χτύπημα χτύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) {χτυπήμ-ατος | -ατα} & (σπάν.-λόγ.) κτύπημα 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χτυπώ, κρούση· συνεκδ. ο ήχος, ο κρότος που προκαλείται: ρυθμικό ~ των χεριών (= παλαμάκια, χειροκρότημα). Νευρικό ~ του ποδιού στο έδαφος. ~ των πλήκτρων (του Η/Υ) (= πληκτρολόγηση). Φιλικό ~ στην πλάτη. (ΑΘΛ.) Εύστοχο ~ πέναλτι. ~ της μπάλας με τη ρακέτα/στο παρκέ (πβ. πρόσκρουση).|| Το ~ του κουδουνιού (= κουδούνισμα)/ρολογιού (βλ. ξυπνητήρι). Το χαρμόσυνο ~ της καμπάνας. Ακούστηκε ένα δυνατό/σιγανό ~ στην πόρτα. Το (γρήγορο) ~ της καρδιάς (πβ. παλμός, χτυποκάρδι). Πβ. χτύπος.2. βίαιη πράξη που συνήθ. επιφέρει σωματική βλάβη· συνεκδ. τραύμα, πληγή: δολοφονικό/τρομοκρατικό ~. Τα ~ατα του εχθρού (πβ. επίθεση, έφοδος). ~ατα από αέρος (= βομβαρδισμοί, πυρά). (ΑΘΛ.) Αντικανονικό ~ (πβ. φάουλ). Βλ. κονταρο~.|| Του κατάφερε ~ατα (βλ. γροθιά, κλοτσιά, μπουνιά). Πβ. πλήγμα.|| ~ατα με μαχαίρι (= μαχαιριές). Τα γόνατά του είναι γεμάτα ~ατα (: γρατζουνιές, μελανιές). Το θύμα φέρει πολλαπλά/σοβαρά ~ατα (πβ. κακώσεις).3. (μτφ.) πλήγμα, συμφορά· ηθική ζημιά, δυστυχία: νέο ισχυρότατο ~ του εγκέλαδου/σεισμού. Η εταιρεία δέχτηκε δυνατό/μεγάλο οικονομικό ~. Πισώπλατα ~ατα (= μαχαιρώματα). Συνεχίζει να χαμογελά παρά τα απανωτά ~ατα της μοίρας.4. (μτφ.-προφ.) αποτελεσματική αντιμετώπιση, εξάλειψη, καταπολέμηση: τελειωτικό/τελικό ~. Πβ. χαριστική βολή.Νέο καίριο ~ κατά των εμπόρων ναρκωτικών πέτυχε η Αστυνομία. Πβ. εξουδετέρωση, πάταξη.|| Το ~ (= μείωση) των τιμών.5. δυνατό και γρήγορο ανακάτεμα: ~ των αβγών/του φραπέ. Πβ. ανάδευση, ανακίνηση, κούνημα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερο χτύπημα: ΑΘΛ. ελεύθερο λάκτισμα., χαριστική βολή βλ. χαριστικός ● ΦΡ.: χτύπημα κάτω από τη ζώνη/μέση (μτφ.): για επίθεση σε βάρος κάποιου με ύπουλο και ανέντιμο τρόπο: Δέχτηκε ~ατα ~. [< 1: αρχ. κτύπημα 'κρότος, θόρυβος' 2,3: μεσν.]
γροθιά
γροθιάγρο-θιά ουσ. (θηλ.) 1. κλειστή παλάμη με τα δάχτυλα διπλωμένα μέσα της και συνεκδ. το χτύπημα με αυτή: Έσφιξε τη ~ του (οργισμένος). Κάνε (το χέρι) ~! Δέχτηκε/έφαγε/του έδωσε/του έριξε (μια) ~ στη μύτη. Χτύπησε τη ~ του στο τραπέζι. Πανηγυρίζουν/χαιρέτησαν με υψωμένες (τις) ~ιές.|| Με ~ιές και κλοτσιές (πβ. πυξ λαξ). ΣΥΝ. μπουνιά. Βλ. αγκωνιά, γονατιά, καρπαζιά, κουτουλιά, σιδερο~, φάπα.2. (μτφ.-προφ.) ισχυρό πλήγμα που καταφέρεται συνήθ. εναντίον θεσμού, αρνητικού φαινομένου ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ στη γραφειοκρατία/στη διαπλοκή/στο κατεστημένο. Πβ. ράπισμα, σφαλιάρα, χαστούκι. ● ΦΡ.: γροθιά στο στομάχι (μτφ.): για κάτι σοκαριστικό, συγκλονιστικό: ταινία-~ ~. ~ ~ ήταν τα στατιστικά στοιχεία για τα ναρκωτικά. Βλ. σοκ., με σιδερένια γροθιά (μτφ.): με δύναμη και αποφασιστικότητα: Κυβερνά ~ ~ (βλ. απολυταρχικά)., μια γροθιά: όλοι μαζί, ενωμένοι: ~ ~ για τη νίκη! Μια φωνή, ~ ~. Βλ. ομοψυχία., παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες βλ. παίζω [< μεσν. γροθιά]
χαριστικός
χαριστικός, ή, ό χα-ρι-στι-κός επίθ.: που προσφέρεται σε κάποιον σε ένδειξη αγάπης, καλής θέλησης ή μεροληπτικά, ιδιοτελώς: ~ό-ανταλλακτικό παζάρι. (ΝΟΜ.) Μεταβίβαση από ~ή αιτία (: γονική παροχή, δωρεά, κληρονομιά).|| ~ή: βαθμολογία/μεταχείριση. ~ές: εξυπηρετήσεις (βλ. εκδούλευση, θελήματα)/επιδοτήσεις/προσλήψεις/ρυθμίσεις. Πβ. χατιρικός. ● επίρρ.: χαριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]:Δεν ζητώ τίποτα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: χαριστική βολή & χαριστικό χτύπημα 1. (μτφ.) τελειωτικό, καταστροφικό πλήγμα: Η αποκάλυψη του σκανδάλου ήταν/υπήρξε η ~ ~ για την εταιρεία. Του έδωσε/κατάφερε τη ~ ~ (= τον αποτέλειωσε).2. πυροβολισμός εξ επαφής στον κρόταφο κάποιου που εκτελέστηκε με τουφεκισμό. [< γαλλ. coup de grâce] , περίοδος χάριτος βλ. χάρις [< αρχ. χαριστικός 'γενναιόδωρος, ευεργετικός']
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.