χωροβάτης χω-ρο-βά-της ουσ. (αρσ.): ΤΟΠΟΓΡ. όργανο υπολογισμού της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ δύο σημείων του εδάφους: αυτόματος/οπτικός/ψηφιακός ~. Το τηλεσκόπιο του ~η. Βλ. γεωδαιτικός, θεοδόλιχος, σταδία, ταχύμετρο, χωροστάθμηση. [< πβ. μτγν. χωροβάτης ‘όργανο για την ισοστάθμιση του νερού’, γερμ. Nivelliergerät]
γεωδαιτικός
γεωδαιτικός, ή, ό γε-ω-δαι-τι-κός επίθ.: ΓΕΩΔ. που σχετίζεται με τη γεωδαισία: ~ές: μέθοδοι (βλ. οπισθοτομία, ταχυμετρία)/μετρήσεις/συντεταγμένες. ~ά: όργανα (βλ. θεοδόλιχος, μετροταινία, τζι πι ες, χωροβάτης). ● ΣΥΜΠΛ.: γεωδαιτική αστρονομία: ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο τον προσδιορισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων μέσω της παρατήρησης των ουράνιων σωμάτων., γεωδαιτικός θόλος: ΑΡΧΙΤ. σφαιρική δομή αποτελούμενη από ένα σύνθετο πλέγμα τριγώνων και πολυγώνων. [< αγγλ. geodetic dome, 1959] , γεωδαιτικός σταθμός: ΤΟΠΟΓΡ. όργανο ψηφιακής μέτρησης γωνιών και αποστάσεων. [< γαλλ. géodésique, αγγλ. geodetic]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.