ψευδεπίγραφος , η, ο ψευ-δε-πί-γρα-φος επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. που φέρει ψευδώς το όνομα κάποιου συγγραφέα, χωρίς αυτός να είναι ο πραγματικός δημιουργός του: ~α: έργα/κείμενα. Πβ. νόθος. Βλ. πλαστός, -γραφος.2. (γενικότ.-λόγ.) που φέρει ψεύτικη επιγραφή· του οποίου το όνομα ή ο χαρακτηρισμός που του αποδίδεται δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο: ~α: φάρμακα (: που παρουσιάζουν σκόπιμη παραποίηση της ταυτότητας, της προέλευσης και του ιστορικού τους).|| ~ος: διάλογος. ~η: ειρήνη. Πβ. ψευδώνυμος. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία βλ. ευαγγέλιο [< μτγν. ψευδεπίγραφος]
ευαγγέλιο
ευαγγέλιο[εὐαγγέλιο] ευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {ευαγγελί-ου | -ων} & (λαϊκό) βαγγέλιο 1. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) καθένα από τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης που διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής, του θανάτου, της Ανάστασης και της Ανάληψης του Χριστού, παρουσιάζουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά στοιχεία του Χριστιανισμού· συνεκδ. ιερό λειτουργικό βιβλίο με περικοπές από τα τέσσερα Ευαγγέλια· ειδικότ. εδάφιο, απόσπασμα που διαβάζεται από τον ιερέα σε εκκλησιαστική ακολουθία· κατ' επέκτ. η Καινή Διαθήκη και το αντίστοιχο βιβλίο: το κατά Ματθαίον/Μάρκον/Λουκάν/Ιωάννην ~ (αλλιώς κανονικά ~α, γιατί αποτελούν μέρος του Κανόνα της Αγίας Γραφής). Η μετάφραση των ~ων στη Δημοτική (βλ. Ευαγγελικά).|| Ενεπίγραφο/χειρόγραφο ~.|| Ανάγνωση του ~ου (από τον ιερέα). Το ~ της Κυριακής/της Μεγάλης Παρασκευής.|| Προσκυνώ/φιλώ το ~. Ο μάρτυρας ορκίστηκε στο ~. Βλ. πρωτ~.2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Ε) η διδασκαλία του Χριστού, οι χριστιανικές αρχές, ο χριστιανισμός: η αλήθεια/η διάδοση/η διακονία/η ερμηνεία/το κήρυγμα/τα μηνύματα/το πνεύμα του ~ου.3. (μτφ.) συνήθ. για βιβλίο που περιλαμβάνει τις βασικές αρχές ιδεολογικού, πολιτικού, φιλοσοφικού συστήματος ή οι ίδιες οι αρχές, που συχνά υπόσχονται σωτηρία, ευτυχία: το ~ ενός κόμματος/της μεταπολεμικής διανόησης. Πβ. βίβλος.|| Κοινωνικό ~.4. (μτφ.) καθετί που θεωρείται αυθεντία και ακολουθείται πιστά: Έχω τα έργα του για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Απόκρυφα Ευαγγέλια/βιβλία & (σπάν.) ψευδεπίγραφα ευαγγέλια: θρησκευτικά κείμενα που περιέχουν λάθη και φανταστικά στοιχεία, φέρουν ψευδώς το όνομα κάποιου γνωστού εκκλησιαστικού προσώπου, δεν θεωρούνται θεόπνευστα και δεν έχουν περιληφθεί στον Κανόνα της Αγίας Γραφής: Τα Απόκρυφα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Τα απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης., Δώδεκα Ευαγγέλια: οι δώδεκα ευαγγελικές περικοπές που διαβάζονται τη Μεγάλη Πέμπτη και κατ' επέκτ. ο εσπερινός της Μεγάλης Πέμπτης., χαράς ευαγγέλια: για δήλωση πολύ μεγάλης χαράς, συνήθ. κατόπιν χαρμόσυνης είδησης ή γεγονότος., Γνωστικά Ευαγγέλια βλ. γνωστικός2, συνοπτικά Ευαγγέλια βλ. συνοπτικός ● ΦΡ.: άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο (προφ.): δεν ανήκει στις αρμοδιότητές μου: Αυτό που ζητάτε είναι ~ ~! Ποιος έχει δίκιο; ~ ~!, βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο1. (μτφ.) είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Έτσι άκουσα να λένε, αλλά δεν βάζω και το ~ ~. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, παίρνω όρκο 2. (κυριολ.) για να ορκιστώ στο δικαστήριο. [< μτγν. εὐαγγέλιον 'ευχάριστα νέα', γαλλ. évangile, αγγλ. evangel, evangile]
πλαστός
πλαστός, ή, ό πλα-στός επίθ. ΣΥΝ. ψεύτικος 1. που αποτελεί απομίμηση του αυθεντικού, με σκοπό την εξαπάτηση· κάλπικος, κίβδηλος: ~ός: πίνακας (ζωγραφικής). ~ή: άδεια/επιταγή/πιστωτική κάρτα/σφραγίδα. ~ό: διαβατήριο/έγγραφο. ~ά: έργα τέχνης/χαρτονομίσματα. Βλ. βέρος. ΣΥΝ. νόθος (2) ΑΝΤ. αυθεντικός (1), γνήσιος (1) 2. (μτφ.) επινοημένος, φτιαχτός, μη πραγματικός: ~ή: διήγηση/ιστορία (πβ. μυθώδης). ~ό: δίλημμα (πβ. επίπλαστος). ~ές: ανάγκες (= πλασματικές)/υποσχέσεις. Πβ. κατασκευασμένος, τεχνητός. ● επίρρ.: πλαστά [< αρχ. πλαστός]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.