Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ψηλός , ή, ό ψη-λός επίθ. & (λαϊκό-λογοτ.) αψηλός ΑΝΤ. χαμηλός 1. που έχει ύψος μεγαλύτερο από τον μέσο όρο ή από αυτό που θεωρείται κανονικό ή συνηθισμένο: ~ή: γυναίκα. ~ό: παιδί. ~ και άχαρος (= κρεμανταλάς)/λεπτός (= ψηλόλιγνος). Πόσο ~ είναι (: τι ύψος έχει); ΑΝΤ. κοντός.|| ~ός: πύργος/φράκτης. ~ή: γέφυρα. ~ό: αμάξωμα/βουνό/δέντρο/εμπόδιο/κτίριο/ποτήρι (βλ. κολονάτος)/σπίτι/τείχος/τραπέζι/φυτό. ~ές: μπότες. ~ά: τακούνια. Καρέκλα με ~ή πλάτη. Η ομάδα έπαιξε με ~ό σχήμα (: με ψηλούς παίκτες). 2. που βρίσκεται σε μεγάλο ύψος ή υψόμετρο: ~ό: παράθυρο/ταβάνι (βλ. ψηλοτάβανος). ~ά: κλαδιά/ντουλάπια/ράφια.|| ~ή: κορυφή. Το πιο ~ό σημείο. 3. που βρίσκεται στα ανώτερα επίπεδα μιας κλίμακας, υψηλός: ~ή: βαθμολογία/θερμοκρασία/περιεκτικότητα/πίεση (= υπέρταση)/τάση/χοληστερίνη. ~ό: κόστος. ~ές: συχνότητες/τιμές. ~ά: εισοδήματα/επιτόκια/ποσοστά. ● Ουσ.: ψηλά (τα): σημείο που είναι σε αρκετά μεγάλο υψόμετρο: Χιονίζει στα ~ της πόλης.|| (μτφ.) Η ομάδα θέλει να διατηρηθεί στα ~ της βαθμολογίας. Πβ. ρετιρέ. ● Υποκ.: ψηλούτσικος , η, ο: συνήθ. στις σημ. 1, 3: γεματούλης και ~ (ΑΝΤ. κοντούτσικος). ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί βλ. σκαλί ● ΦΡ.: απ' τα ψηλά στα χαμηλά (και απ' τα πολλά στα λίγα) (παροιμ.): σε περιπτώσεις μετάβασης από μια κατάσταση ευημερίας, ευτυχίας ή ισχύος σε μια ακριβώς αντίθετη: Έτσι είναι η ζωή, ~ ~! Πβ. από δήμαρχος κλητήρας., στο ψηλό παιχνίδι: (στο ποδόσφαιρο και το μπάσκετ) στην περίπτωση που η μπάλα παίζεται στον αέρα, οπότε πλεονέκτημα έχουν συνήθ. οι ψηλοί ή αλτικοί παίκτες: Η ομάδα είναι δυνατή ~ ~ (: διαθέτει ψηλούς παίκτες). Αρκετά καλός ~ ~ και εξίσου επικίνδυνος με την μπάλα στα πόδια. ΑΝΤ. στο χαμηλό παιχνίδι, τα ψηλά σκαλοπάτια {σπανιότ. στον εν.} (μτφ.): οι ανώτερες θέσεις: ~ ~ της ιεραρχίας. Αναρριχήθηκε/διατηρήθηκε/παρέμεινε στα ~ ~ του πίνακα. Θέλει να φτάσει στο πιο ~ό ~ι., (να ζήσεις) σαν τα ψηλά βουνά! βλ. βουνό, τα ψηλά καπέλα βλ. καπέλο ● βλ. ψηλά [< μεσν. ψηλός]
  • ψηλόσωμος , η, ο βλ. υψηλόσωμος

βουνό

βουνόβου-νό ουσ. (ουδ.) 1. φυσικό ύψωμα γης που ξεπερνά τα τριακόσια μέτρα σε ύψος (είναι δηλ. μεγαλύτερο από τον λόφο): απόκρημνο/ιερό/κακοτράχαλο/καταπράσινο/χιονισμένο/ψηλό ~. Γυμνό/φαλακρό ~ (: χωρίς δέντρα). (ΜΥΘ.) Το ~ των θεών (: ο Όλυμπος). Κορυφή/μονοπάτια/πλαγιά/πρόποδες (παρυφές/ρίζες/υπώρειες) ~ού. Τσάι/χόρτα του ~ού. Απάτητα/δασωμένα/δύσβατα/πετρώδη ~ά. ~ά με απότομα φαράγγια/βαθιές χαράδρες/πλούσια βλάστηση. ~ά και πεδιάδες. ~ που υψώνεται στα βόρεια του νομού. Διασχίζω/κατεβαίνω το ~. Ανεβαίνω στο/το ~. Ο ήλιος έδυσε πίσω από τα ~ά. Περιοχή που περιβάλλεται από ~ά. Πβ. όρος. Βλ. παγόβουνο, πρόβουνο.|| (Αθλήματα/σπορ ~ού:) Ποδηλασία/σκι ~ού. Ανάβαση/αναρρίχηση/ορειβασία/πεζοπορία σε ~. 2. (κατ΄επέκτ.) ορεινή περιοχή: άνθρωπος του ~ού (= βουνίσιος). Διακοπές/ταξίδι στο ~ (βλ. στη θάλασσα). Ζει στα ~ά. 3. (μτφ.-εμφατ.) πληθώρα, σωρός· ειδικότ. για κάτι πολύ δύσκολο, ακατόρθωτο ή μεγάλο, ογκώδες: ~ από άπλυτα (= ίσα με το ταβάνι)! ~ά σκουπιδιών/από σκουπίδια. Σκυμμένος πάνω από ένα ~ βιβλία. Πβ. πλήθος, στοίβα, σωρεία.|| ~ οι δυσκολίες/τα εμπόδια/τα προβλήματα/τα χρέη. Η υπόθεση μού φαίνεται/φαντάζει ~! Πβ. σκόπελος, τροχοπέδη, φραγμός.|| Κύματα ~ά (= τεράστια). ● Υποκ.: βουναλάκι & (λαϊκό-λογοτ.) βουνάκι & βουνί (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ποδήλατο βουνού βλ. ποδήλατο ● ΦΡ.: (να ζήσεις) σαν τα ψηλά βουνά!: ευχή για υγεία και μακροζωία: Να 'σαι γερός ~ ~!|| Έργο αθάνατο σαν ~ ~., από το βουνό κατέβηκε; (ειρων.-μειωτ.): για άνθρωπο ανίδεο ή αγροίκο, αγενή. ΣΥΝ. κατέβηκε/ήρθε/είναι από τα Γκράβαρα, βουνά και λαγκάδια: δύσβατες περιοχές, συνήθ. μακρινές: Περάσαμε μέσα από ~ ~., βουνό με βουνό δεν σμίγει: για να δηλωθεί ότι υπάρχει πάντα η πιθανότητα να ξανασυναντηθούν δυο άνθρωποι. Βλ. καλώς τα μάτια μου τα δυο!, σαν τα χιόνια!, η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους) (παροιμ.): λέγεται για πράξεις παράλογες, απερίσκεπτες., μαθημένα/συνηθισμένα τα βουνά στα/από τα χιόνια (παροιμ.): όποιος έχει συναντήσει μεγάλες δυσκολίες στο παρελθόν, αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα τις αντιξοότητες. ΣΥΝ. ο βρεγμένος (τη) βροχή δεν (τη) φοβάται, ο άνθρωπος/η πίστη κινεί βουνά (μτφ.): μπορεί να πετύχει ακόμα και κάτι θεωρητικά ανέφικτο., παίρνω τα (όρη και τα) βουνά (μτφ.) 1. φεύγω μακριά, συνήθ. επειδή βρίσκομαι σε κίνδυνο ή/και σε απόγνωση. 2. (σπάν.) τρελαίνομαι, παραφρονώ., στα όρη, στ' άγρια βουνά & στα όρη και στα βουνά (προφ.): πάρα πολύ μακριά (και απόκρημνα): Τι γύρευαν ~ ~ μες στα μεσάνυχτα; Ήταν ανάγκη να τρέχεις ~ ~;, τύχη βουνό (προφ.): (συνήθ. σε περίπτωση σοβαρού ατυχήματος) πολύ μεγάλη, εξαιρετική τύχη: ~ ~ είχε ο οδηγός του ΙΧ που έπεσε στον γκρεμό και σώθηκε., βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό βλ. βοηθώ, κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό) βλ. κρατώ, μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά (μαύρη σαν καλιακούδα) βλ. νύχτα, όταν/αν/άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ βλ. Μωάμεθ [< μεσν. βουνό(ν)]

στραβός

στραβός

κα-πέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. κάλυμμα του πάνω ή/και πίσω μέρους του κεφαλιού, που φοριέται ως ενδυματολογικό αξεσουάρ ή για προστασία κυρ. από το κρύο ή τον ήλιο· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοια μορφή: βαμβακερό/γούνινο/δερμάτινο/μάλλινο/υφασμάτινο/ψάθινο ~. Ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~. Ναυτικό/στρατιωτικό ~. ~ με φτερά/παραλλαγής. Το γείσο/ο γύρος (= μπορ· βλ. πλατύγυρος) του ~ου. ΣΥΝ. πίλος. Βλ. ημίψηλο, καβουρ-, ψαθ-άκι, καπελ-ίνα, -ίνο, κασκέτο, κράνος, μελόν, πέτασος, πηλήκιο, ρεπούμπλικα, σκούφος, τεπές, τζόκεϊ, τόκα1, τραγιάσκα.|| Το ~ της καμινάδας/της λάμπας (πβ. αμπαζούρ)/του μανιταριού. 2. (μτφ.-προφ.) οικονομική επιβάρυνση, επιπλέον χρέωση, συνήθ. παράνομη: Έβαλαν/μπήκε/πληρώνουμε ~ στις τιμές των καυσίμων. Κρυφά ~α σε δάνεια και κάρτες. Πβ. καπέλωμα. Βλ. χαράτσι. ● Υποκ.: καπελάκι (το): κούρεμα ~ (: κοντό καρέ, με τα μαλλιά να σχηματίζουν μια μορφή καπέλου γύρω από το πρόσωπο). ● ΦΡ.: (είναι) άλλο καπέλο (προφ.): (είναι) εντελώς διαφορετικό θέμα: Οι ασκήσεις ήταν εύκολες· αν εσύ δεν είχες διαβάσει είναι ~ ~! Τώρα μιλάμε για τις απεργίες, ~ ~ οι καταλήψεις! Βλ. άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο. ΣΥΝ. έτερον εκάτερον, βγάζω το καπέλο σε κάποιον (μτφ.-προφ.): έκφραση αναγνώρισης της αξίας κάποιου: Μπράβο, φοβερή δουλειά, σου ~ ~! Όποιος το βρει, του ~ ~! Πβ. αποκαλύπτ-, υποκλίν-ομαι. [< γαλλ. tirer son chapeau à quelqu'un ] , παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω: θα φύγω, θα αποχωρήσω (χωρίς ενδοιασμό): Αν ζορίσουν τα πράγματα, ~ ~! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί θα πάρω ~ και θα φύγω!, τα ψηλά καπέλα (ειρων.): οι υψηλά ιστάμενοι., βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) βλ. λαγός, γούστο μου (και) καπέλο μου! βλ. γούστο, μουνί (καπέλο) βλ. μουνί [< μεσν. καπέλο < βεν. capelo]

σκαλί

σκαλίσκα-λί ουσ. (ουδ.) {σκαλ-ιού | -ιών} ΣΥΝ. σκαλοπάτι 1. καθένα από τα οριζόντια και διαδοχικά τμήματα σκάλας: τα ~ιά της εισόδου/πόρτας. Ανεβαίνω/κατεβαίνω δυο-δυο τα ~ιά. Σκόνταψε στα ~ιά. Πβ. αναβαθμός, βαθμίδα. Βλ. κεφαλό-, πλατύ-σκαλο. 2. (μτφ.) κάθε εξελικτικό στάδιο σε μια πορεία ή ιεραρχία: τα ~ιά της δόξας/εξουσίας/επιτυχίας. Βρίσκεται/έφτασε στο τελευταίο ~. Βλ. βήμα, φάση. ● Υποκ.: σκαλάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: το πιο ψηλό/το κορυφαίο σκαλί (μτφ.): η πρώτη θέση: Ανέβηκε στο ~ ~ του βάθρου (: πήρε το χρυσό μετάλλιο). Στο ~ ~ της Ευρώπης. ● ΦΡ.: σκαλί-σκαλί (μτφ.): βαθμιαία, σταδιακά, κλιμακωτά: Ανέβηκε ~ ~ (σ)την ιεραρχία. Πβ. βήμα-βήμα., ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησίας βλ. εκκλησία, μετράω τα σκαλιά/σκαλοπάτια βλ. μετρώ [< μεσν. σκαλί(ν)]

υψηλόσωμος

υψηλόσωμος, η, ο [ὑψηλόσωμος] υ-ψη-λό-σω-μος επίθ. & ψηλόσωμος: που έχει ψηλό ανάστημα: ~ος: αμυντικός/παίκτης/ποδοσφαιριστής. ΑΝΤ. βραχύσωμος

ψηλά

ψηλάψη-λά επίρρ. {ψηλότ-ερα} ΑΝΤ. χαμηλά 1. σε μεγάλο ύψος: Πέταξε/σκαρφάλωσε ~. Δεν το φτάνω, είναι πολύ ~! Κοίτα εκεί ~! (από αστυνομικό ή γενικότ. οπλοφόρο:) ~ τα χέρια!|| (μτφ.) Είναι ~ οι τιμές (: ακριβές). Έχουν βάλει ~ τον πήχη των προσδοκιών. Περιμένουν βοήθεια από ~ (= από τον Θεό· πβ. άνωθεν)! 2. (μτφ.) σε υψηλότερη θέση: Στοχεύει ~ότερα/ακόμη πιο ~. Κατάφερε να φτάσει ~ με σκληρή προσπάθεια. Βρίσκεται ~ στη λίστα με ... ● Υποκ.: ψηλούτσικα ● ΦΡ.: έχει ψηλά τη μύτη βλ. μύτη, κάτσε/χέζε ψηλά κι αγνάντευε βλ. αγναντεύω, κρατώ ψηλά τη σημαία βλ. σημαία, με το κεφάλι ψηλά βλ. κεφάλι, με το μέτωπο/κούτελο καθαρό/ψηλά βλ. μέτωπο, πήρε/σήκωσε/έχει (πολύ) ψηλά τον αμανέ βλ. αμανές, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα, σηκώνω τα χέρια ψηλά βλ. σηκώνω ● βλ. ψηλός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.