Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ψυχιατρείο [ψυχιατρεῖο] ψυ-χι-α-τρεί-ο ουσ. (ουδ.): θεραπευτικό ίδρυμα όπου νοσηλεύονται άτομα με ψυχικές διαταραχές. Πβ. τρελάδικο, τρελοκομείο. ΣΥΝ. φρενοκομείο [< γαλλ. hôpital psychiatrique]