Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • ψαλίδι ψα-λί-δι ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο κοπής που αποτελείται από δύο μεταλλικές λεπίδες, ενωμένες στη μέση, με λαβή για τα δάχτυλα στο πάνω άκρο τους: κοφτερό ~. Επαγγελματικά/παιδικά ~ια. ~ γραφείου/κουζίνας/κουρέματος/ραπτικής. Έκοψε το σχοινί/χαρτί με το ~. Βλ. τροχιστήρι.|| Ηλεκτρικό ~ (π.χ. υφασμάτων).|| ~ αέρος (κλαδευτικό)/κλαδέματος/μπορντούρας. Βλ. φρέζα.|| (Υδραυλικά) ~ια λαμαρίνας (: για την κοπή των φύλλων της).|| Χειρουργικό ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (κατ' επέκτ.) εργαλείο ή εξάρτημα αντίστοιχης μορφής: ~ μαλλιών (: ~ ισιώματος ή/και για μπούκλες). Πβ. ισιωτής.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ., εξάρτημα της ανάρτησης, το οποίο συνδέει τον τροχό με το πλαίσιο του αυτοκινήτου:) Διπλά ~ια. ~ια βάσης. Βλ. σινεμπλόκ.|| (ΟΙΚΟΔ.) Τα ~ια της στέγης. 3. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) περικοπές: ~ στις δαπάνες (των υπουργείων)/στα επιδόματα. Έρχεται/θα πέσει ~ σε μισθούς και συντάξεις. Πβ. ψαλίδισμα.|| Το ~ της λογοκρισίας. 4. ΑΘΛ. κίνηση των ποδιών ή των χεριών που μιμείται το άνοιγμα και το κλείσιμο των λεπίδων του ψαλιδιού: τεχνική άλματος (εις ύψος) σε στιλ ~. ● Υποκ.: ψαλιδάκι: σημ. 1, 4: ~ νυχιών (ή για τα νύχια)/παρανυχίδων.|| (ΓΥΜΝ.) Κάνω ~ια (: κάθομαι, σηκώνω τα πόδια και τα σταυρώνω εναλλάξ· τεντώνω τα χέρια μπροστά και τα σταυρώνω εναλλάξ). ● ΣΥΜΠΛ.: (ανάποδο) ψαλίδι & ψαλιδάκι: ΑΘΛ. ενέργεια ποδοσφαιριστή κατά την οποία κλοτσά την μπάλα προς τα πίσω με ψαλιδωτή κίνηση των ποδιών του, ενώ βρίσκεται στον αέρα με την πλάτη στραμμένη στο έδαφος: καταπληκτικό γκολ με ~ ~. Έστειλε με ~ ~ την μπάλα στα δίχτυα. Βλ. κεφαλιά-ψαράκι. [< 1: μεσν. ψαλίδι 2-4: αγγλ. scissors]
  • ψαλιδιά ψα-λι-διά ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) κόψιμο με ψαλίδι. || Μαλλιά γεμάτα ~ιές (: άσχημα κομμένα).|| (μτφ.) ~ιές στις συντάξεις (= περικοπές). Πβ. ψαλίδισμα. 2. (στη ναυτιλία ή την ορειβασία) είδος κόμπου: μισή ~. Βλ. καντηλίτσα.
  • ψαλιδιάρης ψα-λι-διά-ρης ουσ. (αρσ.) & ψαλιδάρης: ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Milvus milvus) με καστανοκόκκινο φτέρωμα, μεγάλα φτερά, μακριά διχαλωτή ουρά, κίτρινο ράμφος, σκούρο γκρι ή μαύρο στην άκρη του, και κίτρινα πόδια με μαύρα νύχια. Βλ. τσίφτης.
  • ψαλιδίζω ψα-λι-δί-ζω ρ. (μτβ.) {ψαλίδι-σε, ψαλιδί-σει, -στηκε, -στεί, ψαλιδίζ-οντας, ψαλιδι-σμένος} (προφ.) 1. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) μειώνω, περικόπτω: ~ονται μισθοί και συντάξεις. ~στηκαν τα κέρδη (στο ΧΑΑ). ~σμένος ο προϋπολογισμός. ~σμένες αποδοχές. ~σμένα: επιδόματα.|| ~σμένες προσδοκίες.|| (περιορίζω την έκταση:) Το κείμενο ~στηκε (βλ. λογοκρίνω). ~στηκαν (= κόπηκαν) σκηνές απ' την ταινία.|| (ΑΘΛ.) Η ομάδα κατάφερε να ~σει (= ροκανίσει) τη διαφορά και να προηγηθεί. 2. κόβω, συνήθ. τις άκρες, με ψαλίδι: Του ~σε (ενν. ο κουρέας) το μουστάκι. Πβ. ξακρίζω. ● ΦΡ.: κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου βλ. φτερό
  • ψαλίδισμα ψα-λί-δι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.-κυρ. ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ.) μείωση, περικοπές: Αποφασίστηκε γερό/νέο ~ των δαπανών/στα επιδόματα. Πβ. κόντεμα, ψαλίδι. 2. κόψιμο με ψαλίδι: ~ των μαλλιών. Πβ. ξάκρ-, τριμάρ-ισμα, ψαλιδιά.
  • ψαλιδιστής ψα-λι-δι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. περιοριστής τάσης. Βλ. μετατροπέας. [< αγγλ. clipper]

καντηλίτσα

καντηλίτσακα-ντη-λί-τσα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κόμπος ο οποίος σχηματίζει θηλιά και χρησιμοποιείται για ανυψώσεις και διασώσεις: διπλή ~. Βλ. ματισιά, σταυρόκομπος, ψαλιδιά. [< ιταλ. candelizza]

μετατροπέας

μετατροπέαςμε-τα-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {μετατροπ-έα | -είς, -έων} (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΕΧΝΟΛ.): συσκευή, διάταξη ή υπολογιστικό πρόγραμμα που μετατρέπει κάτι από μια μορφή σε άλλη: ~ αναλογικού σήματος σε ψηφιακό (= μεταλλάκτης)/αρχείων/εικόνας/μονάδων μέτρησης/νομισμάτων (: για μετατροπή ενός ποσού από μία νομισματική μονάδα σε άλλη)/σήματος (βλ. ηχείο)/(τάσης) ρεύματος από 220V σε 110V. Βλ. αναστροφ-, ηχοβολ-έας, μετασχηματ-, ψαλιδ-ιστής. ● ΣΥΜΠΛ.: καταλυτικός μετατροπέας: ΤΕΧΝΟΛ. καταλύτης., υδραυλικός μετατροπέας ροπής: ΤΕΧΝΟΛ. σύστημα που χρησιμοποιείται σε αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων, λειτουργεί υδραυλικά και παίζει τον ρόλο του συμπλέκτη. [< γαλλ. convertisseur de couple hydraulique] [< γαλλ. convertisseur]

σινεμπλόκ

σινεμπλόκσι-νε-μπλόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα από ελαστικό υλικό που χρησιμοποιείται στις αναρτήσεις αυτοκινήτου, για να μειώνει τους κραδασμούς και τον θόρυβο: φθαρμένο ~. ~ πολυουρεθάνης/ψαλιδιών. Βλ. αντικραδασμικό, ζαμφόρ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. silent block, 1928]

τροχιστήρι

τροχιστήριτρο-χι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): τροχιστικό εργαλείο: ~ ψαλιδιών. Πβ. λίμα. ΣΥΝ. τροχιστής (2)

τσίφτης

τσίφτηςτσί-φτης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. {θηλ. τσίφτισσα} αυτός που είναι πολύ ικανός, πανέξυπνος και έχει άψογη συμπεριφορά: καραμπουζουκλής/μάγκας και ~. Είσαι πολύ ~ (= εντάξει). (ως προσφών.) Γεια σου, ~η! 2. ΟΡΝΙΘ. είδος γερακιού (επιστ. ονομασ. Milvus migrans), με σκούρο καφέ χρώμα, υπόλευκο κεφάλι με ραβδώσεις, στενές φτερούγες και διχαλωτή ουρά, το οποίο τρέφεται κυρ. με ψοφίμια. Βλ. ψαλιδιάρης. [< αλβ. qift]

φρέζα

φρέζαφρέ-ζα ουσ. (θηλ.) {φρεζών} ΤΕΧΝΟΛ. 1. σκαπτικό και αποψιλωτικό μηχάνημα, με σειρά περιστρεφόμενων λεπίδων: συρόμενη ~. ~ κήπου. Κούρεμα του γκαζόν με τη ~. Τρακτέρ με ~. Πβ. δισκοσβάρνα, μοτοκαλλιεργητής. Βλ. αλέτρι. 2. περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο: κάθετη ~. Βλ. εργαλειομηχανή, πλάνη2, σβούρα, σμυριδοτροχός, τόρνος. ● Υποκ.: φρεζάκι (το) [< ιταλ. fresa, γαλλ. fraise]

φτερό

φτερόφτε-ρό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) πτερό 1. ΖΩΟΛ. -ΟΡΝΙΘ. καθένας από τους σχηματισμούς που καλύπτουν και προστατεύουν το σώμα των πτηνών και με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να πετούν, να επιπλέουν στο νερό και να διατηρούν σταθερή τη θερμοκρασία τους· αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, το κάτω μέρος του οποίου είναι γυμνό (κάλαμος), ενώ το επάνω (ράχη) φέρει αριστερά και δεξιά μύστακες που ενώνονται μεταξύ τους: πλουμιστά ~ά. Τα ~ά του παγονιού/της πάπιας/της χήνας. ~ά και πούπουλα (βλ. φτέρωμα). Βλ. πτερόρροια, πτεροφυΐα.|| Πένα από ~. Καπέλο με ~ά. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} φτερούγα: πληγωμένα ~ά. Τα ~ά των πουλιών. Το άνοιγμα των ~ών του αετού.|| Τα ~ά της μύγας/της πεταλούδας.|| Τα ~ά των αγγέλων/του δράκου.|| (μτφ.) Με τα ~ά του έρωτα/της φαντασίας/της ψυχής. 3. (κατ' επέκτ.) ό,τι μοιάζει με φτερό ή φτερούγα: βλάβη στο αριστερό ~ (= πτέρυγα) του αεροσκάφους. Τα ~ά του ανεμιστήρα (= πτερύγια, φτερωτή)/ανεμόμυλου.|| Σερβιέτες με ~ά (προστασίας). 4. τμήμα του αμαξώματος που καλύπτει το επάνω μέρος των τροχών οχήματος: το μπροστινό/πίσω ~ του αυτοκινήτου/της μηχανής. Βαθούλωμα/βούλιαγμα στο ~. ~ά ποδηλάτου. 5. ΑΘΛ. το μπαλάκι του μπάντμιντον. 6. ξεσκονιστήρι. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορία φτερού 1. ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) κατηγορία βάρους στην οποία κατατάσσονται πυγμάχοι που ζυγίζουν από 55 μέχρι 57 κιλά: πρωταθλητής στην ~ ~. 2. (μτφ.-προφ.) για κάποιον πολύ αδύνατο ή κάτι πολύ ελαφρύ., το φτερό της επίθεσης: ΑΘΛ. το άκρο της επιθετικής γραμμής ποδοσφαιρικής ομάδας: Στο αριστερό/δεξί φτερό ~ έπαιζε/ήταν ο ... ● ΦΡ.: ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) (μτφ.) 1. ανεξαρτητοποιούμαι, κάνω μια νέα αρχή: Είναι καιρός να ανοίξεις τα ~ σου και να γνωρίσεις τον κόσμο. 2. επεκτείνω τις δραστηριότητές μου: Η εταιρεία ετοιμάζεται να απλώσει τα ~ της στο εξωτερικό., βάζω φτερά (στα πόδια) (μτφ.) 1. αρχίζω να τρέχω γρήγορα: Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε (= έγινε πύραυλος). 2. εμψυχώνω: Το γκολ έβαλε ~ στα πόδια των γηπεδούχων., βγάζω φτερά (μτφ.-προφ.): φεύγω γρήγορα: Μόλις κατάλαβε τι τον περίμενε, έβγαλε ~ (= την έκανε, έγινε καπνός/Λούης)., δίνω φτερά (σε κάποιον) (μτφ.): ενθαρρύνω: Η επιβράβευση ~ει ~ στους μαθητές να συνεχίσουν την προσπάθεια., κάνει φτερά (μτφ.-προφ.): εξαφανίζεται, συνήθ. λόγω κλοπής: Κοσμήματα ανυπολόγιστης αξίας έκαναν ~.|| Τα λεφτά έχουν κάνει ~ (= εξανεμιστεί)., κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου (μτφ.): αποθαρρύνω, απογοητεύω: Η αποτυχία τού έκοψε ~. ΣΥΝ. κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον), με κομμένα/πεσμένα (τα) φτερά & με τα φτερά κομμένα (μτφ.): αποθαρρυμένος, χωρίς αυτοπεποίθηση: Μετά την ήττα της, η ομάδα συνεχίζει ~ ~., πετώ με τα δικά μου φτερά (μτφ.): στηρίζομαι στις δυνάμεις μου, τα καταφέρνω μόνος μου: Είναι σε ηλικία που μπορεί πια να ~άξει με τα δικά του ~., στο φτερό (προφ.): βιαστικά, πολύ γρήγορα, αμέσως: Συναντιόμαστε πάντα ~ ~. Έκαναν τη δουλειά/πήρα την απόφαση ~ ~ (= στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς-φιτίλι/τάκα-τάκα). ΣΥΝ. στα γρήγορα, στα πεταχτά, φτερό στον άνεμο βλ. άνεμος, φύλλο (και) φτερό βλ. φύλλο [< μεσν. φτερό(ν) < αρχ. πτερόν 3,4: γαλλ. aile]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.