Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- ψάχνω ψά-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έψα-ξα, ψά-ξει, ψά-χτηκα, ψα-χτεί, ψάχν-οντας, ψαγμένος} 1. προσπαθώ με επιμονή να βρω κάτι ή κάποιον: ~ το πορτοφόλι/την ταυτότητά μου. Άδικα/άσκοπα ~εις! Έψαχνε στην τσάντα/τις τσέπες της για τα κλειδιά της. Όσο κι αν ~ξα, δεν βρήκα αυτό που ήθελα. ~ξε παντού/(σε) όλο το σπίτι, αλλά μάταια! Μην ~εις τα ξένα πράγματα/συρτάρια (πβ. ψαχουλεύω)!|| ~ μια λέξη στο λεξικό/πληροφορίες στο διαδίκτυο. ~ει για στοιχεία στα αρχεία/στους καταλόγους. Πβ. ανατρέχω.|| (μτφ.) ~ουν στο σκοτάδι/στα τυφλά.|| Τον ~ εδώ και μέρες. Τον έψαχνε μέσα στο πλήθος. Πβ. ζητώ. 2. (ειδικότ.) προσπαθώ να εντοπίσω ή να ανακαλύψω κάτι ή κάποιον· αναζητώ: ~ την αιτία/την αλήθεια/τα ίχνη κάποιου/τη σωστή απάντηση. ~ (για) παρέα/σπίτι/συνεργάτες/σύντροφο/ταίρι. ~ει διέξοδο/δουλειά/λύση (στα προβλήματά του)/ένα στήριγμα. ~ει αφορμή (= ξύνεται, τρώει τα νύχια του) για καβγά. Πήγε να ~ξει (= βρει) την τύχη του στο εξωτερικό.|| Για κορόιδα ~εις; Τον ~ει (: κυνηγά) η Αστυνομία. Πβ. γυρεύω. 3. (ειδικότ.) ερευνώ: ~ουν (σ)τα ερείπια για επιζώντες. ~ξαν σπιθαμή προς σπιθαμή την περιοχή.|| Τον ~ξαν (= του έκαναν σωματικό έλεγχο)/~ξαν το σπίτι του για ναρκωτικά.|| (προφ.) Τι να σου πω, δεν το 'χω ψάξει το θέμα. Βλ. πολυ~. ● Παθ.: ψάχνομαι (προφ.) 1. κοιτάζω στις τσέπες μου ή σε πράγματα που έχω μαζί μου, μήπως βρίσκεται εκεί κάτι που, προσωρινά, έχω χάσει: Ψάξου καλύτερα, κάπου θα είναι! 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε φάση αναζήτησης, προβληματίζομαι: ~εται στα διάφορα είδη μουσικής. Βλ. ψαγμένος.|| ~ονται να δουν τι θα κάνουν στη ζωή τους/τι φταίει. Βλ. πολυ~.|| Χώρισε πριν λίγο καιρό και έχει αρχίσει να ~εται (= να αναζητά ερωτικό σύντροφο). ● ΦΡ.: μην το/την ψάχνεις (προφ.): δεν αξίζει να ασχολείσαι με κάτι, δεν έχει νόημα: ~ ~, δεν βρίσκεις άκρη. Άσ' το καλύτερα, ~ ~! Πβ. μην το κουράζεις/παιδεύεις., τι ψάχνεις τώρα (προφ.): όταν μια αναζήτηση ή προσπάθεια δεν αξίζει τον κόπο: Καλά τα λες, αλλά ~ ~. ~ ~ να βρεις; Δεν έχει νόημα. Πβ. τρέχα γύρευε., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι βλ. κερί, ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι βλ. τουφέκι ● βλ. ψαγμένος [< μεσν. ψάχνω < αρχ. ψαύω]
άχυρο
άχυρο[ἄχυρο] ά-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) άχερο 1. το καλάμι των σιτηρών που απομένει μετά το αλώνισμα και την αφαίρεση του καρπού: χοντρό/ψιλό ~. Ένα δεμάτι ~α. 2. (μτφ.) αχυράνθρωπος. 3. (μτφ.) για κάτι που έχει τις ιδιότητες του άχυρου (είναι άγευστο, ξηρό ή ξανθό): Είναι σκέτο ~!Δεν τρώγεται με τίποτα. Μαλλιά σαν ~. ● ΦΡ.: (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα (μτφ.): για να δηλωθεί η δυσκολία, η ματαιότητα ή η σχολαστικότητα μιας αναζήτησης. Πβ. ματαιοπονώ., δεν τρώω άχυρα/σανό (μτφ.-προφ.): δεν είμαι αφελής, δεν μπορεί να με εξαπατήσει κάποιος εύκολα. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο., έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του (μτφ.-προφ.): είναι ηλίθιος., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< αρχ. ἄχυρον]
γυρεύω
γυρεύωγυ-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {γύρ-εψα, -έψει, γυρεύ-οντας} (προφ.) 1. αναζητώ, ψάχνω: ~ δουλειά/τα κλειδιά μου. Σε ~ει παντού. Πού ήσουν και σε ~α; Σε ~εψαν από το γραφείο. Τον έστειλαν να με ~έψει. 2. ζητώ, επιδιώκω: Του ~εψε δανεικά. ~ει το δίκιο/τα λεφτά του. (για έκφραση ενόχλησης:) Τι ~εις εδώ (: τι θέλεις, τι δουλειά έχεις); ● ΦΡ.: γύρευε ποιος/τι ...: για έκφραση άγνοιας, απορίας ή/και δυσφορίας: ~ ποιος είναι τώρα ... ~ τι θέλει πάλι (: για πρόσωπο ενοχλητικό)!, πάει/πηγαίνει γυρεύοντας: με τη συμπεριφορά του προκαλεί, συνήθ. στον εαυτό του, μια δυσάρεστη εξέλιξη: ~ ~ για καβγά/φασαρία! Πας ~ ν' ακούσεις καμιά κουβέντα! ΣΥΝ. γυρεύει/θέλει τον μπελά του, φιρί φιρί (το) πάει, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα (μτφ.): για κάποιον ή κάτι που βρίσκουμε απρόσμενα μπροστά μας, ενώ το(ν) αναζητούσαμε στα πιο απίθανα μέρη., τρέχα γύρευε: για κάτι άσκοπο ή που δύσκολα βρίσκεται ή επιτυγχάνεται: ~ ~ τώρα ποιος έκανε τη ζημιά! Πβ. τι ψάχνεις τώρα., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, γυρεύει/θέλει τον μπελά του βλ. μπελάς, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, πες αλεύρι, ο ... σε γυρεύει βλ. αλεύρι, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού, τι τα θες (τι τα γυρεύεις)! βλ. θέλω, ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι βλ. κερί [< μτγν. γυρεύω]
κερί
κερίκε-ρί ουσ. (ουδ.) {κερ-ιού | -ιών} 1. λιπαρή ουσία που εκκρίνεται από τις μέλισσες, όταν κατασκευάζουν τις κηρήθρες και γενικότ. κάθε παρόμοια ουσία φυσικής (ζωικής ή φυτικής) ή συνθετικής προέλευσης· κάθε εμπορικό προϊόν που παράγεται από αυτή και κυρ. το κυλινδρικό συνήθ. αντικείμενο, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχει φιτίλι που καίγεται, παράγοντας φλόγα: οργανικό/ορυκτό ~. Ομοίωμα από ~ (= κέρινο). Βλ. μελισσοκέρι.|| Προστατευτικό ~ (για το αμάξωμα του αυτοκινήτου). (Γυαλιστικό) ~ σε σπρέι. Βερνίκι ~ιού. Αποτρίχωση με ζεστό/κρύο ~ (πβ. χαλάουα).|| Αρωματικό/διακοσμητικό/επιτραπέζιο/χειροποίητο/χρωματιστό ~. Επιπλέοντα ~ιά. Ρομαντικό δείπνο υπό το/στο φως των ~ιών. Άναψε ένα ~ (στην εκκλησία· βλ. αγιοκέρι). Έσβησε τα ~ιά της τούρτας (γενεθλίων). Πβ. κηρίο, λαμπάδα. Βλ. παραφ-, στεατ-ίνη. 2. κυψελίδα: αφαίρεση ~ιού από τα αυτιά. Πβ. βύσμα. ● Υποκ.: κεράκι (το) 1. στη σημ. 1: ~ια γενεθλίων. Πβ. ρεσό. 2. μικρή λάμπα με σχήμα κεριού: μίνι ~. ● ΦΡ.: κεριά και λιβάνια! (προφ.): ως έκφραση δυσαρέσκειας, αγανάκτησης σε ενοχλητική επανάληψη της προσφώνησης "κύριε", "κυρία" ή της λέξης "και"., λιώνω σαν (το) κερί (προφ.): αδυνατίζω, εξασθενώ, συνήθ. λόγω ασθένειας ή μεγάλης στενοχώριας. Πβ. μαραζώνω., ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι που σπανίζει. ΣΥΝ. ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι, κίτρινος/χλομός σαν (το) κερί/φλουρί βλ. χλομός & χλωμός, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω [< μεσν. κερί(ν)]
πολύς, πολλή, πολύ
πολύς, πολλή, πολύπο-λύς, πολ-λή, πο-λύ επίθ. {γεν. πολ-ύ (λόγ.) πολλού | πολλ-οί (ουδ. -ά)· περισσότερος, (λόγ. υπερθ.) πλείστος}: μεγάλος ως προς την ποσότητα ή την ένταση: ~ύς: χώρος. ~ή: ζάχαρη. ~ύ: νερό/φαγητό. ~οί: άνθρωποι. ~ές: δυσκολίες/ευκαιρίες/περιπτώσεις. ~ά: αυτοκίνητα/προβλήματα/χρόνια. Πέρασε ~ καιρός από τότε. Έμειναν όρθιοι για ~ή ώρα. ~οί από τους καλεσμένους έφυγαν νωρίς. Συγκέντρωσε ~ές πληροφορίες.|| ~ύς: θυμός. ~ή: βροχή/συγκίνηση/υπομονή/φασαρία. ~ύ: ενδιαφέρον (= έντονο, ισχυρό)/κουράγιο. Έχει ~ύ αέρα. Κάνει ~ή ζέστη. Το ζήτημα θέλει ~ή προσοχή. Χρειάζεται ~ή προσπάθεια/~ύ θάρρος. Με ~ή αγάπη/όρεξη/χαρά. Γίνεται ~ύς λόγος/θόρυβος/ντόρος για το τίποτα!|| (ως ουσ.) Ξοδεύει ~ά (ενν. χρήματα).|| (επιτατ.) Πάρα ~ή κίνηση/~ές φορές/~ά δώρα. ΑΝΤ. λίγος (1) || Ο πολύς … (για σπουδαία προσωπικότητα). ● Ουσ.: πολλά (σε ελλειπτ. λόγο): ενν. πράγματα: Λέει/κρύβει/ξέρει/υπόσχεται ~. Έχουν/πρέπει να γίνουν ακόμα ~ στον τομέα της ... Περιμένουν ~ από εκείνον., πολλοί (οι) 1. οι περισσότεροι άνθρωποι, ο πολύς κόσμος: Έργο που παραμένει άγνωστο στους ~ούς. 2. λαός: μέτρα για τις ανάγκες των ~ών. Πολιτική που πλήττει τους ~ούς. 3. (μειωτ.) μάζα: Δεν κάνει τέχνη για τους ~ούς. ΑΝΤ. λίγοι ● ΦΡ.: εν πολλοίς (λόγ.): σε μεγάλο βαθμό: αποτέλεσμα ~ ~ αναμενόμενο. Η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται ~ ~ από ..., με τα πολλά (προφ.): ύστερα από πολλές προσπάθειες: ~ ~ δέχτηκε να μας δει/μας έπεισε., ο πολύς (+ κύριο όνομα) & (εμφατ.) μέγας και πολύς: για επιφανή προσωπικότητα· ο σπουδαίος: Τη μουσική υπογράφει ~ ~ ..., όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα (παροιμ.): η απληστία οδηγεί στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα., πολλά ζητάς (προφ.-συνήθ. ειρων.): έχεις υπερβολικές απαιτήσεις., πολλά και διάφορα (προφ.): πολλά και ποικίλα: Τα ενδιαφέροντά της είναι ~ ~. Έχουν ακουστεί (κατά καιρούς) ~ ~., πολλά-πολλά (προφ.): στενές, συχνές επαφές: Δεν θέλει ~ ~ με τους συγγενείς του. Δεν έχουν ~ ~ μεταξύ τους. Να αποφεύγεις τα ~ ~ μαζί του!, πολλών μεγατόνων/ρίχτερ/ντεσιμπέλ (μτφ.): για απρόσμενο και συνταρακτικό γεγονός, που ανατρέπει τα δεδομένα, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση: σκάνδαλο ~ μεγατόνων. Οικονομικός σεισμός ~ ρίχτερ. Ασυδοσία ~ ντεσιμπέλ., προ πολλού (λόγ.): εδώ και καιρό, ήδη από πολύ καιρό: Το ζήτημα θα έπρεπε να είχε λυθεί ~ ~. Οι ιδέες του θεωρούνται ~ ~ ξεπερασμένες., το πολύ (προφ.): στο ανώτατο, μέγιστο δυνατό όριο: Το βάρος του δέματος πρέπει να είναι ~ ~ πέντε κιλά (: δεν πρέπει να τα ξεπερνάει). Κάθε τμήμα έχει ~ ~ δέκα μαθητές. Σε δύο ~ ~ τρεις ώρες θα έχω τελειώσει. ΣΥΝ. μάξιμουμ, το πολύ πολύ (προφ.): στη χειρότερη περίπτωση: ~ ~ να μη μου ξαναμιλήσει· και τι έγινε;, αξίζει πολλά βλ. αξίζω, απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) βλ. ψηλός, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, εις πολλά έτη/έτη πολλά βλ. έτος, έχω (κάποιον/κάτι) περί πολλού βλ. περί, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου βλ. βλέπω, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, μου πέφτει λίγος/πολύς βλ. πέφτω, ο πολύς (ο) κόσμος βλ. κόσμος, ουκ εν τω πολλώ το ευ βλ. ευ, περνά από πολλά χέρια βλ. χέρι, πολλά λες βλ. λέω, πολλά υποσχόμενος βλ. υπόσχομαι, πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον, πολύ κακό για το τίποτα βλ. τίποτα, πολύ πρά(γ)μα βλ. πράγμα, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια βλ. φτώχεια, το δίκαιο των πολλών βλ. δίκαιο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι, χρόνια πολλά! βλ. χρόνος ● βλ. περισσότερος, πολύ [< αρχ. πολύς, πολλή, πολύ]
τουφέκι
τουφέκιτου-φέ-κι ουσ. (ουδ.) {τουφεκ-ιού | -ιών} & ντουφέκι & (λόγ.) τυφέκιο: φορητό πυροβόλο όπλο με μακριά κάννη: αεροβόλο/αυτόματο/δίκαννο/επαναληπτικό/κυνηγετικό/μονόκαννο/στρατιωτικό ~. ~ ελεύθερου σκοπευτή/σκοποβολής. Φυσίγγια για ~ια. Πυροβολώ/ρίχνω/σημαδεύω με το ~. Εκπυρσοκρότησε το ~. Αντήχησαν ~ια (= τουφεκιές). Βλ. πιστόλι.|| (ΑΘΛ.) Ραβδωτό ~. ~ πρηνηδόν (: ως αγώνισμα).|| (μτφ.) Παίρνω/πιάνω το ~ (: κάνω ένοπλο αγώνα, ξεσηκώνομαι). ● ΦΡ.: ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι δυσεύρετο, που βρίσκεται σε έλλειψη: Ψάχνει ~ ~ να βρει πελατεία. ΣΥΝ. ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι [< τουρκ. tüfek]
ψαγμένος
ψαγμένος, η, ο επίθ. (προφ.): που έχει μελετήσει σε βάθος ένα ή περισσότερα επιστημονικά ή/και πολιτιστικά θέματα, με αποτέλεσμα να είναι πολύ καλός γνώστης του(ς): ~ο: κοινό. ~ με τον κινηματογράφο. Είναι πολύ ~ο άτομο. Βλ. προβληματισμένος, σκεπτόμενος. ● βλ. ψάχνω