Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ωοτόκος , ος, ο [ᾠοτόκος] ω-ο-τό-κος επίθ.: ΖΩΟΛ. (για ζώο) που η αναπαραγωγή του γίνεται με ωοτοκία: ~ες: όρνιθες. Βλ. -τοκος. ΑΝΤ. ζωοτόκος [< αρχ. ᾠοτόκος]

-τοκος & -τόκος

-τοκος & -τόκοςβ' συνθετικό για τον σχηματισμό σύνθετων επιθέτων που δηλώνουν 1. τη σειρά ή τον τρόπο γέννησης ενός παιδιού: πρωτό-τοκος/δευτερό~/υστερό~.|| (μτφ.) Από~. 2. θηλυκό που έχει γεννήσει: ζωο-τόκος/ωο~.|| Δύσ-τοκος/πολύ~.|| (ως ουσ.) Η Θεοτόκος. 3. ΟΙΚΟΝ. τον τόκο κεφαλαίου: ά-τοκος/έν~/υψηλό~/χαμηλό~.