Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ψεκάζω ψε-κά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψέκα-σα, ψεκά-σει, -στηκε, -στεί, ψεκάζ-οντας, -όμενος, ψεκα-σμένος}: εκτοξεύω (σε κάτι ή κάποιον) σταγονίδια υγρού με τη χρήση ειδικού δοχείου ή κατάλληλης συσκευής: ~ το δωμάτιο με αρωματικό σπρέι (πβ. αρωματίζω)/τα λουλούδια (: με νερό· πβ. καταβρέχω).|| ~σαν (= ράντισαν) με φυτοφάρμακο. Βλ. αψέκαστος. ● ΦΡ.: ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε (προφ.): για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα και εύκολα (ή πρόχειρα): Οι εξετάσεις δεν είναι ~ ~· χρειάζεται διάβασμα. Βλ. ξεπέτα. [< μτγν. ψεκάζω, γαλλ. pulvériser]

αψέκαστος

αψέκαστος, η, ο [ἀψέκαστος] α-ψέ-κα-στος επίθ.: που δεν τον έχουν ψεκάσει, ραντίσει συνήθ. με φυτοφάρμακα: ~α: δέντρα/φυτά.

ξεπέτα

ξεπέταξε-πέ-τα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. (μτφ.) πράξη που γίνεται βιαστικά και πρόχειρα: η λογική της ~ας. 2. βιαστική ερωτική συνεύρεση που γίνεται συνήθ. εκτός σχέσης. ● ΦΡ.: στην ξεπέτα: {ως επίρρ.} χωρίς προσοχή ή φροντίδα, επιπόλαια. Πβ. άρπα-κόλλα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.