Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ψίθυρος ψί-θυ-ρος ουσ. (αρσ.) {ψιθύρ-ων}: σιγανός και συριστικός ήχος που ακούγεται, όταν κάποιος μιλά με πολύ χαμηλή φωνή: ~οι στο αυτί. Δεν ακούγεται ούτε ~ (: άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά). Πβ. μουρμούρα. ΑΝΤ. κραυγή, ξεφωνητό.|| (μτφ.-λογοτ.) Ο ~ του ανέμου. Πβ. θρόισμα, ψιθύρισμα.ψίθυροι (οι) (μτφ.): διαδόσεις, φήμες: Ακούγονται/κυκλοφορούν ~ για αποχώρησή του από το κόμμα/ότι θα παραιτηθεί (= ψιθυρίζεται). Πληθαίνουν οι ~ (= φημολογίες) για την προσωπική του ζωή. (λόγ.) Εν μέσω ~ων. Πβ. σούσουρο. [< αρχ. ψίθυρος]