Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χτενίζω χτε-νί-ζω ρ. (μτβ.) {χτένι-σα, χτενί-σει, -στηκα, -στεί, χτενίζ-οντας, χτενι-σμένος} & (σπάν.) κτενίζω 1. ξεμπλέκω ή/και περιποιούμαι τα μαλλιά τα δικά μου ή κάποιου άλλου με χτένα ή βούρτσα ή τους δίνω συγκεκριμένη μορφή: (για τύπο χτενίσματος:) ~σε τα μαλλιά της κότσο/προς τα πάνω/προς τα πίσω. ~σε τις αφέλειες. Πβ. βουρτσίζω.|| (κατ' επέκτ.) ~σε τα γένια/το μουστάκι του/τα φρύδια της με βουρτσάκι.|| (για τρίχωμα ζώου:) ~σε τη χαίτη του αλόγου.|| (για κομμωτή:) Την κούρεψε και τη ~σε. 2. (μτφ.-προφ.) κάνω τις τελευταίες βελτιώσεις σε ένα κείμενο· (συνήθ. γενικότ.) ερευνώ λεπτομερώς, ψάχνω: Το άρθρο/σενάριο ~στηκε. Πβ. ρετουσάρω.|| Η Αστυνομία ~ει (= σαρώνει) την περιοχή για τον εντοπισμό των ληστών. Πβ. κοσκινίζω. 3. περνώ λαναρισμένες δέσμες ινών από ιμάντα με βούρτσες και βελόνες, για να ευθυγραμμιστούν και κατ΄επέκτ. να γίνουν λεπτότερες. Πβ. λαναρίζω, ξαίνω. ● Παθ.: χτενίζομαι: Λούστηκε και ~στηκε.|| Πού ~εσαι (: σε ποιο κομμωτήριο πας); ● Μτχ.: χτενισμένος , η, ο: Ήρθε ~ και μπανιαρισμένος/ξυρισμένος. Μαλλί ~ο στο πλάι. ΑΝΤ. ξεχτένιστος.|| ~ο: κείμενο. ΑΝΤ. αχτένιστος.|| ~ο: βαμβάκι/μαλλί. ~ες: ίνες. ● ΦΡ.: εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται (ειρων.): για κάποιον που σε μια κρίσιμη κατάσταση ασχολείται με επουσιώδη πράγματα. ΣΥΝ. εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν [< 1,3: μεσν. χτενίζω 2: μτγν. κτενίζω, αγγλ. comb]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.