Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ωμοφόριο [ὠμοφόριο] ω-μο-φό-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. αρχιερατικό άμφιο που αποτελείται από μια πλατιά λωρίδα υφάσματος, την οποία φέρει ο επίσκοπος στους ώμους του κατά τη διάρκεια ιεροτελεστίας: μεγάλο/μικρό ~. Βλ. πετραχήλι. [< μτγν. ὠμοφόριον]

πετραχήλι

πετραχήλιπε-τρα-χή-λι ουσ. (ουδ.) {πετραχηλ-ιού} (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. μακρόστενο άμφιο με χρυσοκέντητους σταυρούς και κρόσσια στο κάτω μέρος, το οποίο ο ιερέας φορά από τον λαιμό κατά την τέλεση ιεροπραξιών. ΣΥΝ. επιτραχήλιο, περιτραχήλιο (2) ● ΦΡ.: λαγούς με/και πετραχήλια βλ. λαγός [< μεσν. πετραχήλι(ν) < επιτραχήλιον. Στη ΦΡ. λαγούς με πετραχήλια πρόκειται για το περιτραχήλιον, ‘περιδέραιο, περιλαίμιο’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.