωτηματο~/ημερο~/κτηματο~/μαθητο~/μισθο~/πελατο~/τιμο~/φοιτητο~.
ματζέντα
ματζένταμα-τζέ-ντα ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. ιώδες κόκκινο χρώμα που απορροφά το πράσινο και αντανακλά το κόκκινο και το μπλε. Βλ. φούξια. [< αγγλ.-γαλλ. magenta]
-μετρία
-μετρίαεπίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. επιστήμη ή τεχνική μέτρησης: ανθρωπο~/αξονο~/γεω~/εργο~/θερμιδο~/ογκο-μετρία (πβ. -μέτρηση)/σπιρο~ (βλ. σπιρό-μετρο)/στερεο~/τριγωνο~. 2. σχέση μεγεθών: (αν)ισο~/(α)συμ~.
μονο- & μονό- & μον-
μονο- & μονό- & μον-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-.
παλέτα
παλέταπα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. επίπεδη, λεπτή και λεία επιφάνεια, συνήθ. με τρύπα για τον αντίχειρα ή/και θήκες, πάνω στην οποία ο ζωγράφος αναμειγνύει τα χρώματα: ξύλινη/πλαστική ~. 2. (συνεκδ.) χρωματική ποικιλία που χρησιμοποιείται από ζωγράφο ή σχολή ή που χαρακτηρίζει ένα έργο. 3. (κατ' επέκτ.) ειδική συσκευασία που περιλαμβάνει χρώματα και άλλα καλλυντικά προϊόντα για μακιγιάζ: Σκιές ματιών σε ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή πλατφόρμα, συνήθ. από σανίδες, για φόρτωση, μεταφορά και στοίβαγμα βαριών φορτίων, η οποία ανυψώνεται και μετακινείται με τη βοήθεια περονοφόρου. Βλ. παλετοφόρο, -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλέτα εργαλείων: ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των διαθέσιμων εργαλείων γραφικού προγράμματος., παλέτα χρωμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας αντιστοίχισης των αριθμών, που είναι αποθηκευμένοι για κάθε εικονοστοιχείο, και των αποχρώσεων που καθορίζουν το χρώμα του καθενός από αυτά. [< αγγλ. colour palette] [< γαλλ. palette]
πλαστικός
πλαστικός, ή, ό πλα-στι-κός επίθ. 1. κατασκευασμένος από πλαστικό: ~ός: δίσκος/κάδος/σωλήνας/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. φυσικός). ~ή: θήκη/καρέκλα/κάρτα (= πιστωτική)/μεμβράνη/συσκευασία. ~ό: δοχείο (βλ. τάπερ)/κάλυμμα/μπουκάλι/υλικό/φιλμ. ~ές: σακούλες (ΑΝΤ. οικολογικές)/σφαίρες/τσάντες. ~ά: γάντια/είδη/πέλματα/πόδια επίπλων/προϊόντα/σκεύη/φυτά. Βλ. συνθετικός. 2. που σχετίζεται με τη δημιουργία αισθητικών μορφών από μαλακό ή σκληρό υλικό: ~ός: διάκοσμος. ~ή: αναπαράσταση/απόδοση. ~ές: φόρμες. ~ά: έργα. Πβ. γλυπτός, εικαστικός. 3. που αναφέρεται στην πλαστική χειρουργική: ~ή: ομορφιά. ~ό: στήθος. 4. εύπλαστος, μαλακός: οι ~ές ιδιότητες του ζυμαριού/κεριού.|| ~ή: άργιλος (: που χρησιμοποιείται στην κεραμική).|| (ΜΗΧΑΝ.) ~ή: άρθρωση/κάμψη/ροπή. 5. αρμονικός, καλλίγραμμος: ~ές: κινήσεις. Πβ. συμμετρικός. 6. (μτφ.) επίπλαστος: ~ός: κόσμος. ~ή: ευγένεια/ζωή. ~ές: ιδέες. ~ά: χαμόγελα. Πβ. πλαστός. ΣΥΝ. νάιλον (2) ● Ουσ.: πλαστική (η): γλυπτική. ● ΣΥΜΠΛ.: πλαστικές εκρηκτικές ύλες/πλαστικά εκρηκτικά: εκρηκτικά σε εύκαμπτη ή ελαστική μορφή, για να πλάθονται εύκολα γύρω από το αντικείμενο στο οποίο τοποθετούνται. [< αγγλ. plastic explosive, 1906] , πλαστικές τέχνες: εικαστικές τέχνες. [< γαλλ. arts plastiques, αγγλ. plastic arts] , πλαστικές ύλες: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καθένα από τα σύνθετα πολυμερή με μεγάλο μοριακό βάρος που μορφοποιούνται με ειδική επεξεργασία σε διάφορα σχήματα. Βλ. ακρυλικό, βακελίτης, νάιλον, πλεξιγκλάς, πολυεστέρες, πολυουρεθάνη, PVC, ρητίνη, σιλικόνη, τεφλόν. [< γαλλ. matières plastiques, 1913] , πλαστική εγχείρηση/επέμβαση & (προφ.) πλαστική: ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την επανορθωτική ή την αισθητική ανάπλαση, αποκατάσταση ιστών: ~ ~ αυτιών (= ωτοπλαστική)/βλεφάρων (= βλεφαροπλαστική)/βραχιόνων/κοιλίας (= κοιλιοπλαστική)/στήθους/μύτης (= ρινοπλαστική)/προσώπου/σώματος/χειλέων., πλαστική χειρουργική: ΙΑΤΡ. κλάδος της χειρουργικής που έχει ως αντικείμενο τις πλαστικές επεμβάσεις: αισθητική/επανορθωτική ~ ~. Εξειδίκευση στην ~ ~ μαστού (= μαστοπηξία)/περιοδοντίου/προσώπου. [< αγγλ. plastic surgery] , πλαστικό φαγητό (προφ.): τυποποιημένο φαγητό, συνήθ. των φαστ φουντ. Πβ. τζανκ φουντ., πλαστικό χρήμα: πιστωτικές ή χρεωστικές κάρτες. [< αγγλ. plastic money, 1969] , πλαστικό χρώμα & (προφ.) πλαστικό: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα εσωτερικής και εξωτερικής χρήσης που χαρακτηρίζεται από μεγάλη καλυπτικότητα, φωτεινότητα, αντοχή, ευκολία εφαρμογής, ισχυρή πρόσφυση και γρήγορο στέγνωμα. Βλ. λάτεξ. [< αγγλ. plastic paint, 1925] , πλαστικός - επανορθωτικός χειρουργός & (προφ.) πλαστικός: γιατρός ειδικευμένος στην πλαστική και επανορθωτική χειρουργική. [< αγγλ. plastic surgeon] , πλαστική παραμόρφωση βλ. παραμόρφωση [< 1,3,6: αγγλ. plastic 2,4: αρχ. πλαστικός 5: γαλλ. plastique]
σκοτώνω
σκοτώνωσκο-τώ-νω ρ. (μτβ.) {σκότω-σα, σκοτώ-σει, -θηκε, -μένος, σκοτών-οντας} 1. αφαιρώ τη ζωή ανθρώπου ή ζώου: Ο δράστης πυροβόλησε και ~σε εν ψυχρώ το θύμα. Οδηγός παρέσυρε και ~σε πεζό (: από αμέλεια). Τους περικύκλωσαν και τους ~σαν. (ως απειλή) Mην κουνηθείς, θα σε ~σω.|| ~ονται άμαχοι. ~θηκε σε δυστύχημα/έκρηξη/ενέδρα/επιδρομή/επίθεση/καβγά/καταδίωξη/ληστεία/μάχη/συμπλοκή/τροχαίο. ~θηκε με το αυτοκίνητο/τη μοτοσικλέτα του. ~θηκε από βόμβα/ηλεκτροπληξία/νάρκη/πυρά/σφαίρες. ~θηκε πέφτοντας στο κενό (= αυτοκτόνησε). Φάλαινες ~μένες από λαθροθήρες. Πβ. δολοφονώ, θανατώνω, φονεύω. 2. (μτφ.-προφ.-εμφατ.) πληγώνω σωματικά ή ψυχικά κάποιον, εξαντλώ: Πρόσεξε, θα με ~σεις (= χτυπήσεις)! Έπεσε και ~θηκε (= τσακίστηκε).|| Αυτή η δουλειά με ~ει (= εξουθενώνει). Η αναμονή με ~ει. Η φυγή του με ~σε (: με έκανε κομμάτια). Βλ. απογοητεύω, πικραίνω, στενοχωρώ.|| (κατ' επέκτ. στην αθλητική αργκό, εξουδετερώνω αντίπαλο:) Μας ~σαν τα τρίποντα. 3. (μτφ.-προφ.) καταστρέφω· ξεπουλώ: Το ντόπινγκ ~ει τον αθλητισμό.|| (χιουμορ., κυρ. για μουσικό, τραγουδιστή, αναγνώστη) Το ~σε το κομμάτι/το ποίημα. Πβ. εκτελώ, κατακρεουργώ, κατα~.|| Το ~σαν το οικόπεδο (: το πούλησαν κοψοχρονιά). Οι έμποροι ~ουν τις τιμές (: τις μειώνουν πολύ). ● σκοτώνει: γίνεται αιτία για την απώλεια της ζωής ανθρώπου ή άλλου ζωντανού οργανισμού: Η πείνα ~ εκατομμύρια παιδιά. Το νέφος/η ρύπανση ~ χιλιάδες πολίτες κάθε χρόνο. Τον ~σε το κρύο/ρεύμα. (ελλειπτ.) Τα εγκεφαλικά/εμφράγματα ~ουν. Πβ. ξεκάνω, ξεπαστρεύω. ● Παθ.: σκοτώνομαι (μτφ.-προφ.-εμφατ.) 1. δείχνω υπερβάλλοντα ζήλο ή μεγάλη προθυμία για κάτι, ασχολούμαι εντατικά με αυτό: ~ στη δουλειά μέχρι το βράδυ. Βγαίνει συχνά, δεν ~εται και στο διάβασμα. ~ονται ποιος θα φτάσει πρώτος (πβ. σπρώχν-, συναγωνίζ-ομαι). ~θηκε να μας περιποιηθεί/να προλάβει (πβ. σπεύδω, τσακίζομαι). Γύρισε ~μένος από την/στην κούραση (= πεθαμένος, ψόφιος). (ειρων.) Καλά, μη ~θείς κιόλας· δεν χρειάζεται να βιάζεσαι … 2. έρχομαι σε έντονη αντιπαράθεση με κάποιον, τσακώνομαι: ~θηκα με τη φίλη μου· μαλλιά κουβάρια γίναμε. Είναι ~μένοι μεταξύ τους και δεν μιλιούνται. ● ΣΥΜΠΛ.: σκοτωμένο κόκκινο/χρώμα (προφ.) : που δεν είναι έντονο, ζωηρό., μαύρο/σκοτωμένο αίμα βλ. αίμα ● ΦΡ.: λες και/σαν να του σκότωσα τη μάνα/τον πατέρα: (μου συμπεριφέρεται) σαν να του έχω κάνει το μεγαλύτερο κακό: Με κοιτάζει/μου μιλάει ~ ~., ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό & (σπάν.) ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει (μτφ.): οι δυσκολίες ενισχύουν, ισχυροποιούν όποιον τις αντιμετωπίζει. [< γερμ. Was mich nicht umbringt, macht mich stärker, αγγλ. what doesn't kill you makes you stronger] , σκοτώνω στο ξύλο (κάποιον) (προφ.) 1. (μτφ.-επιτατ.) τον δέρνω ανελέητα. Πβ. σπάω/σαπίζω/τσακίζω/μαυρίζω/σακατεύω/ρημάζω/λιανίζω κάποιον στο ξύλο, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο). 2. (κυριολ.) τον ξυλοκοπώ μέχρι θανάτου., σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου (μτφ.): ασχολούμαι με κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό, για να περάσει ο χρόνος: ~ ~, μέχρι να πάει πέντε. Σκότωνε ~ του στο καφενείο της γειτονιάς. Πβ. χαζολογάω, χασομερώ. ΣΥΝ. τρώω την ώρα (1), βαράω/κυνηγάω/σκοτώνω μύγες βλ. μύγα, δεν πειράζει/δεν βλάπτει/δεν μπορεί να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι βλ. μυρμήγκι, η περιέργεια σκότωσε τη γάτα βλ. περιέργεια, σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν βλ. άλογο [< μεσν. σκοτώνω < αρχ. σκοτόω, σκοτῶ ‘τυφλώνω, ζαλίζω’, αγγλ. kill, γαλλ. tuer]
τονικότητα
τονικότητατο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. η οργάνωση της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού γύρω από ένα τονικό κέντρο: η ~ του τραγουδιού. Πρελούδια σε διαφορετική ~. Αλλαγή ~ας. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. ατονικότητα 2. (κατ' επέκτ.) ένταση ήχου, τόνος: υψηλή/χαµηλή ~. ~ της φωνής. 3. κλίμακα χρωματικών τόνων: ~ σκιών. To μέγιστο της ~ας (: το εύρος από τους ανοικτούς ως τους σκούρους τόνους). 4. ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. μυϊκός τόνος· κατ' επέκτ. ελαστικότητα, σφριγηλότητα μυϊκών ιστών: ~ τοιχωμάτων.|| Βελτίωση της ~ας του δέρματος. Βλ. δυστονία, υπο~. 5. ΧΗΜ. η επίδραση που ασκεί ένα υγρό διάλυμα πάνω στον κυτταρικό όγκο. [< 1-3: γαλλ. tonalité 4: γαλλ. tonicité]
υδρόχρωμα
υδρόχρωμα[ὑδρόχρωμα] υ-δρό-χρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. χρώμα ειδικής σύνθεσης στο οποίο προστίθεται ασβέστης· χρησιμεύει κυρ. για τη βαφή εσωτερικών επιφανειών. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. υδατόχρωμα. Βλ. γκουάς. [< γερμ. Wasserfarbe]
χρωματισμένος
χρωματισμένος, η, ο επίθ. ΑΝΤ. αχρωμάτιστος 1. που έχει καλυφθεί με χρώμα ή χρώματα: ~ο: ξύλο/πλαίσιο. ~ες: εικόνες. ~α: περιγράμματα/σχήματα. Προσόψεις ~ες με κόκκινο σπρέι. Πβ. χρωματιστός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Τεχνητά ~η φωτογραφία. Σχέδια ~α στον υπολογιστή. 2. (επιστ.) στον οποίο έχει προστεθεί χρωστική ουσία: ~ο: διάλυμα.|| (ενδεικτικό ακαταλληλότητας:) ~ο: νερό.|| (που φέρει χρώμα διαφορετικό από το κανονικό, συνήθ. εξαιτίας κάποιας πάθησης:) ~α: ούρα. 3. (μτφ.) που έχει χαρακτηριστεί με ορισμένο τρόπο· (ειδικότ., για τη φωνή) που έχει συγκεκριμένο ηχόχρωμα: λέξεις ~ες και συναισθηματικά φορτισμένες. Αρνητικά ~α σχόλια.|| ~ος: τόνος φωνής. ~οι: ήχοι. 4. (μτφ.) πολιτικά ή γενικότ. ιδεολογικά τοποθετημένος: ~οι: φοιτητές. ~ες: εφημερίδες. Πβ. βαμμένος.
χρωστικός
χρωστικός, ή, ό χρω-στι-κός επίθ. (επιστ.): που περιέχει χρώμα και κατ΄επέκτ. χρωματίζει το υλικό με το οποίο έρχεται σε επαφή: ~ός: παράγοντας. ~ή: αντίδραση. ~ό: μελάνι. ~ά: κύτταρα (: μελανοκύτταρα)/πρόσθετα. ● Ουσ.: χρωστική (η) {συνήθ. στον πληθ.}: ενν. ουσία, ύλη: απαγορευμένες/τοξικές ~ές. ~ές ζωικής/φυτικής προέλευσης. Γλυκά που περιέχουν συντηρητικά και ~ές.|| Οπτική/φωτοευαίσθητη ~.|| (ΙΑΤΡ.) Η ~ του δέρματος (: μελαγ~). Αναπνευστικές ~ές (: αιμοσφαιρίνη, μυοσφαιρίνη, κυτόχρωμα). Οι ~ές της χολής (= χολοχρωστικές, βλ. χολερυθρίνη). Απομάκρυνση των αντιαισθητικών ~ών από τα δόντια., χρωστικό (το): {συνήθ. στον πληθ.} ενν. υλικό, μέσο: ερυθρό/κίτρινο ~. Τεχνητά/φυσικά/φυτικά ~ά. Ενισχυμένα/φθορίζοντα ~ά. ~ά πλαστικού/τροφίμων. Παγωτό χωρίς ~ά. [< γαλλ. colorant]