Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ωμοφαγία [ὠμοφαγία] ω-μο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατανάλωση ωμών ή άψητων τροφών, κυρ. κρέατος: χορτοφαγική ~. Βλ. -φαγία. [< μτγν. ὠμοφαγία, αγγλ. omophagia, omophagy, γαλλ. omophagie]

-φαγία

-φαγία(λόγ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνει κατανάλωση συγκεκριμένης κατηγορίας, ποσότητας ή/και ποιότητας τροφών: κρεατο~/ξηρο~/χορτο~.|| Μονο~/πολυ~/υπερ~.|| Καλο~.|| (κατ' επέκτ.) Ονυχο~. || ανθρωπο~/θεο~.