Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • ψώρα ψώ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταδοτική δερματοπάθεια η οποία προκαλείται από ακάρεα, χαρακτηρίζεται από έντονη φαγούρα και εξανθήματα και προσβάλλει ανθρώπους και ζώα. Πβ. ακαρίαση. 2. ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γένος εντόμων που προσβάλλουν φυτά: άσπρη ~. Κόκκινη ~ των εσπεριδοειδών. Μαύρη ~ της ελιάς. Βλ. ψευδόκοκκος. 3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) επίμονη ενασχόληση, πάθος με κάτι: Έχει ~ με τα γρήγορα αυτοκίνητα. Από πού κόλλησες την ~ του συλλέκτη; Πβ. ψώνιο. ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα βλ. ζήλια, να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα βλ. ζήλια [< αρχ. ψώρα]
  • ψωραλέος , α, ο ψω-ρα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαθλιωμένος, θλιβερός: Βλ. βρομιάρης, πειναλέος.|| Παίρνει έναν ~ο μισθό. Βλ. -αλέος. 2. που έχει ψώρα: ~ο: άλογο (= ψωράλογο). ΣΥΝ. ψωριάρης (2) [< 2: αρχ. ψωραλέος]
  • ψωράλογο ψω-ρά-λο-γο ουσ. (ουδ.) 1. αδύνατο και γέρικο άλογο. Βλ. κουτσάλογο. 2. (για πρόσ.) υβριστικός χαρακτηρισμός.

-αλέος

-αλέος, α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.

βρομιάρης

βρομιάρης, α, ικο βρο-μιά-ρης επίθ. & βρωμιάρης (κυρ. για πρόσ., προφ.) 1. βρόμικος, ακάθαρτος: ~ και σιχαμένος. ΑΝΤ. καθαρός (1) 2. (μτφ.-υβριστ.) ανήθικος, πρόστυχος. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. αχρείος, βρομερός (1), παλιάνθρωπος [< μεσν. βρομιάρης]

ζήλια

ζήλιαζή-λια ουσ. (θηλ.) & ζήλεια 1. έντονη επιθυμία για την απόκτηση ιδιότητας ή αγαθού που διαθέτει κάποιος· κατ' επέκτ. εχθρικό συναίσθημα απέναντι σε πρόσωπο που υπερέχει: η ~ των παιδιών.|| Προκαλεί τη ~. Τον βασανίζει η ~ για τις επιτυχίες τους. Πβ. ζηλοφθονία. 2. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) το συναίσθημα που προκαλεί η αμφιβολία και η ανασφάλεια κάποιου για την πίστη του/της συντρόφου του: Τρέφει παθολογική ~ για τη γυναίκα του. Πβ. καχυποψία. ΣΥΝ. ζηλοτυπία ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα (προφ.): σε περιπτώσεις που θέλουμε να κάνουμε κάποιον να ζηλέψει., κάνω ζήλιες (προφ.): κάνω σκηνές ζηλοτυπίας: Του έκανε ~, επειδή κοιτούσε άλλες., να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα (παροιμ.) 1. για να τονιστεί ότι οι άνθρωποι ζηλεύουν συχνά ο ένας τον άλλο. 2. σε περιπτώσεις που κάποιος τρέφει έντονα συναισθήματα ζήλιας., σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια (προφ.): ζηλεύω υπερβολικά., πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος [< μεσν. ζήλεια, ζηλιά]

κουτσάλογο

κουτσάλογοκου-τσά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. κουτσό άλογο· (κυρ. μειωτ.) αυτό που δεν τρέχει γρήγορα: Πόνταρα σε ~ (: στον ιππόδρομο). Βλ. ψωράλογο. 2. (μτφ.) αυτός που κουτσαίνει· ειδικότ. ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται συχνά και δεν έχει καλή απόδοση.

ψευδόκοκκος

ψευδόκοκκοςψευ-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (οικογ. Pseudococcidae) που προσβάλλει διάφορα είδη φυτών· το σώμα του καλύπτεται από κέρινα νήματα που μοιάζουν με βαμβάκι: ~ των εσπεριδοειδών και της αμπέλου (: Pseudococcus/Planococcus citri). Βλ. βαμβακάδα, ψώρα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.