Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χτύπημα χτύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {χτυπήμ-ατος | -ατα} & (σπάν.-λόγ.) κτύπημα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χτυπώ, κρούση· συνεκδ. ο ήχος, ο κρότος που προκαλείται: ρυθμικό ~ των χεριών (= παλαμάκια, χειροκρότημα). Νευρικό ~ του ποδιού στο έδαφος. ~ των πλήκτρων (του Η/Υ) (= πληκτρολόγηση). Φιλικό ~ στην πλάτη. (ΑΘΛ.) Εύστοχο ~ πέναλτι. ~ της μπάλας με τη ρακέτα/στο παρκέ (πβ. πρόσκρουση).|| Το ~ του κουδουνιού (= κουδούνισμα)/ρολογιού (βλ. ξυπνητήρι). Το χαρμόσυνο ~ της καμπάνας. Ακούστηκε ένα δυνατό/σιγανό ~ στην πόρτα. Το (γρήγορο) ~ της καρδιάς (πβ. παλμός, χτυποκάρδι). Πβ. χτύπος. 2. βίαιη πράξη που συνήθ. επιφέρει σωματική βλάβη· συνεκδ. τραύμα, πληγή: δολοφονικό/τρομοκρατικό ~. Τα ~ατα του εχθρού (πβ. επίθεση, έφοδος). ~ατα από αέρος (= βομβαρδισμοί, πυρά). (ΑΘΛ.) Αντικανονικό ~ (πβ. φάουλ). Βλ. κονταρο~.|| Του κατάφερε ~ατα (βλ. γροθιά, κλοτσιά, μπουνιά). Πβ. πλήγμα.|| ~ατα με μαχαίρι (= μαχαιριές). Τα γόνατά του είναι γεμάτα ~ατα (: γρατζουνιές, μελανιές). Το θύμα φέρει πολλαπλά/σοβαρά ~ατα (πβ. κακώσεις). 3. (μτφ.) πλήγμα, συμφορά· ηθική ζημιά, δυστυχία: νέο ισχυρότατο ~ του εγκέλαδου/σεισμού. Η εταιρεία δέχτηκε δυνατό/μεγάλο οικονομικό ~. Πισώπλατα ~ατα (= μαχαιρώματα). Συνεχίζει να χαμογελά παρά τα απανωτά ~ατα της μοίρας. 4. (μτφ.-προφ.) αποτελεσματική αντιμετώπιση, εξάλειψη, καταπολέμηση: τελειωτικό/τελικό ~. Πβ. χαριστική βολή. Νέο καίριο ~ κατά των εμπόρων ναρκωτικών πέτυχε η Αστυνομία. Πβ. εξουδετέρωση, πάταξη.|| Το ~ (= μείωση) των τιμών. 5. δυνατό και γρήγορο ανακάτεμα: ~ των αβγών/του φραπέ. Πβ. ανάδευση, ανακίνηση, κούνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο χτύπημα: ΑΘΛ. ελεύθερο λάκτισμα., χαριστική βολή βλ. χαριστικός ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση (μτφ.): για επίθεση σε βάρος κάποιου με ύπουλο και ανέντιμο τρόπο: Δέχτηκε ~ατα ~. [< 1: αρχ. κτύπημα 'κρότος, θόρυβος' 2,3: μεσν.]

γροθιά

γροθιάγρο-θιά ουσ. (θηλ.) 1. κλειστή παλάμη με τα δάχτυλα διπλωμένα μέσα της και συνεκδ. το χτύπημα με αυτή: Έσφιξε τη ~ του (οργισμένος). Κάνε (το χέρι) ~! Δέχτηκε/έφαγε/του έδωσε/του έριξε (μια) ~ στη μύτη. Χτύπησε τη ~ του στο τραπέζι. Πανηγυρίζουν/χαιρέτησαν με υψωμένες (τις) ~ιές.|| Με ~ιές και κλοτσιές (πβ. πυξ λαξ). ΣΥΝ. μπουνιά. Βλ. αγκωνιά, γονατιά, καρπαζιά, κουτουλιά, σιδερο~, φάπα. 2. (μτφ.-προφ.) ισχυρό πλήγμα που καταφέρεται συνήθ. εναντίον θεσμού, αρνητικού φαινομένου ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ στη γραφειοκρατία/στη διαπλοκή/στο κατεστημένο. Πβ. ράπισμα, σφαλιάρα, χαστούκι. ● ΦΡ.: γροθιά στο στομάχι (μτφ.): για κάτι σοκαριστικό, συγκλονιστικό: ταινία-~ ~. ~ ~ ήταν τα στατιστικά στοιχεία για τα ναρκωτικά. Βλ. σοκ., με σιδερένια γροθιά (μτφ.): με δύναμη και αποφασιστικότητα: Κυβερνά ~ ~ (βλ. απολυταρχικά)., μια γροθιά: όλοι μαζί, ενωμένοι: ~ ~ για τη νίκη! Μια φωνή, ~ ~. Βλ. ομοψυχία., παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες βλ. παίζω [< μεσν. γροθιά]

χαριστικός

χαριστικός, ή, ό χα-ρι-στι-κός επίθ.: που προσφέρεται σε κάποιον σε ένδειξη αγάπης, καλής θέλησης ή μεροληπτικά, ιδιοτελώς: ~ό-ανταλλακτικό παζάρι. (ΝΟΜ.) Μεταβίβαση από ~ή αιτία (: γονική παροχή, δωρεά, κληρονομιά).|| ~ή: βαθμολογία/μεταχείριση. ~ές: εξυπηρετήσεις (βλ. εκδούλευση, θελήματα)/επιδοτήσεις/προσλήψεις/ρυθμίσεις. Πβ. χατιρικός. ● επίρρ.: χαριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Δεν ζητώ τίποτα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστική βολή & χαριστικό χτύπημα 1. (μτφ.) τελειωτικό, καταστροφικό πλήγμα: Η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν/υπήρξε η ~ ~ για την εταιρεία. Του έδωσε/κατάφερε τη ~ ~ (= τον αποτέλειωσε). 2. πυροβολισμός εξ επαφής στον κρόταφο κάποιου που εκτελέστηκε με τουφεκισμό. [< γαλλ. coup de grâce] , περίοδος χάριτος βλ. χάρις [< αρχ. χαριστικός 'γενναιόδωρος, ευεργετικός']

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.