ψώρα ψώ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μεταδοτική δερματοπάθεια η οποία προκαλείται από ακάρεα, χαρακτηρίζεται από έντονη φαγούρα και εξανθήματα και προσβάλλει ανθρώπους και ζώα. Πβ. ακαρίαση.2. ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γένος εντόμων που προσβάλλουν φυτά: άσπρη ~. Κόκκινη ~ των εσπεριδοειδών. Μαύρη ~ της ελιάς. Βλ. ψευδόκοκκος.3. (σπάν.-μτφ.-προφ.) επίμονη ενασχόληση, πάθος με κάτι: Έχει ~ με τα γρήγορα αυτοκίνητα. Από πού κόλλησες την ~ του συλλέκτη; Πβ. ψώνιο. ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα βλ. ζήλια, να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα βλ. ζήλια [< αρχ. ψώρα]
ψωραλέος , α, ο ψω-ρα-λέ-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εξαθλιωμένος, θλιβερός: Βλ. βρομιάρης, πειναλέος.|| Παίρνει έναν ~ο μισθό. Βλ. -αλέος.2. που έχει ψώρα: ~ο: άλογο (= ψωράλογο). ΣΥΝ. ψωριάρης (2) [< 2: αρχ. ψωραλέος]
-αλέος, α, ο: επίθημα για τον σχηματισμό επιθέτων που επιτείνει την δηλούμενη ιδιότητα: αβυσσ~/γηρ~/διψ~/θαρρ~/κραυγ~/λυσσ~/νυστ~/πειν~/ρωμ~/υπν~/φευγ~/φρικ~.
ζήλιαζή-λια ουσ. (θηλ.) & ζήλεια 1. έντονη επιθυμία για την απόκτηση ιδιότητας ή αγαθού που διαθέτει κάποιος· κατ' επέκτ. εχθρικό συναίσθημα απέναντι σε πρόσωπο που υπερέχει: η ~ των παιδιών.|| Προκαλεί τη ~. Τον βασανίζει η ~ για τις επιτυχίες τους. Πβ. ζηλοφθονία.2. (ειδικότ. για σύζυγο ή εραστή) το συναίσθημα που προκαλεί η αμφιβολία και η ανασφάλεια κάποιου για την πίστη του/της συντρόφου του: Τρέφει παθολογική ~ για τη γυναίκα του. Πβ. καχυποψία. ΣΥΝ. ζηλοτυπία ● ΦΡ.: ζήλια-ψώρα (προφ.): σε περιπτώσεις που θέλουμε να κάνουμε κάποιον να ζηλέψει., κάνω ζήλιες (προφ.): κάνω σκηνές ζηλοτυπίας: Του έκανε ~, επειδή κοιτούσε άλλες., να 'ταν(ε) η ζήλια ψώρα/αν ήταν η ζήλια ψώρα, θα γέμιζε/θα κόλλαγε/θα την είχε όλη η χώρα (παροιμ.) 1. για να τονιστεί ότι οι άνθρωποι ζηλεύουν συχνά ο ένας τον άλλο. 2. σε περιπτώσεις που κάποιος τρέφει έντονα συναισθήματα ζήλιας., σκάω από τη ζήλια μου/με τρώει η ζήλια (προφ.): ζηλεύω υπερβολικά., πράσινος από τη ζήλια/από το κακό του βλ. πράσινος [< μεσν. ζήλεια, ζηλιά]
κουτσάλογο
κουτσάλογοκου-τσά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.) 1. κουτσό άλογο· (κυρ. μειωτ.) αυτό που δεν τρέχει γρήγορα: Πόνταρα σε ~ (: στον ιππόδρομο). Βλ. ψωράλογο.2. (μτφ.) αυτός που κουτσαίνει· ειδικότ. ποδοσφαιριστής που τραυματίζεται συχνά και δεν έχει καλή απόδοση.
ψευδόκοκκος
ψευδόκοκκοςψευ-δό-κοκ-κος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. μικρό έντομο (οικογ. Pseudococcidae) που προσβάλλει διάφορα είδη φυτών· το σώμα του καλύπτεται από κέρινα νήματα που μοιάζουν με βαμβάκι: ~ των εσπεριδοειδών και της αμπέλου (: Pseudococcus/Planococcus citri). Βλ. βαμβακάδα, ψώρα.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.