ψεκάζω ψε-κά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ψέκα-σα, ψεκά-σει, -στηκε, -στεί, ψεκάζ-οντας, -όμενος, ψεκα-σμένος}: εκτοξεύω (σε κάτι ή κάποιον) σταγονίδια υγρού με τη χρήση ειδικού δοχείου ή κατάλληλης συσκευής: ~ το δωμάτιο με αρωματικό σπρέι (πβ. αρωματίζω)/τα λουλούδια (: με νερό· πβ. καταβρέχω).|| ~σαν (= ράντισαν) με φυτοφάρμακο. Βλ. αψέκαστος. ● ΦΡ.: ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε (προφ.): για κάτι που γίνεται πολύ γρήγορα και εύκολα (ή πρόχειρα): Οι εξετάσεις δεν είναι ~ ~· χρειάζεται διάβασμα. Βλ. ξεπέτα. [< μτγν. ψεκάζω, γαλλ. pulvériser]
αψέκαστος
αψέκαστος, η, ο [ἀψέκαστος] α-ψέ-κα-στος επίθ.: που δεν τον έχουν ψεκάσει, ραντίσει συνήθ. με φυτοφάρμακα: ~α: δέντρα/φυτά.
ξεπέτα
ξεπέταξε-πέ-τα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. (μτφ.) πράξη που γίνεται βιαστικά και πρόχειρα: η λογική της ~ας.2. βιαστική ερωτική συνεύρεση που γίνεται συνήθ. εκτός σχέσης. ● ΦΡ.: στην ξεπέτα: {ως επίρρ.} χωρίς προσοχή ή φροντίδα, επιπόλαια. Πβ. άρπα-κόλλα.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.