Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ωστόσο [ὡστόσο] ω-στό-σο σύνδ. (λόγ.): όμως, παρ' όλα αυτά: Η απεργία έληξε· ~ τα αιτήματα παραμένουν. Τα αποτελέσματα δεν είναι ευχάριστα, τα δέχτηκε ~. Πβ. εντούτοις, μολαταύτα. [< ὡς + τόσο(ν)]