Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ψωριασικός , ή, ό ψω-ρι-α-σι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ψωρίαση ή πάσχει από αυτή: ~ή: αρθρίτιδα.~ές: βλάβες.|| ~οί: ασθενείς. [< γαλλ. psoriasique, αγγλ. psoriatic]