Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χυδαίος , α, ο [χυδαῖος] χυ-δαί-ος επίθ. 1. που αναφέρεται σε θέματα σχετικά με το γενετήσιο ένστικτο με ιδιαίτερη προκλητικότητα, κατά τρόπο που προσβάλλει τη δημόσια αιδώ: ~α: χειρονομία. ~ο: θέαμα/λεξιλόγιο/πείραγμα/χιούμορ. ~οι: αστεϊσμοί/τρόποι. ~ες: βρισιές/εκφράσεις/πράξεις. ~α: ανέκδοτα/αστεία/συνθήματα/σχόλια. Εικόνες με ~ο περιεχόμενο (= ακατάλληλο, ανήθικο, πορνογραφικό, προκλητικό, σεξουαλικό, τολμηρό). Πβ. απρεπής, άσεμνος, ξεδιάντροπος.|| Καταντά ~.|| ~ο: στόμα (= βρομόστομα). ΣΥΝ. αισχρός (1), πρόστυχος ΑΝΤ. ευπρεπής (1) 2. που έχει ιδιαίτερα υβριστικό περιεχόμενο ή εκδηλώνεται με τρόπο που προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια: ~ος: λαϊκισμός. ~α: εκμετάλλευση/χειραγώγηση. ~οι: εκβιασμοί/τραμπουκισμοί. ~ες: συκοφαντίες/ύβρεις. Δυσφημείται με τον πιο ~ο τρόπο.|| ~οι: προπαγανδιστές. Πβ. αναξιοπρεπής, κακοήθης. 3. (παλαιότ.-μειωτ., από τους υποστηρικτές της καθαρεύουσας) που αναφέρεται στη δημοτική: ~α: γλώσσα. ● Ουσ.: χυδαίο (το): χυδαιότητα: το αγνό και το ~. ● επίρρ.: χυδαία & (λόγ.) χυδαίως ● ΣΥΜΠΛ.: χυδαίος υλισμός: ΦΙΛΟΣ. (όπως χαρακτηρίστηκε επικριτικά από τους υποστηρικτές του διαλεκτικού υλισμού) ρεύμα των μέσων του 19ου αι. το οποίο επιχείρησε απλούστευση της θεωρίας του υλισμού. Βλ. θετικισμός. [< αγγλ. vulgar materialism] [< μτγν. χυδαῖος ‘κοινός, συνηθισμένος, αγροίκος’, γαλλ. vulgaire]

θετικισμός

θετικισμόςθε-τι-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η γνώση πρέπει να βασίζεται στην παρατήρηση του αισθητού κόσμου, όπως αυτός μελετάται από τις θετικές επιστήμες, και όχι σε μεταφυσικές ερμηνείες: λογικός/μαρξιστικός/νομικός ~. Βλ. εμπειρισμός, επιστημολογία, -ισμός, νεο~. ΣΥΝ. θετική φιλοσοφία [< γαλλ. positivisme, αγγλ. logical positivism, 1931]