Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 9 εγγραφές  [0-9]


  • όλος , η, ο [ὅλος] ό-λος επίθ. & (λαϊκό) ούλος 1. που κανένα από τα μέρη ή τα στοιχεία του δεν παραλείπεται: Πες ~η την αλήθεια (βλ. μισή). Δεν έκλεισα μάτι ~η (τη) νύχτα. Η μουσική είναι ~η μου η ζωή (: το παν). Η ευθύνη είναι ~η δική τους. Έχεις ~ο τον καιρό/χρόνο (μπροστά σου) να προετοιμαστείς. Έχει ταξιδέψει σε ~ο τον κόσμο (: παντού). Αυξημένη είναι η κίνηση σε ~ο το μήκος της εθνικής οδού. Γκρινιάζει ~η την ώρα (: ασταμάτητα, συνέχεια). Άστατος θα 'ναι ο καιρός σε ~η τη χώρα.|| (συχνά προηγείται άρθρο) Το ~ο έργο θα κοστίσει ... ευρώ. Η ~η διαδικασία. Πβ. (συν)ολικός. ΣΥΝ. ολόκληρος (2) 2. {στον πληθ.} για να δηλωθεί ότι κανένας ή τίποτα δεν εξαιρείται από το σύνολο για το οποίο γίνεται λόγος: ~οι οι άλλοι .../οι άνθρωποι .../οι φίλοι μας .../οι υπόλοιποι ... Πού πάνε ~οι αυτοί; Έχει δίκιο απ' ~ες τις πλευρές. Είστε ~οι καλά; Συγγνώμη για ~ες τις φορές που σε πλήγωσα (: για κάθε φορά).|| (ως ουσ.) Ήρθαν ~οι; ~οι θα ήθελαν να είναι στη θέση της (: πάρα πολλοί, οι περισσότεροι). Αυτό το ξέρουν ~οι (: άπαντες, πάντες). Εξακολουθεί να επικρατεί στο κόμμα το "~οι εναντίον ~ων".|| (με προσωπική αντων.) Καλές γιορτές σ' ~ους (σας)! Η απεργία είναι δικαίωμα ~ων μας. Βλ. κανείς, μερικοί. 3. {+ άναρθρη αιτ.} (επιτατ.) γεμάτος από κάτι: Ήρθε ~ χαρά. ΣΥΝ. έμπλεος ● Ουσ.: όλα (τα): τα πάντα, το καθετί: Μην ανησυχείτε, ~ θα πάνε καλά. ~ έχουν ένα τέλος. ~ την ενοχλούν. Νομίζει ότι τα ξέρει ~ (: είναι ξερόλας). Τα θέλει ~ δικά του (: είναι πλεονέκτης). Μέχρι εδώ ~ ωραία και καλά. Ο χρόνος ~ τ' αλλάζει. ~ είναι πιθανά. Ναι/όχι σε ~.|| (ειδικότ.) Τα πούλησε/'φαγε ~ (: για περιουσία).|| (προφ., για να δηλωθεί ισοπαλία στο σκορ ομαδικών αθλητικών παιχνιδιών, ιδ. στο μπάσκετ ή το βόλεϊ) Το σκορ είναι 50 ~ (δηλ. 50-50)., όλο (το) & (λόγ.) όλον: σύνολο: Φύση και άνθρωπος αποτελούν ένα αδιαίρετο ~. Βλ. μέρος. ΣΥΝ. ολότητα ● ΦΡ.: αυτό είν' όλο (προφ.): για να τονιστεί η απλότητα, η ευκολία ενός πράγματος: ~ ~; Εγώ αλλιώς το περίμενα. ΣΥΝ. είναι πολύ/τόσο απλό, εν όλω [ἐν ὃλῳ] (λόγ.): στο σύνολό του, συνολικά: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας απαγορεύεται, ~ ~ ή εν μέρει, να πωληθεί ή να αντιγραφεί. Πβ. εξ ολοκλήρου, καθ' ολοκληρίαν. ΑΝΤ. μερικώς, όλα ή τίποτα: για να δηλωθεί απόλυτη στάση ζωής: Τα θέλω ~ ~. Είμαι της φιλοσοφίας ή ~ ~., όλα κι όλα! (προφ.): ως ένδειξη εξάντλησης της ανοχής και της υποχωρητικότητας: Α, ~ ~! Δεν θα μας πεις και τι θα κάνουμε. Πβ. ως εδώ (και μη παρέκει)., όλα σε ένα: ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. για συσκευή) που έχει πολλαπλές λειτουργίες: εκτυπωτής/κινητό (τηλέφωνο)/πολυμηχάνημα/υπολογιστής ~ ~. Βλ. πολυσυσκευή. [< αγγλ. all-in-one] , όλοι μαζί: όλοι ενωμένοι, ως ομάδα: ~ ~ στον αγώνα (πβ. μια γροθιά). Δεν μιλάμε ~ ~ (: συγχρόνως, ταυτόχρονα)., όλος κι όλος (προφ.-επιτατ.): τόσο λίγος, μικρός: Διακόσιοι είναι ~οι κι ~οι οι κάτοικοι του χωριού. Τους είδα πέντε φορές ~ες κι ~ες., όλους όσους & όλους όσοι/όλες όσες/όλα όσα: όλους αυτούς οι οποίοι: Το βιβλίο απευθύνεται σε ~ ~ διδάσκουν μουσική. Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για το αδυνάτισμα., παρ' όλο(ν), -η, -ο & παρόλο(ν), -η, -ο (επιτατ.): για να δηλωθεί αντίθεση, εναντίωση: Έχασαν παρ' όλες τις προσπάθειές τους. Βγήκα, παρόλο (= παρά) το κρύο., τα δίνω όλα (για όλα) (προφ.-επιτατ.): προσφέρω τον καλύτερό μου εαυτό, τα πάντα: Τα δίνει ~ σε μια σχέση., τα παίζω όλα (για όλα) (προφ.-εμφατ.): ρισκάρω τα πάντα, για να πετύχω κάτι: Η ομάδα θα τα παίξει ~ για τη νίκη., (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα βλ. μέσα, (είναι) όλα τα λεφτά βλ. λεφτά, ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) βλ. μεγαλείο, για όλα φταίει (κάποιος/κάτι) βλ. φταίω, είμαι όλος αυτιά βλ. αυτί, έκανε (και) η μύγα κώλο και έχεσε τον κόσμο όλο βλ. κώλος, εφ' όλης της ύλης βλ. ύλη, ικανός για όλα βλ. ικανός, καλά όλ' αυτά, αλλά ... βλ. καλός, με όλες μου/του τις δυνάμεις βλ. δύναμη, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, με όλη τη σημασία της λέξης βλ. σημασία, με τα όλα (του/της) βλ. με1, μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι βλ. κώλος, όλα (είναι) εντάξει βλ. εντάξει, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, όλα έτοιμα (στο πιάτο) βλ. έτοιμος, όλα καλά βλ. καλά, όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει βλ. φερετζές, όλων των εποχών βλ. εποχή, πάει με όλα βλ. πηγαίνω & πάω, πάνω απ' όλα βλ. πάνω & επάνω, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα βλ. πρώτα, τα βλέπει (όλα) ρόδινα βλ. βλέπω, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τα είδα όλα! βλ. βλέπω, τα έχω δει όλα βλ. βλέπω, τέλος καλό, όλα καλά βλ. καλός ● βλ. όλο [< αρχ. ὅλος]
  • ολοσέλιδος , η, ο βλ. ολο, -σέλιδος
  • ολοσκότεινος , η, ο [ὁλοσκότεινος] ο-λο-σκό-τει-νος επίθ. (επιτατ.-συχνά λογοτ.): εντελώς σκοτεινός, θεοσκότεινος: ~ος: δρόμος. ~η: νύχτα. ~ο: δωμάτιο. Πβ. κατράμι, πίσσα. ΣΥΝ. κατασκότεινος ΑΝΤ. ολόφωτος ● επίρρ.: ολοσκότεινα
  • ολοστόλιστος , η, ο [ὁλοστόλιστος] ο-λο-στό-λι-στος επίθ. (σπάν.-επιτατ.): υπερβολικά στολισμένος: ~η: αίθουσα. ~ο: χριστουγεννιάτικο δέντρο. ΣΥΝ. καταστόλιστος [< μεσν. ολοστόλιστος]
  • ολοστρόγγυλος , η, ο [ὁλοστρόγγυλος] ο-λο-στρόγ-γυ-λος επίθ. (επιτατ.) 1. εντελώς στρογγυλός: ~ος: ήλιος. ~η: κοιλιά/τρύπα. ~ο: κεφάλι/πρόσωπο/φεγγάρι. ~α: βότσαλα/γράμματα/μάτια.|| Πήρε ένα ~ο μηδεν(ικό) στο διαγώνισμα. 2. (σπανιότ.) για ακέραιο αριθμό: ~ο: νούμερο. [< μτγν. ὁλοστρόγγυλος]
  • ολοσχερής , ής, ές [ὁλοσχερής] ο-λο-σχε-ρής επίθ. {ολοσχερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): ολοκληρωτικός, πλήρης: ~ής: απαγόρευση/διάλυση/εξόφληση/κατάργηση/κατάρρευση/καταστροφή. ~ής καταβολή οφειλόμενων ποσών. Πβ. απόλυτος. ΣΥΝ. παντελής ● επίρρ.: ολοσχερώς [-ῶς] [< αρχ. ὁλοσχερής]
  • ολοσωματικός , ή, ό [ὁλοσωματικός] ο-λο-σω-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε ολόκληρο το σώμα: ~ή: ακτινοβολία/ακτινοθεραπεία/υπερθερμία.
  • ολόσωμος , η, ο [ὁλόσωμος] ο-λό-σω-μος επίθ.: που αφορά, περιλαμβάνει, καλύπτει ή αναπαριστά ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα ή το μεγαλύτερο μέρος του: ~ος: καθρέφτης. ~η: πανοπλία/ποδιά/στολή/φόρμα/φωτογραφία. ~ο: αδιάβροχο/κορμάκι/μασάζ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ο: σκήνωμα. (σε αγιογραφίες) ~οι: άγγελοι. Ο Άγιος (απ)εικονίζεται ~ και σε μετωπική στάση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: σπινθηρογράφημα.|| (ΜΗΧΑΝ.) ~οι: φορείς (όπως δοκοί, υποστυλώματα, που είναι συνεχείς, ενιαίοι). ~ες: γέφυρες. (σε μοτοσικλέτα:) ~η: εξάτμιση (τιτανίου). ● Ουσ.: ολόσωμο (το): μαγιό που καλύπτει ολόκληρο τον κορμό: Βλ. μπικίνι. [< μτγν. ὁλόσωμος]
  • ολόσωστος , η, ο [ὁλόσωστος] ο-λό-σω-στος επίθ. (επιτατ.): εντελώς, απόλυτα σωστός: ~η: απάντηση. Πβ. αλάνθαστος.

αυτί

αυτί[αὐτί] αυ-τί ουσ. (ουδ.) {αυτ-ιού | -ιών} & αφτί 1. ΑΝΑΤ. όργανο της ακοής του ανθρώπου και των σπονδυλωτών ζώων, ειδικότ. το εξωτερικό τμήμα του: αριστερό/βουλωμένο/δεξί ~. Μεγάλα/μυτερά/πεταχτά ~ιά. Το έξω/έσω (= λαβύρινθος) ~. Τα οστάρια του μέσου ~ιού (βλ. σφύρα, άκμονας, αναβολέας). Η κυψελίδα (= το κερί)/ο λοβός/το τύμπανο (του) ~ιού. Ακουστικά/θερμόμετρο ~ιού. Αιμορραγία/πίεση/πόνος/φλεγμονή στο ~. Βουητό (πβ. βούισμα, εμβοή)/λοιμώξεις/παθήσεις (βλ. βαρηκοΐα, ωτίτιδα)/πλαστική (= ωτοπλαστική)/προστατευτικά (λ.χ. σε καπέλα)/τρύπημα (των) ~ιών. Ξύνει τ' ~ του. Κόλλησε το ~ του στην πόρτα, για να ακούσει ... (: αφουγκράζεται). Δεν ακούει από το ένα ~. Βουίζουν/καθάρισα/κλείνω/κοκκινίζουν/ξεβούλωσα τ' ~ιά μου. Μου μπήκε νερό στ' ~. Του είπε/(μτφ.) σφύριξε/ψιθύρισε κάτι στ' ~. Πιάνω κάποιον από το ~ (πβ. τραβώ το ~ κάποιου). Ο θόρυβος μας έσπασε/τρύπησε τ' ~ιά. Έχει ~ιά γαϊδάρου (: πολύ μεγάλα). Πβ. ους.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Βιονικό/ηλεκτρονικό ~. 2. ακουστική ή μουσική αντίληψη: Έχει γερό/εξασκημένο/καλό/μουσικό ~ και σωστή φωνή. Λόγια που ακούγονται απειλητικά/ευχάριστα στ' ~ιά. Πβ. ακοή. 3. (κατ' επέκτ.) μέρος αντικειμένου που μοιάζει με το εξωτερικό πτερύγιο του οργάνου της ακοής: ντοσιέ με ~ιά (: για άκρα που γυρίζουν προς το εσωτερικό). Τα ~ιά του βιβλίου.|| (ΝΑΥΤ.) Τα ~ιά του πλοίου (= πανιά· πβ. λατίνι). ● Υποκ.: αυτάκι (το): Τα ~ια της γάτας.|| Σκουφί με ~ια.|| (προφ.) Διπλά (")/μονά (') ~ια (= εισαγωγικά). ● Μεγεθ.: αυτάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αυτί της θάλασσας: ΒΙΟΛ. οστρακοειδές θαλάσσιο μαλάκιο με σχήμα αυτιού (επιστ. ονομασ. Haliotis asinina/tuberculata). Βλ. γαστερόποδα. [< γαλλ. oreille de mer] , πτερύγιο του αυτιού βλ. πτερύγιο ● ΦΡ.: (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά: υπάρχει κίνδυνος να μας ακούσουν: Μην κουτσομπολεύεις, γιατί ~ ~. [< πβ. γαλλ. les murs ont des oreilles] , άκουσα με τα ίδια μου τ' αυτιά/με τ' αυτιά μου (εμφατ.): είμαι απόλυτα βέβαιος για όσα άκουσα, ήμουν αυτήκοος μάρτυρας: Το ~ ~, δεν μπορεί κανείς να με διαψεύσει (βλ. είδα με τα ίδια μου τα μάτια)., ανοίγω/τεντώνω/τσιτώνω τ' αυτιά μου/τ(ο) αυτί (μτφ.): είμαι σε εγρήγορση, για να ακούσω, να μάθω: Τεντώνει ~, για ν' ακούσει τι θα πούμε (= στήνει/βάζει αυτί). [< γαλλ. prêter l' oreille] , από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει: για να δηλωθεί ότι κάποιος αδιαφορεί για ό,τι του λένε: Δεν του δίνω καμία σημασία, ό,τι κι αν μου λέει ~ ~. ΣΥΝ. (ο) μπαινάκης (και) (ο) βγαινάκης [< γαλλ. cela lui entre par une oreille et lui sorte de l' autre] , είμαι όλος αυτιά & γεμάτος αυτιά: περιμένω να ακούσω με προσοχή και ενδιαφέρον: Αν έχεις καμιά καλή ιδέα, ~ ~., θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά!: ως απειλητ. έκφραση για επικείμενη τιμωρία: Άμα σε πιάσω στα χέρια μου, ~ ~! Βλ. τραβάω τ' αυτί., κάτι πήρε/έπιασε τ' αυτί μου & κάτι έφτασε στ' αυτιά μου (μτφ.): (για ανεξακρίβωτη πληροφορία) έμαθα κάτι, υπέπεσε στην αντίληψή μου: ~ ~, αλλά δεν ξέρω αν είναι αλήθεια. Πήρε ~ ~ ότι χώρισαν., κλείνω τ' αυτιά μου & (σπανιότ.) βουλώνω/σφραγίζω: αποφεύγω, αρνούμαι να ακούσω κάτι που θα με δυσαρεστήσει ή δελεάσει. [< γαλλ. fermer l' oreille à ...] , μέχρι/ως τ' αυτιά: πάρα πολύ, υπερβολικά: Είναι μπλεγμένος/χρεωμένος ~ ~. Κοκκίνισε ~ ~ (: συνήθ. λόγω μεγάλης ντροπής).|| Μπήκε μέσα με ένα χαμόγελο ~ ~. [< αγγλ. up to the ears] , μου έφαγε/μου 'φαγε τ' αυτιά: για κάποιον που επιμένει με ενοχλητικό τρόπο, με έπρηξε: ~ ~ να πάμε εκδρομή. Μας ~ ~ με τη γκρίνια του., μου παίρνει/ζαλίζει τ' αυτιά: με κουράζει, μου προκαλεί δυσφορία: Μου πήρε ~ με την πολυλογία της!, ρίχνω στ' αυτιά 1. βάζω κάποιον στη θέση του, του ασκώ σκληρή κριτική: Ήρθε για έλεγχο και τους έριξε ~. 2. είμαι, φαίνομαι ανώτερός του: Είναι αχτύπητη, σου ~ει ~! [< γαλλ. frotter les oreilles] , ρίχνω/κατεβάζω/πέφτουν τ' αυτιά μου: ταπεινώνομαι, ντροπιάζομαι: Έριξε ~ του κι έφυγε σιωπηλός. Μόλις άκουσα τα λόγια του, μου 'πεσαν τ' ~ιά. Γύρισαν/ήρθαν με κατεβασμένα ~ιά. Πβ. μου πέφτουν τα μούτρα, ρίχνω τα μούτρα μου. [< γαλλ. avoir l' oreille basse] , στήνω/βάζω (τ') αυτί (μου): ακούω κρυφά ή/και προσεκτικά: Έστησα/έβαλα ~ να ακούσω τι λένε (= κρυφάκουσα).|| Στήσε αυτί και άκου! (= αφουγκράσου)., τραβάω τ' αυτί κάποιου: τον επιπλήττω ή τον τιμωρώ· κυρ. παλαιότ. η αντίστοιχη κίνηση με το χέρι., χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου: του λέω ό,τι θα του άρεσε να ακούσει, τον επαινώ, τον κολακεύω: Θέλουν να ακούσουν μόνο ό,τι ~ει ~ τους. Βλ. χρυσώνω το χάπι., άλλα λέει η θεια μου (κι) άλλα ακούν τ' αυτιά μου βλ. άλλος, από τ' αυτί και στο δάσκαλο βλ. δάσκαλος, δασκάλα, από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί! βλ. στόμα, γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του βλ. γελώ, δεν ιδρώνει το αυτί (του) βλ. ιδρώνω, δεν πιστεύω στα μάτια/στ' αυτιά μου βλ. πιστεύω, έχω τ' αυτιά/τα μάτια μου ανοιχτά βλ. ανοιχτός, θα του φάω/κόψω το λαρύγγι/τ' αυτί βλ. λαρύγγι, με γελούν τα αυτιά/τα μάτια μου βλ. γελώ, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, όποιος έχει αυτιά, ακούει βλ. ακούω, περήφανος στ' αυτιά βλ. περήφανος [< μεσν. αυτί(ν), αφτί, αρχ. ὠτίον, γαλλ. oreille, αγγλ. ear]

Καλωσορίζομαι

Καλωσορίζομαι

βλέ-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {είδα (δω, προστ. δες, δείτε (λαϊκό) δέστε κ. ιδέστε, δει (λαϊκό) ιδεί, ειδωθήκαμε κ. ιδωθήκαμε, ιδωθεί, βλέποντας, ιδωμένος} 1. αντιλαμβάνομαι οπτικές παραστάσεις μέσω της όρασης, στρέφω το βλέμμα μου προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Δεν ~ει καθόλου (= είναι τυφλός)/καλά χωρίς γυαλιά (βλ. μυωπία, πρεσβυωπία). ~ει από το ένα μάτι. Βλ. αγγίζω, ακούω, γεύομαι, μυρίζω.|| (μτφ.) ~ει με τα μάτια της ψυχής.|| (Για) δες (= κοίτα) πάνω/πώς περπατάει/τι κάνει! Την είδε από μακριά/στο βάθος. Με το που τον ~ει, ... Τους είδαν να φεύγουν. Μη σε δει κανείς (= μη σε πάρει είδηση)! Δεν ~εις (= προσέχεις) πού πατάς; Δεν μπορούσαμε να δούμε (= διακρίνουμε) τίποτα από τον καπνό. Χαίρεσαι να τους ~εις μαζί (: ταιριάζουν). Θέλω να σε ~ (: να είσαι) χαρούμενη. (σε ευχή) Να τη δεις νυφούλα (πβ. καμαρώνω)!|| Το είδα στην εφημερίδα (= διάβασα). Βλ. δια~, ξανα~, παρα~, πρωτο~. 2. (μτφ.) διαμορφώνω άποψη, θεωρώ, κρίνω, αντιμετωπίζω με συγκεκριμένο τρόπο: Πώς ~εις (: αξιολογείς, βρίσκεις) την κατάσταση; Δες το σαν μια καλή ευκαιρία να ... Δεν το ~ σωστό να ... Αν συνεχίσεις έτσι, σε ~ (= προβλέπω) να μένεις στην ίδια τάξη! Δεν (μας) ~ να τα καταφέρνουμε (πβ. πιστεύω)!|| ~ει (= μαντεύει, προλέγει, προφητεύει) το μέλλον.|| Πώς ~εις (= φαντάζεσαι) τον εαυτό σου μετά από δέκα χρόνια;|| Σε ~ μόνο σαν φίλο (: όχι ερωτικά). ~ει τους πάντες και τα πάντα με καχυποψία (πβ. υπο~).|| Κοιμήσου τώρα και αύριο ~ουμε (= αποφασίζουμε) τι θα κάνουμε. 3. (μτφ.) διαπιστώνω, καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ: Τώρα ~ ότι έκανα λάθος. ~εις πόσο κουράζομαι; Όπως θα είδατε κι οι ίδιοι, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Είδες που στα 'λεγα; Περιμένω να δω πού θα καταλήξει η συζήτηση. Δεν ~ τι νόημα έχουν όλα αυτά. Πβ. κατανοώ.|| (κατ' επέκτ.) Θα δεις (= θα μάθεις) πολλά εδώ που ήρθες. Δεν είδες τι έγινε (: δεν έμαθες); ΣΥΝ. αντιλαμβάνομαι (1) 4. (μτφ.) ελέγχω, προσέχω, ερευνώ: Δες (= τσέκαρε) αν υπάρχουν λάθη στο κείμενο.|| Πρέπει να σε δει (= εξετάσει) γιατρός. Ας δούμε το ζήτημα αναλυτικά.|| ~ το μωρό/το φαγητό/τη φωτιά (πβ. επιτηρώ).|| ~ουν (= ενδιαφέρονται, κοιτάζουν) μόνο το κέρδος/το συμφέρον τους. Πβ. απο~, προσ~. 5. επικοινωνώ με κάποιον, τον συναντώ ή τον επισκέπτομαι: Τον είδα χθες. Έλα να με δεις, όποτε θες. Ο διευθυντής θα σας δει (= δεχτεί) σε λίγο. Δεν θέλω να δω κανένα (: θέλω να μείνω μόνος). Είμαι σίγουρη, κάπου σ' έχω δει (πβ. γνωρίζω, ξέρω). 6. (για θεάματα) παρακολουθώ: Τι ~εις στην τηλεόραση; Πήγαν να δουν τον αγώνα (στο γήπεδο).βλέπε (συντομ. βλ.): ως παραπομπή: ~ σελ. ... Πβ. ιδέ., βλέπει (μτφ.): έχει θέα προς ορισμένο σημείο: Βεράντα που ~ προς τη θάλασσα. Το μπαλκόνι ~ ανατολικά. ΣΥΝ. αντικρίζει, βλεπόμαστε: συναντιόμαστε: Δεν ~ πια (: έχουμε χαθεί, δεν επικοινωνούμε). Ειδωθήκαμε πρόσφατα. Πόσο καιρό έχουμε να ιδωθούμε; ~ονται στα κρυφά (: για ερωτικές συναντήσεις)., έχω δει: έχω αρνητικά ή θετικά βιώματα: Μόνο λύπες έχει ~ στη ζωή της. Πβ. ζω. ● ΦΡ.: (βλέπω κάποιον/κάτι) με άλλο/διαφορετικό μάτι: αλλάζω στάση απέναντι σε κάποιον ή κάτι, αντιμετωπίζω πιο θετικά τους ανθρώπους ή/και τις καταστάσεις: Δείτε τον εαυτό σας ~ ~. Η ζωή ~ ~., (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί θαυμασμός, έκπληξη, αγανάκτηση, εκνευρισμός ή αποδοκιμασία: ~ ~ μεγαλεία/σύμπτωση! ~ ~ να με κατηγορεί κι από πάνω. Για δες/κοίτα που τα κατάφερε! Πβ. άκουσον, άκουσον! άκου πράγματα!, (για) να δεις/δει την υγειά σου/του: (για) να επανακτήσει(ς) τη σωματική και ψυχική σου/του υγεία: Κόψε το πολύ φαΐ, ~ ~ σου., (όπως) βλέπεις/βλέπετε (προφ.-παρενθετικά): συνήθ. για αιτιολόγηση των λεγομένων, έκφρ. απολογητικής ή ειρωνικής διάθεσης: Δεν θέλω, ~ ~, να γίνομαι βάρος. Παραιτήθηκε· δεν μπορεί, ~ ~, να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. ~ ~, έχω δίκιο., ... να δουν τα μάτια σου! (προφ.-εμφατ.): για να τονιστεί μεγάλη ποσότητα, πλήθος: Λεφτά/νερά ~ ~!, άκου(σε)/κοίτα(ξε) (να δεις) & ακούστε (να δείτε)/κοιτάξτε (να δείτε) (στην αρχή του λόγου, προφ.) 1. άκουσέ με, πρόσεξε, για να καταλάβεις: ~ ~ πώς έχει η κατάσταση/τι θα κάνουμε. ~ ~, τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως περιμέναμε. (απειλητ.) ~ ~! Δεν θα τα πάμε καθόλου καλά! Βλ. παραγεμίσματα. ΣΥΝ. άκου (/κοίτα) να σου πω/ακούστε (κοιτάξτε) να σας πω! 2. για να δηλωθεί έκπληξη ή απαξίωση: ~ ~ πρά(γ)ματα! Πβ. (για) δες (εκεί)/(για) κοίτα/για φαντάσου/άκου/ακούς εκεί., βλέπει μακριά: (για πρόσωπο) είναι διορατικός, αντιλαμβάνεται τη μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων., βλέπεις/είδες που ...; (προφ.): για να τονίσει ο ομιλητής ότι τελικά είχε δίκιο για κάτι ή/και ότι η άποψη του συνομιλητή του δεν ισχύει: ~ ~ άδικα ανησύχησες/στα 'λεγα;, βλέποντας και κάνοντας (προφ.): ανάλογα με τις συνθήκες, την περίσταση: Η λογική/η πολιτική του ~ ~ (: κυρ. όταν δεν υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός)., βλέπω αστ(ε)ράκια/πουλάκια & τα μάτια μου βλέπουν/κάνουν αστ(ε)ράκια/πουλάκια (προφ.): ζαλίζομαι μετά από δυνατό χτύπημα (συνήθ. στο κεφάλι), πτώση ή κούραση: Του έριξε ένα χαστούκι και ακόμα ~ει ~. Βλέπω ~ από το διάβασμα., βλέπω κάποιον/κάτι στο όνειρό μου/στον ύπνο μου & βλέπω όνειρο 1. ονειρεύομαι: Χθες το βράδυ σε είδα στο όνειρό μου. Είδα στον ύπνο μου ότι ... Τι όνειρο είδες; 2. (μτφ.) φαντάζομαι ανυπόστατα πράγματα: Στο όνειρό σου/στον ύπνο σου το είδες; ~ει όνειρα και στον ξύπνιο του!, για να δούμε ... (προφ.): ως έκφραση επιφύλαξης ή συγκρατημένης αισιοδοξίας: -Θα έρθει σίγουρα! -~ ~ ... Πβ. θα δείξει, θα δούμε.|| ~ ~ τι θα δούμε/τι θα γίνει!, δεν βλέπεται: είναι πολύ άσχημος ή στερείται αισθητικής, ποιότητας., δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί: δεν καταλαβαίνω την αιτία: ~ ~ να μην τα καταφέρουμε. ~ ~ τον κατηγορούν., δεν βλέπω την ώρα να ...: ανυπομονώ, λαχταρώ: ~ ~ γυρίσω/φύγω. Πβ. αδημονώ, πώς και πώς/τι. ΣΥΝ. μετράω τις μέρες/τις ώρες/τους μήνες, δεν βλέπω φως (μτφ.): δεν διαβλέπω θετική εξέλιξη: ~ ~ στην άκρη/στο βάθος του τούνελ., δεν με/σε/τον βλέπω καλά (προφ.): κρίνω ότι τα πράγματα δεν θα έχουν ευνοϊκή εξέλιξη: Πάω να κοιμηθώ, γιατί δεν με ~ ~ (: είμαι πολύ κουρασμένος). (ως προειδοποίηση ή απειλητ.) Πρόσεχε τι λες, γιατί δεν σε ~ ~., εγώ να δεις! (προφ.-εμφατ.): για να ενισχυθούν τα λεγόμενα του συνομιλητή: -Έχω περάσει τα πάνδεινα. -~ ~ τι έχω τραβήξει! (ειρων.) -Είμαι πολύ χαρούμενος που θα τον ξαναδώ. -~ ~!, είδα (κάποιον/κάτι) με τα ίδια μου τα μάτια/με τα μάτια μου: ήμουν αυτόπτης μάρτυρας (συμβάντος). || (ως έκφρ. επιφύλαξης) Αν δεν το δω ~ ~, δεν το πιστεύω! ΣΥΝ. ιδίοις όμμασι(ν), είδα κι έπαθα να ... (προφ.-εμφατ.): ταλαιπωρήθηκα πάρα πολύ: ~ ~ ξεμπλέξω/συνεννοηθώ. ~ ~ του το εξηγήσω/τον ξεφορτωθώ., εκεί/πού να δεις (προφ.-εμφατ.): για ενίσχυση των λεγομένων: Εκεί να δεις γέλια/τι έγινε! Πού να δείτε το σπίτι τους!, εμένα που με βλέπεις (προφ.-εμφατ.): εγώ: ~ ~, δεν έσκυψα κεφάλι!, έχω δει πολλά & έχουν δει πολλά τα μάτια μου: έχω αποκτήσει πολλές εμπειρίες, έχω ζήσει πολλά: Έχω γυρίσει όλο τον κόσμο κι ~ ~., θα δεις (τι θα πάθεις/κι εγώ)!: απειλητ. ή χιουμορ. Πβ. θα σου δείξω (εγώ)., θα δούμε/(αυτό) θα το δούμε (προφ.): ως έκφρ. αβεβαιότητας, επιφύλαξης ή αμφισβήτησης: -Θα πάμε εκδρομή; -~ ~ (= θα δείξει). Πβ. για να δούμε.|| -Θες δεν θες, θα πάω! -Αυτό θα το δούμε!, και τι να δω! (σε αφήγηση, εμφατ.-προφ.): για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον του ακροατή: Κοιτάζω ~ ~! Τα πάντα άνω-κάτω!, κάνει πως δεν βλέπει: προσποιείται ότι δεν αντιλαμβάνεται κάτι. Πβ. εθελοτυφλώ. ΣΥΝ. κάνει την πάπια/το κορόιδο, κάνω τα στραβά μάτια, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; (απειλητ.): για να δείξουμε σε κάποιον ότι δεν πρέπει να μας υποτιμά ή να μας περιφρονεί: ~ ~; Δεν θα μας κάνεις εσύ ό,τι θέλεις!, μην (τον) είδατε τον Πανα(γ)ή (λαϊκό-προφ.): όταν κάποιος εξαφανίζεται, χωρίς να εκπληρώσει τις υποσχέσεις ή τις υποχρεώσεις του: Μας έταζε λαγούς και πετραχήλια και μετά ~ ~! ΣΥΝ. μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε, να δεις που (στο τέλος) θα ... (προφ.) 1. για να δηλωθεί διαίσθηση, βεβαιότητα ότι θα συμβεί κάτι, συνήθ. ανεπιθύμητο: ~ ~ βρεθούμε μπλεγμένοι! 2. ως έκφρ. ενθάρρυνσης, διαβεβαίωσης: ~ ~ κανείς δεν θα καταλάβει το λάθος σου!, να σε δω (προφ.) 1. να σε καμαρώσω: ~ ~, να σε χαρώ! 2. να σε προσέξω καλύτερα, να δω πώς φαίνεσαι: Γύρνα, ~ ~. 3. ως έκφρ. αμφιβολίας ή πρόκλησης: Τώρα ~ ~ στα δύσκολα!, όποιος έχει μάτια, βλέπει (προφ.): είναι ολοφάνερο, οπότε δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις: ~ ~ τη διαφορά. Πβ. ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω, ο νοών νοείτω., όπως σε βλέπω και με βλέπεις! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλυτη βεβαιότητα: -Είσαι σίγουρος; -Ναι, σου λέω, ~ ~! Πβ. αλήθεια, ειλικρινά, πράγματι., ποιος είδε τον Θεό και δεν (τον) φοβήθηκε (προφ.): για τον φόβο που προκαλείται από το ξέσπασμα έντονου θυμού: Δύσκολα θυμώνει, όταν όμως γίνει αυτό, ~ ~!, πού (το) βλέπεις/είδες (κάτι); (προφ.): αγενής αμφισβήτηση της άποψης του συνομιλητή: ~ (τη) ~ την καθυστέρηση; ~ (το) ~ το πρόβλημα;, πού σε είδα, πού σε ξέρω & δεν σε είδα, δεν σε ξέρω (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάποιος συμπεριφέρεται με αδιαφορία ή/και αγνωμοσύνη: Κάνει τον καλό, μέχρι να πετύχει αυτό που θέλει και μετά ~ ~!, πρέπει να σε δει/να σε κοιτάξει γιατρός! & δεν πας να/μήπως να σε δει (/κοιτάξει) κανένας γιατρός (καλύτερα); (προφ.-ειρων.): λέγεται για κάποιον που μιλά ή συμπεριφέρεται παράλογα, περίεργα: Δεν πας καλά, μου φαίνεται! ~ ~!, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); & πώς το βλέπεις το πράγμα; (αργκό, ως έκφρ. δυσαρέσκειας): τι θέλεις, πού το πας;: Όλοι εδώ σου μιλάμε ευγενικά. Εσύ ~ ~;, τα βλέπει (όλα) ρόδινα: έχει θετική στάση, είναι αισιόδοξος. [< γαλλ. voir tout en rose] , τα βλέπω διπλά (προφ.): δεν διακρίνω κάποιον ή κάτι καθαρά, κυρ. λόγω μέθης., τα βλέπω σκούρα/(όλα) μαύρα/ζόρικα (μτφ.-προφ.): είμαι απαισιόδοξος, διαβλέπω εμπόδια και δυσκολίες. [< γαλλ. voir tout en noir] , τα είδα όλα! (προφ.) 1. εντυπωσιάστηκα, έμεινα έκπληκτος (ευχάριστα ή δυσάρεστα). 2. τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. είδα τον Χριστό φαντάρο!, τα χρειάστηκα, τα έχω δει όλα (αργκό): έχω περάσει πολλά, έχουν δει πολλά τα μάτια μου: ~ ~ σ' αυτή τη δουλειά., την έχει δει (κάπως) (αργκό): θεωρεί τον εαυτό του κάτι σπουδαίο: Την έχει δει αρχηγός/ντίβα., τι (είν' αυτό που) βλέπω/βλέπουν τα ματάκια μου! (προφ.): δηλωτικό ευχάριστης ή δυσάρεστης έκπληξης., τι έχουν να δουν/τι άλλο θα δουν τα μάτια/τα ματάκια μας & τι έχουμε να/τι άλλο θα δούμε (ακόμα) (προφ.): πόσα πολλά, συνήθ. αρνητικά, έχουμε ακόμη να ζήσουμε: Ένας Θεός ξέρει ~ ~!, τον βλέπει σαν μύγα/κουνούπι: του φέρεται υπεροπτικά, τον περιφρονεί. Πβ. αφ' υψηλού., (αυτό) πού το είδες (γραμμένο); βλ. γραμμένος, (αυτό) το έργο το έχω δει/ξαναδεί βλ. έργο, (βλέπε παραπάνω) βλ. παραπάνω, (βλέπω/κάνω) χαΐρι και προκοπή βλ. προκοπή, (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, άλλο να στο λέω, κι άλλο να τ' ακούς/να το βλέπεις βλ. λέω, βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος βλ. δέντρο, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα, βλέπω Θεού/Κυρίου πρόσωπο βλ. πρόσωπο, βλέπω το ποτήρι μισοάδειο/το ποτήρι είναι μισοάδειο βλ. ποτήρι, βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο/το ποτήρι είναι μισογεμάτο βλ. μισογεμάτος, βλέπω φαντάσματα βλ. φάντασμα, βλέπω/αντιμετωπίζω/παίρνω την κατάσταση/τα πράγματα όπως είναι βλ. πράγμα, βλέπω/καταλαβαίνω τη γλύκα βλ. γλύκα, βλέπω/κοιτάζω την καμπούρα κάποιου βλ. καμπούρα, βλέπω/κοιτάζω/προχωρώ μπροστά βλ. μπροστά, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του βλ. μύτη, δεν βλέπω (ούτε) τη μύτη μου βλ. μύτη, δεν βλέπω μπροστά μου/δεν σε βλέπω από την πείνα βλ. πείνα, δεν έχω μάτια να δω βλ. μάτι, δεν θέλω να ξαναδώ κάποιον (στα μάτια μου/μπροστά μου)/δεν θέλω ούτε να ξέρω/να βλέπω κάποιον βλ. θέλω, είδα (κι) απόειδα βλ. απόειδα, είδα τον ουρανό/μου ήρθε/μου 'ρθε ο ουρανός σφοντύλι βλ. ουρανός, είδα τον χάρο με τα μάτια μου βλ. χάρος, είδα τον Χριστό φαντάρο! βλ. Χριστός, είδε το φως της (η)μέρας/του ήλιου βλ. φως, ήλθε, είδε και απήλθε βλ. απέρχομαι, κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί, κοίτα/δες/άκου ποιος μιλάει! βλ. κοιτάζω, μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται βλ. μάτι, μην τον είδατε, μην τον απαντήσατε βλ. απαντώ, να το δω και να μην το πιστέψω βλ. πιστεύω, όποιος πρόλαβε, τον Κύριον είδε βλ. προλαβαίνω, παίρνω (στα) ζεστά/βλέπω ζεστά κάτι βλ. ζεστός, παίρνω/βλέπω κάτι στραβά βλ. στραβός, στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! βλ. στέκομαι, στον ύπνο σου το είδες/έβλεπες/'βλεπες; βλ. ύπνος, τα είδα όλα κωλυόμενα βλ. κωλύω, τη βλέπω τη δουλειά βλ. δουλειά, την/το είδε αλλιώς βλ. αλλιώς, της νύχτας τα καμώματα/τα καμώματα της νύχτας τα βλέπει η μέρα και γελά βλ. κάμωμα, το(ν) βλέπει/χτυπά(ει) ο ήλιος βλ. ήλιος ● βλ. ιδωμένος [< αρχ. βλέπω, μεσν. είδα, γαλλ. voir, αγγλ. see, γερμ. sehen]

δύναμη

δύναμηδύ-να-μη ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα -σωματική, ψυχική- που έχει κάποιος ή κάτι να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο για την επίτευξη ενός σκοπού: ανθρώπινη/μυϊκή (= ρώμη)/φυσική ~. Ακατανίκητη (βλ. παντοδυναμία)/αστείρευτη/δημιουργική/εκφραστική/ερμηνευτική/πνευματική/ψυχολογική ~. ~ χαρακτήρα. Αντλώ δυνάμεις από ... Βρίσκω τη ~ να ... Ζωώδης/κτηνώδης ~. Εντυπωσιακή ~ και αντοχή. Ρίχνω/σπρώχνω/τραβώ/χτυπώ (κάτι) με ~ (= δυνατά). (ως ευχή:) Καλή ~ (σε όλους)! Έχασε τις δυνάμεις του και κινδύνεψε να πνιγεί. Αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Ο ασθενής ανέκτησε τις δυνάμεις του/(λόγ.) ανέλαβε δυνάμεις. Δρομέας που δοκιμάζει τις δυνάμεις (πβ. δυνατότητες) του στον μαραθώνιο/που κράτησε δυνάμεις για τα τελευταία μέτρα.|| (κυριολ. κ. μτφ.) Είναι πάνω/πέρα από τις δυνάμεις μου. Ξεπερνάει/υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Αγωνίζομαι/προσπαθώ όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Πβ. ευρωστία, σθεναρ-, στιβαρ-ότητα, σφρίγος. Βλ. ταχυ~. ΑΝΤ. αδυναμία. 2. η ικανότητα που έχει κάτι άψυχο να επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα ή να επιτελεί καθορισμένη λειτουργία: αναγεννητική/αναζωογονητική/βλαπτική/ευεργετική ~. Η ζωοποιός/ζωτική ~ του νερού. Θερμαντική ~ καυσίμου. Η ~ του κινητήρα (= ιππο~). Υγρό με διαβρωτική ~. Κρέμα με αντιγηραντική ~ (= δράση). Η θεραπευτική ~ του φαρμάκου (πβ. αποτελεσματικ-, δραστικ-ότητα). Αποδεικτική ~ των στοιχείων της ταυτότητας.|| (ειδικότ. για φυσικό στοιχείο) Η ~ του ανέμου (πβ. ορμή, σφοδρότητα)/του φωτός (= ένταση). Οι δυνάμεις της φύσης (: τα φυσικά φαινόμενα). 3. δυνατότητα ελέγχου, επιβολής· κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων ή παραγόντων που ασκεί επίδραση: εμπορική/ναυτική/οικονομική ~. Η ~ των Μέσων Ενημέρωσης/της μόδας. Η ~ του λόγου. Η ~ της αλήθειας/πίστης/συνήθειας. Η ~ του χρήματος. Η γνώση είναι ~.|| (μτφ.) Έχει ~ (= επιρροή, κύρος). Πβ. ισχύς.|| Ανερχόμενη/κυρίαρχη ~ στον χώρο της Πληροφορικής. Παράταξη που αναδείχθηκε πρώτη ~ σε ψήφους. Χώρα που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική ~. Οι δυνάμεις της αλλαγής/ανάπτυξης/ανατροπής/προόδου/ρήξης/συντήρησης. Δημιουργικές/δημοκρατικές/επαναστατικές/πολιτικές/ριζοσπαστικές/φιλελεύθερες δυνάμεις. Βλ. υπερ~. 4. το σύνολο των ανθρώπων ή των τεχνικών μέσων που διατίθενται για την επιτέλεση ενός έργου: εργατική/θαλάσσια/κατοχική/πυροσβεστική/στρατιωτική/χερσαία ~. Δυνάμεις καταστολής/κρούσης. Η οργανική ~ της Αστυνομίας/του νοσοκομείου (: προκαθορισμένος αριθμός εργαζομένων σε υπηρεσία, οργανισμό). Η ειρηνευτική ~ του ΟΗΕ (βλ. αποστολή). Λύκειο με ~ ... μαθητών. Ο λόχος έχει ~ ... άτομα. 5. ΦΥΣ. αίτιο ικανό να προκαλέσει τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης ή της μορφής ενός σώματος: απορροφητική/ελκτική/ηλεκτρική/(ηλεκτρο)μαγνητική/ωστική ~. Η διαθλαστική ~ του φακού. Η ~ της βαρύτητας. Ασκούμενη ~ σε επιφάνεια. 6. ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει όταν ένας αριθμός πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές· το αντίστοιχο σύμβολο, ο εκθέτης: τρίτη ~ (= ο κύβος) αριθμού. Yψώνω το δέκα στη δευτέρα ~ (= στο τετράγωνο).|| (κατ' επέκτ.) Τα προβλήματα οξύνονται στη νιοστή ~. 7. υπερφυσική οντότητα που θεωρείται ότι υπάρχει και επηρεάζει τα ανθρώπινα: ανώτερη ~. Θεϊκές/ουράνιες/σκοτεινές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του κακού/καλού. Δυνάμεις (οι): ΕΚΚΛΗΣ. αγγελικό τάγμα. Βλ. άγγελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική δύναμη: το σύνολο των στρατιωτικών αεροσκαφών και αεροπόρων ενός κράτους. [< αγγλ. air power, 1908] , δημόσια δύναμη: τα Σώματα Ασφαλείας και οι Ένοπλες Δυνάμεις., Ειδικές Δυνάμεις: ΣΤΡΑΤ. ειδικά εκπαιδευμένες στρατιωτικές μονάδες που αναλαμβάνουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου., ήρεμη δύναμη (μτφ.): για κάποιον του οποίου οι αρετές ή ικανότητες δεν εκδηλώνονται με ηχηρό, επιδεικτικό τρόπο., αγοραστική δύναμη/ικανότητα βλ. αγοραστικός, αντίρροπες δυνάμεις βλ. αντίρροπος, αστυνομικές δυνάμεις βλ. αστυνομικός, διαμοριακές δυνάμεις βλ. διαμοριακός, δυνάμεις Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Δυνάμεις Καταδρομών βλ. καταδρομή, δύναμη αποτροπής βλ. αποτροπή, δύναμη επαναφοράς βλ. επαναφορά, δύναμη πυρός βλ. πυρ, δύναμη της αδράνειας βλ. αδράνεια, εγγυήτρια δύναμη βλ. εγγυητής, εγγυήτρια, Ένοπλες Δυνάμεις βλ. ένοπλος, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηγέτιδα δύναμη βλ. ηγέτης, ηλεκτρεγερτική δύναμη βλ. ηλεκτρεγερτικός, ισορροπία (των) δυνάμεων βλ. ισορροπία, καταβολή δυνάμεων βλ. καταβολή, κεντρομόλος δύναμη βλ. κεντρομόλος, κινητήρια δύναμη βλ. κινητήριος, Μεγάλες Δυνάμεις βλ. μεγάλος, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο, πυρηνική δύναμη βλ. πυρηνικός, φυγόκεντρος δύναμη βλ. φυγόκεντρος ● ΦΡ.: εν δυνάμει (λόγ.): που υπάρχει δυνητικά: Οι ~ ~ δικαιούχοι/πελάτες (= δυνητικοί)/σύμμαχοι/υποψήφιοι. Βλ. εν ενεργεία. ΣΥΝ. δυνάμει (2), Κύριε των δυνάμεων!: για δήλωση κυρ. έκπληξης: ήμαρτον, ~ ~! , με όλες μου/του τις δυνάμεις: με κάθε διαθέσιμο μέσο., πάση δυνάμει (λόγ.): με κάθε δύναμη, με όλες τις δυνάμεις μου: Πρέπει ~ ~ (= οπωσδήποτε) να τα καταφέρουμε. ΣΥΝ. πάση θυσία, το κατά δύναμη (λόγ.) & (λογιότ.) το κατά δύναμιν: ό,τι/όσο είναι δυνατό(ν): Κάνουμε ~ ~ (: ό,τι περνά από το χέρι μας). Προσπαθούμε/συνεισφέρουμε ~ ~., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, παίρνω δύναμη/δυνάμεις βλ. παίρνω, στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< αρχ. δύναμις, γαλλ. force(s), puissance, αγγλ. power]

εντάξει

εντάξει[ἐντάξει] ε-ντά-ξει επίρρ. 1. για δήλωση ή επιβεβαίωση συμφωνίας ή συμβιβασμού, για διακοπή, τερματισμό ή αλλαγή θέματος συζήτησης: ~ σύμφωνοι. ~ για σήμερα; ~, δεν θα αργήσω. Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις, ~;|| (προφ.) ~ μωρέ, μη σκας. ~, είπαμε/με έπεισες/σε άκουσα/το κατάλαβα (πβ. τέλος, φτάνει). Πβ. έχει καλώς. 2. {ως επίθ.} (προφ.) ως χαρακτηρισμός που δηλώνει έγκριση, αποδοχή· τίμιος, ειλικρινής, ξεκάθαρος: ~ δουλειά (πβ. καθαρή). ~ παιδί. Φροντίζει να είναι πάντα ~ απέναντι στους συνεργάτες του. Φάνηκε πολύ ~ άτομο (πβ. άψογος). Είσαι/νιώθεις ~ (: τα 'χεις καλά) με τον εαυτό σου; Τα έγγραφα/στοιχεία/χαρτιά σας είναι ~ (= νόμιμα, νομότυπα). 3. (προφ.) καλά, ικανοποιητικά: οικονομικά/ψυχολογικά ~. Λειτουργεί ~. Είμαι ~ στην υγεία μου.|| (κυρ. για ζευγάρι) Είμαστε ~ μεταξύ μας (: τα πάμε καλά, τα βρίσκουμε). Πβ. οκέι. ● ΦΡ.: όλα (είναι) εντάξει: όλα είναι τακτοποιημένα, υπό έλεγχο: ~ ~ με το αυτοκίνητο., ταμειακώς/ταμειακά εντάξει: (για πρόσ.) που έχει καταβάλει εισφορές, συνδρομές: Τα ~ ~ μέλη του συλλόγου/σωματείου. [< αρχ. φρ. ἐν τάξει ‘με τρόπο τακτοποιημένο’, γερμ. in Ordnung]

εποχή

εποχή[ἐποχή] ε-πο-χή ουσ. (θηλ.) 1. καθένα από τα τέσσερα μέρη στα οποία υποδιαιρείται το ηλιακό έτος και γενικότ. κάθε χρονική φάση που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες καιρικές συνθήκες: Oι τέσσερις ~ές του έτους (: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας). Διαδοχή/εναλλαγή/κύκλος/περιοδικότητα/σειρά των ~ών. Οι μήνες κάθε ~ής. Υψηλές για την ~ θερμοκρασίες. Τόπος διακοπών για όλες τις ~ές.|| Η ~ των βροχών/των μουσώνων/της ξηρασίας/ωρίμασης (των φρούτων, των λαχανικών). 2. κάθε ιστορική περίοδος που χαρακτηρίζεται από σημαντικά συνήθ. γεγονότα ή και πρόσωπα: προϊστορική/μινωική/κλασική/ελληνιστική (/αλεξανδρινή)/ρωμαϊκή/βυζαντινή/νεότερη ~. Ακμή/αρχή/μνημεία/παρακμή/πνεύμα/πολιτισμός/τέχνη/χαρακτηριστικά (μιας) ~ής. H ~ της Aναγέννησης/της δουλείας/του εμφυλίου/της (βιομηχανικής/γαλλικής/ελληνικής) επανάστασης/της κατοχής/του μεσοπολέμου/του μπαρόκ/της τουρκοκρατίας/του Ψυχρού Πολέμου. Σηματοδοτεί μια (νέα) ~. Πυρηνική/σύγχρονη/ψηφιακή ~. Zούμε στην ~ της παγκοσμιοποίησης/της πληροφορικής/της τεχνολογίας. Έργο που αντικατοπτρίζει την ~ του. Η παλιά καλή ~. (βλ. καιρός). 3. περίοδος του έτους κατά την οποία συμβαίνει, αναπτύσσεται συγκεκριμένη δραστηριότητα: Η ~ των διακοπών/του θερισμού/του κυνηγιού/της σποράς/του τρύγου. ~ για θερινά/χειμερινά σπορ. Πβ. σεζόν. 4. συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη ζωή (κάποιου): κρίσιμη/μεταβατική/σημερινή ~. Η ~ της αθωότητας/της ενηλικίωσης/των μαθητικών(/παιδικών/σχολικών/φοιτητικών) χρόνων. Αλλοτινές/αξέχαστες/παλιές καλές/περασμένες ~ές. Άλλες/ωραίες ~ές τότε! Στην ~ μας (= στις μέρες μας, σήμερα). Κακή/καλή ~ για ... Εκείνη την/(Για) Μια/Πέρυσι (σαν) τέτοια ~ ήμουν στο ... (πβ. καιρός). Την ~ που ζούσε ο ..., δεν είχα γεννηθεί ακόμη. 5. ΓΕΩΛ. υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου: η ~ των δεινοσαύρων/του Πλειστοκαίνου. Βλ. αιώνας. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή (/χριστιανική/παρούσα) εποχή: η μετά Χριστόν: το σύστημα της ~ής ~ής. || (συντομ.) Τον 5ο αι. Π.Κ.Ε. (: προ κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη γέννηση του Χριστού· π.Χ.). Το 328 Κ.Ε. (της κοινής εποχής· για γεγονότα που συνέβησαν μετά τη γέννηση του Χριστού· μ.Χ.), νέα εποχή: πολιτιστικό κίνημα χρονολογούμενο από τη δεκαετία του 1980 που υπογραμμίζει την πνευματική συνείδηση, και συχνά περιλαμβάνει την πίστη στη μετενσάρκωση και την αστρολογία καθώς και τις πρακτικές του διαλογισμού, της χορτοφαγίας και της ολιστικής ιατρικής. Βλ. νιου έιτζ., χρυσή εποχή: χρονικό διάστημα που χαρακτηρίζεται από ευημερία, (πολιτιστική) άνθιση και ακμή, επιτυχίες, διακρίσεις, ευτυχία: η ~ ~ των ανακαλύψεων/των τηλεπικοινωνιών. (ΙΣΤ.) ~ ~ του Περικλή (πβ. χρυσός αιώνας)., αρχαϊκή εποχή/περίοδος βλ. αρχαϊκός, γεωμετρική εποχή/περίοδος βλ. γεωμετρικός, Εποχή του Λίθου/Λίθινη Εποχή βλ. λίθος, Εποχή του Μετάλλου βλ. μέταλλο, Εποχή του Ορείχαλκου/Ορειχάλκινη Εποχή βλ. ορείχαλκος, Εποχή του Σιδήρου βλ. σίδηρος, Εποχή του Χαλκού βλ. χαλκός, ηρωική εποχή/ηρωικά χρόνια βλ. ηρωικός, μεσοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοελλαδικός, μεσοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. μεσοκυκλαδικός, μεσολιθική περίοδος/εποχή βλ. μεσολιθικός, μετανακτορική περίοδος/εποχή βλ. μετανακτορικός, νεολιθική εποχή/περίοδος βλ. νεολιθικός, παλαιολιθική εποχή/περίοδος βλ. παλαιολιθικός, περίοδος/εποχές των παγετώνων βλ. παγετώνας, πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός, πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοελλαδικός, πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοκυκλαδικός, υστεροβυζαντινή περίοδος/εποχή βλ. υστεροβυζαντινός, υστεροελλαδική εποχή/περιόδος βλ. υστεροελλαδικός, υστεροκυκλαδική εποχή/περίοδος βλ. υστεροκυκλαδικός, χαλκολιθική εποχή/περίοδος βλ. χαλκολιθικός ● ΦΡ.: (της) εποχής: που αναφέρεται στην τρέχουσα ή σε παλαιότερη χρονική περίοδο ή (για γεωργικό προϊόν) που παράγεται, που ευδοκιμεί κατά τη συγκεκριμένη εποχή: αντιλήψεις/απόψεις/ρούχα (= της μόδας, μοντέρνα) ~.|| Δράμα/έπιπλα/έργο/κουστούμια/ταινία/περιπέτεια ~.|| Λαχανικά/πιάτο/σαλάτα ~. ΑΝΤ. εκτός εποχής, άφησε/θα αφήσει εποχή & όνομα: για πρόσωπο ή πράγμα που μένει στη μνήμη χάρη στη σπουδαιότητα ή την επιτυχία του: Αθλητής/έργο/καλλιτέχνης/πολιτικός/ταινία που ~ ~. ΣΥΝ. γράφει/έγραψε/θα γράψει ιστορία [< γαλλ. faire époque] , εκτός εποχής: για κάτι που δεν ταιριάζει ή δεν αντιστοιχεί σε μια ορισμένη περίοδο: λουλούδια/φρούτα ~ ~. ~ ~ καλλιέργεια/κηπευτικά.|| (μειωτ.) Πνεύμα ~ ~ (= απαρχαιωμένο).|| Ντύσιμο ~ ~ (= παλιομοδίτικο, ντεμοντέ). ΑΝΤ. (της) εποχής [< αγγλ. out of season] , λάθος εποχή: για κάτι που συμβαίνει σε ακατάλληλη χρονική περίοδο: Νιώθω πως ζω σε ~ ~. Η πρόταση μού έγινε σε ~ ~., όλων των εποχών (εμφατ.): για πρόσωπο ή πράγμα που παραμένει διαχρονικά αξεπέραστο: οι μεγαλύτεροι ευεργέτες ~ ~. Είναι η καλύτερη ομάδα/ταινία ~ ~. Πβ. μακράν., στην εποχή μου/της εποχής μου: κατά την χρονική περίοδο μέχρι τα γηρατειά, ιδίως την εποχή της νεότητας (κάποιου): Αυτό το τραγούδι ήταν επιτυχία της εποχής μου. Στην εποχή μου ήταν πολύ αυστηροί οι γονείς., ζει σε άλλη εποχή βλ. ζω1, περίοδος/εποχή (των) ισχνών/παχιών αγελάδων βλ. αγελάδα, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, τέλος εποχής βλ. τέλος [< μτγν. ἐποχή ‘στάση, σταμάτημα, διακοπή’, γαλλ. époque, saison]

έτοιμος

έτοιμος, η, ο [ἕτοιμος] έ-τοι-μος επίθ. 1. που έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιον ή κάτι, να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια: Είμαστε ~οι (= προετοιμασμένοι) για όλα (τα ενδεχόμενα). Νιώθουν ψυχολογικά ~οι να ανταποκριθούν στις προκλήσεις. Όλα ~α για τον αγώνα/τις εκλογές. Είμαστε ~οι, ξεκινάμε λοιπόν! Ακόμη δεν είσαι ~η (: ντυμένη, βαμμένη για έξοδο); Βλ. παν~. ΑΝΤ. ανέτοιμος, απροετοίμαστος 2. που έχει ολοκληρωθεί, τελειώσει, συμπληρωθεί· που έχει δημιουργηθεί από άλλον: ~η: λύση. ~ο: σχέδιο. ~ες: μελέτες/προτάσεις. Πβ. ολοκληρω-, τελειω-μένος. ΑΝΤ. ανολοκλήρωτος, ελλιπής, ημιτελής.|| ~ο: κείμενο. 3. διατεθειμένος, πρόθυμος για κάτι· που βρίσκεται αμέσως πριν από μια κατάσταση, ενέργεια: Είναι ~ να ζητήσει συγγνώμη. Είμαστε ~οι για θυσίες. Δηλώνουν ~ες να βοηθήσουν.|| Ήμουν ~η να γελάσω/εκραγώ/κλάψω/φύγω. 4. που έχει κατασκευαστεί ή παρασκευαστεί εκ των προτέρων, άμεσα διαθέσιμος: ~ος: χλοοτάπητας. ~ο: γκαζόν/σκυρόδεμα. ~ες: κατοικίες (πβ. λυόμενα, προκάτ). ~α: κονιάματα/κουφώματα.|| ~ο: παγωτό (πβ. αγοραστός, τυποποιημένος, βλ. χύμα). ~ες: σαλάτες/σάλτσες. ~α: γεύματα. Βλ. σπιτικός. 5. (συχνά αρνητ. συνυποδ.) που δίνεται, παράγεται εύκολα, γρήγορα ή αβίαστα: Έχει ~η τη δικαιολογία. Μην περιμένεις να σου δώσω ~η τη λύση. ● ΣΥΜΠΛ.: έτοιμο ένδυμα & (σπάν.) ρούχο: που είναι μαζικής παραγωγής· συνεκδ. ο αντίστοιχος βιομηχανικός και εμπορικός κλάδος: ανδρικό/γυναικείο/παιδικό ~ ~. Βιοτεχνία ετοίμων ~άτων.|| Επιχειρήσεις/όμιλοι που δραστηριοποιούνται στο ~ ~. (επωνυμία επιχείρησης) ~α ~α-Νεωτερισμοί., έτοιμο φαγητό βλ. φαγητό, έτοιμο/τελικό προϊόν βλ. προϊόν ● ΦΡ.: όλα έτοιμα (στο πιάτο) (προφ.): χωρίς καμία απολύτως προσπάθεια, χωρίς να κοπιάσει κανείς: Δεν γίνεται να τα έχεις ~ ~. Μην τα θέλετε/περιμένετε ~ ~. Τα βρήκε ~ ~., τρώω/ξοδεύω από τα έτοιμα: δαπανώ αποταμιευμένα συνήθ. χρήματα: ~ ~ μέχρι να βρω δουλειά.|| (ειρων.) Δεν δουλεύει, αλλά ~ει ~ του μπαμπά., έσο έτοιμος βλ. έσο, έχει (έτοιμη) απάντηση για όλα βλ. απάντηση [< αρχ. ἕτοιμος ‘προετοιμασμένος, δραστήριος’]

ικανός

ικανός, ή, ό [ἱκανός] ι-κα-νός επίθ. 1. που διαθέτει τα προσόντα να εκτελεί κάτι σωστά, να σημειώνει επιτυχία σε κάποιον τομέα: (για πρόσ.) ~ός: δάσκαλος/οδηγός/πωλητής. ~ή: ομάδα (συνεργατών). ~ά: στελέχη (επιχείρησης). Σωματικά και διανοητικά ~ (ΑΝΤ. ανάπηρος). Είναι ~ στη διαχείριση χρημάτων (πβ. επι-δέξιος, -τήδειος). Κρίθηκε ~ για να εργαστεί (πβ. κατάλληλος). Είναι ~ή για διευθύντρια. Δεν τον έχω ~ό για ... Δεν τη θεωρώ ~ή να ... Η συνεχής επιμόρφωση του εργαζομένου τον καθιστά ~ό να ... Πβ. άξιος.|| (προφ.) ~ό τον έχω να μην έρθει στο τέλος.|| Μηχανήματα ~ά να λειτουργούν αυτόματα. ΑΝΤ. ανίκανος (1) 2. (επίσ.) που επαρκεί σε αριθμό ή ποσότητα, αρκετός: ~ές: προϋποθέσεις (για ...). ~ά: κριτήρια. Η εκδρομή θα πραγματοποιηθεί, εφόσον συμπληρωθεί ~ αριθμός συμμετεχόντων. Έχει παρέλθει ~ χρόνος από ... Δύναμη μπαταρίας ~ή για 24 ώρες. ~ό ποσοστό των ερωτηθέντων απάντησε θετικά. Εισοδήματα ~ά να καλύψουν τις ανάγκες των εργαζομένων. Τόσα χρόνια δεν στάθηκαν ~ά να ...|| Αποδεικτικά στοιχεία ~ά να τον οδηγήσουν στη φυλακή. Αποσπασματικά μέτρα που δεν είναι ~ά να επιφέρουν ουσιαστική λύση. Πβ. επαρκής, ικανοποιητικός. ΑΝΤ. ανεπαρκής 3. ΣΤΡΑΤ. που είναι αρτιμελής και υγιής, ώστε να είναι σε θέση να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία: ~οί πρώτης κατηγορίας (Ι/1) ... τέταρτης κατηγορίας (Ι/4). Βλ. στρατεύσιμος. ● επίρρ.: ικανώς [-ῶς] (λόγ.): αρκετά, επαρκώς. ● ΣΥΜΠΛ.: ικανή συνθήκη 1. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που εγγυώνται την ύπαρξη μιας κατάστασης, επαρκής όρος για να ισχύει κάτι: Η δημιουργία χώρων πρασίνου αποτελεί ~ ~ για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Η επιστημονική κατάρτιση είναι αναγκαία, αλλά όχι ~ ~ για αποτελεσματική διδασκαλία. 2. ΦΙΛΟΣ.-ΜΑΘ. πρόταση η οποία -εφόσον είναι αληθής- καθιστά αληθή μια άλλη πρόταση: ικανή και αναγκαία ~. ● ΦΡ.: είμαι ικανός να ...: είμαι σε θέση, μπορώ να: Είναι ~ να οργανώνει τη δουλειά του. Δεν είναι ~ (= άξιος) να κάνει τίποτα/ούτε το κρεβάτι του να στρώσει!|| (μειωτ.) Αυτή είναι ~ή να τα πει όλα και να εκτεθούμε!, ικανός για όλα (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για πρόσωπο που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, προκειμένου να πετύχει κάτι, που λειτουργεί χωρίς αναστολές ή ηθικούς ενδοιασμούς: Τον έχω/θεωρώ ~ό ~. Πβ. αδίστακτος, απρόβλεπτος, παράτολμος. [< αρχ. ἱκανός, γαλλ.-αγγλ. capable]

καλά

καλάκα-λά επίρρ. 1. ικανοποιητικά, σωστά: ~ διαβασμένος/οργανωμένος/πληροφορημένος (πβ. επαρκώς. ΑΝΤ. ελλιπώς). Κοιμήθηκα ~. Παίζουνε/συνεργάζονται ~. Κάνει ~ τη δουλειά του. Έπαιξε ~ τον ρόλο της. Δεν το είπε ~ το ανέκδοτο. ~ (του) τα 'πες (πβ. εύστοχα)! Μακριά δεν βλέπω ~. Δεν κατάλαβα ~ τι εννοούσε. ΑΝΤ. κακά.|| (εμφατ.) Κοίτα ~, δεν το βλέπεις; Άκου ~ τι θα σου πω! Κλείσε ~ (= εντελώς, τελείως) το παράθυρο. Ανακινήστε το μπουκάλι ~. Κρατήσου/πιάσου ~, μην πέσεις! Να το δέσεις ~ (= γερά, σφιχτά). Γράψε ~ τ' όνομά σου, χωρίς λάθη! Καθάρισε το δωμάτιό σου ~ (= σχολαστικά, προσεκτικά, ΑΝΤ. βιαστικά).|| Θυμάμαι ~ (: με βεβαιότητα) πως το είχα αφήσει εδώ.|| Του αρέσει να ντύνεται ~ (: είναι καλοντυμένος· πβ. επίσημα, κομψά, όμορφα. ΑΝΤ. πρόχειρα). Ήταν πάντα ~ χτενισμένη (= καλοχτενισμένη). Δεν είσαι ~ (= κατάλληλα) ντυμένος για την περίσταση. Ντύσου ~ (= ζεστά)! Δεν μιλάς ~ (= ευπρεπώς, κόσμια). 2. σε καλή σωματική ή ψυχική κατάσταση: - Τι κάνεις; - ~, ευχαριστώ. Αισθάνομαι/νιώθω ~ (ΑΝΤ. άσχημα). Δεν είμαι καθόλου ~. Φαίνεσαι ~/καλύτερα από χθες. Ο γιατρός τον έκανε ~. Εύχομαι να γίνεις σύντομα ~ (: να αναρρώσεις). 3. ευχάριστα, άνετα ή ευνοϊκά: ~ να περάσετε (πβ. όμορφα, ωραία)! Με δύο μισθούς ζούμε πολύ ~. Εδώ που ήρθα είναι πιο ~, μου αρέσει! ΑΝΤ. δυσάρεστα.|| Μεταχειρίζομαι κάποιον ~. Μου φέρθηκαν πολύ ~, τους είμαι ευγνώμων. ΑΝΤ. άσχημα 4. για δήλωση συμφωνίας, συγκατάβασης· εντάξει: -Θα πας εσύ αντί για μένα; -~! ~, εσύ ό,τι πεις! Πβ. σύμφωνοι, έχει καλώς.|| Ε, ~, τι να γίνει ... 5. (προφ.-εμφατ.) στην αρχή πρότασης για δήλωση έκπληξης, δυσαρέσκειας, αγανάκτησης: ~, πλάκα μου κάνεις/σοβαρολογείς; ~, εσύ δεν έλεγες πως δεν θα ερχόσουν; ~ εγώ σου μιλάω σοβαρά κι εσύ γελάς! ~, ε, φοβερή ταινία! Μα, ~, καθόλου δεν σου κόβει; ~, το αγόρασες χωρίς να το δοκιμάσεις; ● ΦΡ.: (τα) περνάω καλά/άσχημα (προφ.): ο χρόνος κυλά ευχάριστα/δυσάρεστα, (δεν) διασκεδάζω: - Πώς τα περνάς; - Πολύ καλά! Πέρασες καλά στις διακοπές; Δεν τα πέρασα κι άσχημα., α, καλά! (προφ.-ειρων.): για έκφραση αποδοκιμασίας: - Με απέλυσαν χωρίς να μου δώσουν αποζημίωση. - ~ ~! έχουμε ξεφύγει εντελώς!, αρχίζω κάτι καλά: κάνω καλή, επιτυχημένη αρχή: Καλά αρχίσαμε, να δούμε πώς θα συνεχίσουμε., για τα καλά (προφ.-επιτατ.): πάρα πολύ, εντελώς: Έβρεξε/καλοκαίριασε/νύχτωσε/χειμώνιασε/χιόνισε ~ ~. Κοιμήθηκε/νευρίασε/την πάτησε/του τα 'ψαλα ~ ~., δεν (μας) τα λες καλά (προφ.): αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου λόγω ασαφειών, ανακριβειών, υπερβολών: Δεν τα λες καλά, εγώ θα σας πω τι έγινε!|| (ειρων.) Μέσα σε μισή ώρα πήγες κι ήρθες κι έκανες και τη δουλειά; Δεν μας τα λες καλά, φιλαράκο!, είμαι καλά με κάποιον (προφ.): για επιτυχημένη ερωτική σχέση: Είμαστε πολύ ~ μαζί τελευταία (= τα πηγαίνουμε καλά)., και καλά (προφ.-ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων τρίτου, δήθεν: Ήρθε ~ ~ να μου ζητήσει συγγνώμη. ΣΥΝ. τάχα (1), καλά δεν τα λέω; (προφ.): ρητορική ερώτηση, για επιβεβαίωση των λεγομένων: Όταν υπόσχεσαι κάτι, πρέπει να κρατάς τον λόγο σου. ~ ~;, καλά θα κάνεις να ... (προφ.): για επίπληξη, υπόδειξη σωστής συμπεριφοράς· πρέπει: ~ ~ προσέχεις τα λόγια σου!|| Θα έκανες καλά να μην αργούσες άλλη φορά!, καλά καλά (εμφατ.): πολύ καλά: Πλύνε τα χέρια σου ~ ~. Με κοίταξε ~ ~. Πβ. προσεκτικά., καλά καλά δεν/προτού καλά καλά ...: (στην αρχή πρότασης) για κάτι που γίνεται αμέσως ή πολύ νωρίς· μόλις: ~ ~ δεν είχε ξημερώσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Με χαστούκισε προτού ~ ~ πω τίποτε., καλά κάνω! (προφ.): απότομη, αγενής και αποστομωτική απάντηση σε παρατήρηση, μομφή κάποιου: - Συνεχώς καθυστερείς! - ~ ~, κοίτα τη δουλειά σου!, καλά να (τα) πάθεις! (προφ.): (συχνά με χαιρεκακία) για κάποιον που υφίσταται τις συνέπειες των πράξεών του: ~ ~, να σου γίνει μάθημα! ~ να πάθω που δανείζω σε ξένους... Πβ. ας πρόσεχες!, καλά σου έκανε! (προφ.): σου άξιζε αυτή η συμπεριφορά: ~ ~, να μάθεις να βρίζεις άλλη φορά! ~ ~, το είχες παρακάνει. ~ του έκανες, του μασκαρά!, καλά σου! (νηπιακή γλ.): για εκδήλωση παραπόνου: Δεν με παίζεις; ~ ~ κι εγώ δεν σου ξαναμιλάω!, καλά το κατάλαβα/το σκέφτηκα/το φαντάστηκα! (προφ.): για επιβεβαίωση σκέψης, πρόβλεψης: ~ ~ ότι θα σε βρω εδώ! Καλά το(ν) κατάλαβα εγώ ότι έλεγε ψέματα., καλά/καλό θα 'τανε: (+ να) για έκφραση επιθυμίας ή προτροπής: ~ ~ να πηγαίναμε μαζί τους, τι λες; ~ ~ να είμαστε πλούσιοι αλλά δεν είμαστε (πβ. μακάρι).|| - Να του τηλεφωνήσω; - ~ ~., καλάαα ... (προφ.): ως προειδοποίηση για ανταπόδοση κακής συμπεριφοράς: Δεν μας μιλάς, ε; ~..., κάνω (κάποιον) καλά (προφ.): καταφέρνω να επιβληθώ σε κάποιον ή να χειριστώ μια κατάσταση: Πείσε τον εσύ, εγώ δεν τον ~ ~. Έλα κάνε ~ (= ανάλαβε) τον γιο σου! Πβ. κάνω κάποιον ζάφτι., κάτι δεν πάει καλά (προφ.): για να εκφραστεί προβληματισμός σχετικά με κάποια κατάσταση: ~ ~ μαζί του/μ' αυτόν/με την υπόθεση. Κάτι δεν μου ~ ~ σ' αυτή την ιστορία (= κάτι μου βρομάει· πβ. κάποιο λάκκο έχει η φάβα)., να 'μαστε καλά/να μας έχει ο Θεός καλά να ... (ευχετ.): μακάρι να είμαστε γεροί για να ξανακάνουμε κάτι: ~ ~ να ξαναπάμε και του χρόνου!, να 'σαι καλά (ευχετ.): αντί για "ευχαριστώ" ή "παρακαλώ": ~ ~ που με θυμήθηκες!|| -Σ' ευχαριστώ για τη βοήθειά σου! -~ ~!, ναι, καλά! & ναι, σιγά! (ειρων.): για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου: -Θα έρθει! -~ ~!, όλα καλά (προφ.): σε ερώτηση ή απάντηση σχετικά με την κατάσταση κάποιου: -~ ~; -Μια χαρά! -Πώς πάει; - ~ ~ (κι ωραία)!, τα έχω καλά με κάποιον (προφ.): έχω καλές σχέσεις: Φρόντισε να τα ~εις ~ μαζί του/με τους συναδέλφους σου! Πβ. (τα) πάω/πηγαίνω καλά., τι καλά/τι ωραία! (προφ.): για να δηλωθεί ενθουσιασμός: Θα πάμε εκδρομή, ~ ~!, το πήρε καλά: αντέδρασε ήπια σε ένα δυσάρεστο νέο, το δέχτηκε ομαλά, δεν θίχτηκε: Ευτυχώς πήρε ~ την πλάκα που του κάναμε! Δεν περίμενα να το πάρει τόσο καλά! ΑΝΤ. το πήρε άσχημα, (για) πρόσεξε/κοίταξε καλά! βλ. προσέχω, (θέλει) σώνει και καλά/ντε και καλά βλ. σώνω, (ο χορός) καλά κρατεί βλ. κρατώ, αν θυμάμαι καλά, ... βλ. θυμάμαι, ας τα λέμε καλά βλ. λέω, βαστιέται/κρατιέται καλά βλ. βαστώ, για θυμήσου καλά! βλ. θυμάμαι, δεν με/σε/τον βλέπω καλά βλ. βλέπω, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα βλ. ζω1, θα φας καλά! βλ. τρώω, καλά και άγια βλ. άγιος, καλά μου (τα) έλεγες/τα 'λεγες βλ. λέω, καλά/όπως/σωστά (τα) λες/λέτε βλ. λέω, κάνω καλά/άσχημα βλ. κάνω, κάτσε καλά! βλ. κάθομαι, με βλέπεις καλά/με βλέπεις που σε βλέπω; βλ. βλέπω, μίλα καλά! βλ. μιλώ, μιλάω καλά για κάποιον βλ. μιλώ, πάει καλά βλ. πηγαίνω & πάω, πας/είσαι καλά; βλ. πηγαίνω & πάω, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, σκέψου καλά βλ. σκέφτομαι, την έχω καλά/άσχημα βλ. έχω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, το μιλάει καλά το ... βλ. μιλώ ● βλ. καλός, καλώς [< αρχ. καλῶς, μεσν. καλά]

καλός

καλός, ή, ό κα-λός επίθ. {συγκρ. καλύτερος, υπερθ. άριστος (λόγ.) κάλλιστος} ΑΝΤ. κακός 1. που χαρακτηρίζεται από θετικά συναισθήματα και φιλική διάθεση απέναντι στους άλλους, αγάπη, ανιδιοτέλεια, συμπόνια και πραότητα: Είναι ~ άνθρωπος/χαρακτήρας (πβ. αγαθός, άδολος, άκακος, ήρεμος). Είστε τόσο ~ (βλ. εξυπηρετικός)! Είναι ο ~ μου άγγελος (πβ. φύλακας άγγελος)! Είναι ~ή με όλους (βλ. ευγενικός, ευπροσήγορος, καλοσυνάτος, καταδεκτικός, μειλίχιος, προσηνής, προσιτός). || Έχει ~ή καρδιά/ψυχή (= είναι καλό-καρδη, -ψυχη). Δείχνει τον ~ό του εαυτό/την ~ή του πλευρά.|| ~ές πράξεις/~ά έργα (βλ. φιλανθρωπία). Έχει ~ό σκοπό/~ές προθέσεις (βλ. αγνός).|| Παριστάνει τον ~ό. Μου έκανε την ~ή μέχρι να την εξυπηρετήσω. 2. ηθικός, ήσυχος, υπάκουος· ευπρεπής, κόσμιος: ~ κι ενάρετος. Πβ. έντιμος.|| (οικ.) ~ό: σκυλάκι. Τα ~ά παιδιά δεν κάνουν αταξίες! Θα πας αμέσως στο κρεβάτι σου σαν ~ό κοριτσάκι που είσαι! Τι κάνει σήμερα το ~ό μας το αγόρι;|| ~ή: μεταχείριση. Κανόνες ~ής συμπεριφοράς (πβ. σαβουάρ βιβρ). Αποφυλακίστηκε λόγω ~ής διαγωγής. Έχει πάρει ~ή αγωγή/ανατροφή. Έχει ~ούς τρόπους. 3. που διαθέτει κύρος και κοινωνική αναγνώριση, λόγω πλούτου, επαγγέλματος ή/και ήθους: νέος ~ής οικογενείας. Είναι από ~ή γενιά/~ό σόι. Πβ. αριστοκρατικός. Βλ. ανφάν γκατέ, ελίτ, τζετ σετ.|| Απέκτησε ~ό όνομα/~ή φήμη (βλ. αναγνωρισμένος, αξιόπιστος).|| Πήγε σε ~ό σχολείο. Μπήκε σε ~ή σχολή. Έκανε ~ό γάμο. Διατίθεται σε όλα τα ~ά καταστήματα (βλ. επιλεγμένος). 4. σύμφωνος με κοινώς αποδεκτές αξίες ή απαιτήσεις, σωστός: ~ός: εργοδότης (πβ. δίκαιος)/πολίτης (πβ. υπεύθυνος)/υπάλληλος (πβ. ευσυνείδητος, συνεπής)/φίλαθλος/χριστιανός (πβ. ευσεβής, πιστός). Υπήρξε ~ πατέρας και σύζυγος.|| Θα μου δανείσεις το βιβλίο σου, σαν ~ φίλος που είσαι; 5. ικανός: ~ός: αθλητής/γιατρός/δάσκαλος/επιστήμονας/ηθοποιός/μαθητής/μουσικός/οδηγός/πολιτικός/συγγραφέας. Είναι ~ (= κάνει) για δικηγόρος. ~ στο να λύνει προβλήματα. Πβ. άξιος, επιδέξιος.|| Ήταν ~ σε όλα τα μαθήματα (πβ. γερός, δυνατός).|| ~ός: ακροατής (πβ. προσεκτικός). 6. που τηρεί κάποιες προδιαγραφές· επαρκής, ικανοποιητικός: ~ός: έλεγχος (πβ. διεξοδικός). ~ή: γνώση (της Αγγλικής)/διατροφή/μόρφωση. Συμβουλές για ~ή υγεία. Χρειάζεσαι έναν ~ό ύπνο! Παρέα μ' ένα ~ό βιβλίο. -Τι λες για το σχέδιό μου; -~ό μου ακούγεται! Έχει ~ούς βαθμούς.|| Πολύ ~ές συνθήκες (= εξαιρετικές). Χαρτί ~ής ποιότητας. Μεταχειρισμένο αμάξι σε πολύ ~ή κατάσταση.|| ~ή: δόση/μερίδα.|| (ΑΘΛ.) (για δρομέα:) Έκανε ~ό χρόνο. Έκαναν αρκετά ~ή εμφάνιση/προσπάθεια. Στον ημιτελικό δεν ήταν καθόλου ~οί.|| ~ός: φωτισμός. ~ή: ορατότητα. Δεν έχει καλή όραση/φωνή (: είναι παράφωνος).|| Βρήκε ~ή δουλειά.|| Λάτρης του ~ού φαγητού (πβ. καλοφαγάς).|| ~ός: μισθός. ~ό: μεροκάματο. ~ά: λεφτά.|| ~ό: ανακάτεμα/καθάρισμα/ξέβγαλμα/πλύσιμο (πβ. σχολαστικός). Το κρέας θέλει ~ό ψήσιμο (πβ. καλοψημένος).|| Δέκα ~οί λόγοι για να ... 7. επιτυχημένος, εύστοχος: ~ός: συγχρονισμός/υπολογισμός/χειρισμός. ~ή: βολή/παρατήρηση/πρόταση/σκέψη/συμβουλή/τακτική. ~ό: άλλοθι/επιχείρημα/ερώτημα. Καμιά ~ή ιδέα; Δεν έγινε ~ή συνεννόηση. (προφ.) Καλόοο! Ελπίζω να έχεις μια ~ή δικαιολογία που άργησες. 8. χρήσιμος· συμφέρων, επικερδής: Θες μια ~ή συμβουλή; Πήρα ~ές πληροφορίες. Δεν θα σου χρειαστεί άμεσα, αλλά ~ό είναι να το ξέρεις.|| ~ή: ευκαιρία/περίπτωση/συμφωνία. ~ές: αγορές/τιμές. Δεν κάνει ~ή (= συνετή) χρήση των χρημάτων. Η χρονιά ήταν ~ή (ενν. οικονομικά) για την περιοχή. (ευχετ.) ~ές δουλειές! Πβ. αποδοτικός, κερδο-, προσοδο-φόρος.|| Φάρμακο ~ό για τον λαιμό. Πβ. ωφέλιμος.|| Άμα δεν ξέρεις, ~ό θα ήταν να μην μιλάς! 9. ευνοϊκός, θετικός· ευχάριστος: ~ή: διάθεση/τύχη (πβ. καλοτυχία). ~ό: προαίσθημα. ~ές: προοπτικές. (ευχετ.) ~ά αποτελέσματα!|| ~ός: καιρός (πβ. καλοκαιρία).|| ~ή εποχή για διακοπές. Τον πέτυχα σε ~ή στιγμή. Ήρθες σε ~ή ώρα.|| Διαπραγματεύσεις μέσα σε ~ό κλίμα (ΑΝΤ. δυσμενής).|| Χρειάζομαι μια ~ή ζαριά. Έχει ~ό χαρτί.|| Έκανε ~ή εντύπωση. Το έργο πήρε ~ές κριτικές. Έχει ~ές συστάσεις. Πες της και κανά ~ό λόγο για μένα! Μόνο ~ά λόγια άκουσα για σένα! ΑΝΤ. αρνητικός.|| Αν έχεις ~ή παρέα, δεν θες τίποτε άλλο. Φέρνω ~ά νέα. Επιτέλους και μια ~ή είδηση! (προφ.) Τώρα αυτό είναι ~ό; ΑΝΤ. δυσάρεστος. 10. ωραίος, συμπαθητικός: ~ή: εμφάνιση. ~ό: παρουσιαστικό/σώμα. ~ά: χαρακτηριστικά.|| Δεν κάνει ~ά γράμματα. Έχει ~ό γούστο.|| (συγκαταβατικά) -Πώς σου φαίνεται; -~. ΑΝΤ. άσχημος (1) 11. επίσημος: Θα στρώσω το ~ό τραπεζομάντιλο. Πέρασα τις σημειώσεις στο ~ό τετράδιο. (μτφ., σε φωτογράφιση:) Θέλω να μου χαρίσετε το ~ό σας χαμόγελο! Έβαλα/φόρεσα τα ~ά μου παπούτσια/ρούχα. Βλ. καθημερινός, πρόχειρος. 12. που βολεύει κάποιον περισσότερο: Γράφω με το ~ό χέρι (βλ. αριστερό-, δεξιό-χειρας). Κλότσα τη μπάλα με το ~ό σου πόδι! 13. στενός, εγκάρδιος: Είναι ~οί φίλοι. Έχει πολύ ~ές σχέσεις με τους γονείς της. 14. χωρίς προβλήματα, ομαλός: Ήταν ~ή η μέρα σου σήμερα; Είχε ~ά γεράματα.|| (κυρ. ευχετ.) ~ό δρόμο/μήνα! ~όν ύπνο! ~ή: ανάρρωση/αντάμωση (: για αποχαιρετισμό)/αρχή/επιτυχία/ξεκούραση/όρεξη/πρόοδο/τύχη/χρονιά/χώνεψη! ~ή Ανάσταση και ~ό Πάσχα! ~ή σου μέρα (= καλημέρα)! ~ό: καλοκαίρι/κουράγιο/ταξίδι/τριήμερο! ~ές: διακοπές! 15. (ειρων.) (για ώρα ή χρονικό σημείο) περασμένος: Μέχρι να γυρίσει, ~ό Σεπτέμβρη/~ά μεσάνυχτα! ● Ουσ.: ο καλός: ενν. άνθρωπος, ήρωας (έργου): Στη ζωή δεν νικάνε πάντα οι ~οί.|| Έπαιζε τον ρόλο του ~ού. ΑΝΤ. ο κακός ● Υποκ.: καλούτσικος , η, ο: σχετικά καλός. Πβ. μέτριος. [< μεσν. καλούτσικος] ● ΣΥΜΠΛ.: Καλές Τέχνες βλ. τέχνη, καλές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, καλή ζωή βλ. ζωή, καλή θέληση βλ. θέληση, καλή λευτεριά! βλ. λευτεριά, καλή πίστη βλ. πίστη, καλή χοληστερόλη/χοληστερίνη βλ. χοληστερόλη, καλός/κακός αγωγός βλ. αγωγός, ο καλός Θεός/θεούλης βλ. θεός, ο καλός κόσμος βλ. κόσμος, υψηλή/καλή κοινωνία βλ. κοινωνία ● ΦΡ.: βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου (προφ.): για να δηλωθεί η μάταιη προσπάθεια να (μετα)πειστεί κάποιος: ~ ~, τίποτα αυτός, τον χαβά του! Πβ. βρε αμάν, βρε ζαμάν., καλά όλ' αυτά, αλλά ... (προφ.): ως έκφρ. επιφύλαξης σε άποψη ή κατάσταση που γίνεται μόνο συγκαταβατικά αποδεκτή: Θα μου πεις ~ ~ πώς μπορεί κάποιος να τα εφαρμόσει; Πβ. ναι μεν, αλλά., καλέ μου άνθρωπε! (προσφών.-ευφημ.): Λυπήσου με, ~ ~! Γιατί, ~ ~, φωνάζεις έτσι;, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη: ~ ~! Τι άλλο θ' ακούσουμε; (ειρων.) Αυτόν επέλεξαν; ~ ~!, καλός είναι κι αυτός/και τούτος/του λόγου του! (προφ.-ειρων.): επικριτικά για κάποιον που η συμπεριφορά του εκπλήσσει ή ενοχλεί. Πβ. άλλος (κι) αυτός!, καλός/καλή/καλό μου (οικ.): για αγαπημένο πρόσωπο: (προσφών.) Ήρθες, ~έ μου; Έλα εδώ, ~ό μου, γιατί κλαις;|| (ως ουσ., ερωτικός σύντροφος:) Περιμένει τον ~ό της/την ~ή του (βλ. αγαπημένος, φίλος/φιλενάδα)., με την καλή έννοια (του όρου) (προφ.): ως διευκρίνιση για χαρακτηρισμό ή δήλωση που μπορεί να παρεξηγηθεί: Σε ζηλεύω, ~ ~!|| (ειρων.-χιουμορ.) Είναι τρελή, ~ ~ (πάντα)!, ο καλός καλό δεν έχει (παροιμ.): ο καλόκαρδος άνθρωπος δεν βρίσκει ευτυχία και ανταπόδοση της καλοσύνης του., ο καλός/η καλή σου (ειρων.): για να δηλωθεί ενόχληση ή το ευτράπελο μιας συμπεριφοράς, χωρίς να κατονομαστεί ο δράστης: Στρίβω δεξιά, από πίσω κι ο ~ ~! Κινώ, λοιπόν, ο ~ ~, να πάω στο ... Έφυγε η ~ ~ και μ' άφησε να βγάλω εγώ το φίδι απ' την τρύπα! Πάει να σηκωθεί, πάρτην κάτω την ~ή ~!, όλοι οι καλοί χωράνε: (προτρεπτικά) για να δηλωθεί ότι όλοι οι καλόβολοι άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι: Μπείτε κι εσείς, ~ ~. Πβ. χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε., πολύ καλός για ...: πολύ ανώτερος από κάποιον άλλον ή από τον μέσο όρο: ~ ~ό για να είναι αληθινό! Είναι πολύ ~ή για σένα (= σου πέφτει πολλή)!, τέλος καλό, όλα καλά: όταν κάτι έχει αίσιο τέλος, ξεχνά κανείς τις δυσκολίες και τα προβλήματα που συνάντησε: Πέρασε κάποιες περιπέτειες με την υγεία του αλλά ~ ~. [< αγγλ. all's well that ends well] , το δέκα/το δύο το καλό (στην τράπουλα): το δέκα καρό ή το δύο σπαθί: (μτφ., για καλή τύχη:) Έχει πιάσει το δέκα ~ ~., (αγωνίστηκε/έδωσε) τον αγώνα τον καλό βλ. αγώνας, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, για καλή/για κακή μου τύχη βλ. τύχη, δεν θα έχω καλά ξεμπερδέματα/θα έχω κακά/άσχημα ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, δεν λες καλά/καλύτερα (που) ... βλ. λέω, δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα βλ. παράδειγμα, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, η ώρα η καλή! βλ. ώρα, κάθε εμπόδιο για καλό βλ. εμπόδιο, καλά ξεμπερδέματα βλ. ξεμπέρδεμα, καλά ξυπνητούρια! βλ. ξυπνητούρια, καλά στέφανα! βλ. στέφανα, καλά/καλό θα 'τανε βλ. καλά, καλές γιορτές! βλ. γιορτή, καλή καρδιά! βλ. καρδιά, καλή του ώρα βλ. ώρα, καλή ώρα βλ. ώρα, καλής γειτονίας βλ. γειτονία, καλό βόλι βλ. βόλι, καλό βράδυ! βλ. βράδυ, καλό κατευόδιο! βλ. κατευόδιο, καλό ξημέρωμα! βλ. ξημέρωμα, καλό/κακό προηγούμενο βλ. προηγούμενο, Καλός πολίτης! βλ. πολίτης, καλός, χρυσός και άγιος, αλλά ... βλ. άγιος, καλούς απογόνους! βλ. απόγονος, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία, ο καλός ποιμήν βλ. ποιμένας, ο καλός Σαμαρείτης βλ. Σαμαρείτης, ο παλιός καλός ... βλ. παλιός, οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους βλ. λογαριασμός, όλα καλά/όλα ωραία, όλα ανθηρά βλ. ανθηρός, όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης, παίρνω τον καλό δρόμο βλ. δρόμος, σε καλά χέρια βλ. χέρι, σε καλή μεριά! βλ. μεριά, σε καλό δρόμο/σε καλή πορεία βλ. δρόμος, στα καλά καθούμενα/του καθουμένου βλ. καθούμενος, το καλό πρά(γ)μα αργεί να γίνει βλ. αργώ, το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι βλ. παλικάρι, του καλού καιρού βλ. καιρός, χίλιοι καλοί χωρούν(ε)/χωράνε (, ένας κακός δεν χωρεί) βλ. χίλιοι ● βλ. καλά, καλό, καλώς [< αρχ. καλός]

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα

κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένακα-νείς & κα-νέ-νας, κα-μί-α & κα-μιά, κα-νέ-να αόρ. αντων. {κανενός, (λαϊκό) θηλ. καμιανής | κ. (προφ.) αρσ. κανάς & κάνας, ουδ. κανά & κάνα} 1. (+ αρνητ. πρόταση) ούτε ένας: -Ποιος ήταν; -~. ~ από εμάς/τους δεν γνώριζε. ~ δεν είναι τέλειος. Δεν είμαι υπέρ κανενός.|| (ως επίθ.) Κανένας λόγος ανησυχίας. Καμία (απολύτως) αλλαγή/απάντηση/δικαιολογία/ελπίδα. Κανένα αποτέλεσμα/ενδιαφέρον/ίχνος/σημάδι/σχόλιο. Κανενός είδους. Δεν παίζει κανένα ρόλο. Δεν έχω ανάγκη καμιάς υποστήριξης. Δεν μου άρεσε κανένα φαγητό (= τίποτα). ΣΥΝ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν 2. (αόριστ.) κάποιος: Ακούει/μίλησε ~; Μήπως ξέρει ~ πού είναι; Θέλει ~ καφέ; Τσίχλα ~;|| Όπως μπορεί ~ (= καθένας). Τι να πει κανείς! Είναι ν' απορεί κανείς! Αξίζει τον κόπο να το ψάξει ~. Δεν είπε ~ (= δεν είπα) πως δεν αξίζεις, απλά θέλεις δουλειά ακόμη.|| (ως επίθ.) Θα 'ρθει κάνας άλλος; Καμιά μέρα θα δεις που ... Κάνε και καμιά δουλειά! Ρίξε καμιά ματιά! Πού και πού λέμε και καμιά καλημέρα. Κανά νέο; Τι θα έλεγες για κανένα σινεμά; 3. (προφ.) για να δηλωθεί απαξίωση: Αν με ζητήσει καμιά μάνα μου, πες της ... Μπας και νομίζεις ότι είσαι κανάς κούκλος; Δεν είναι και κανένα αριστούργημα! Δεν είμαι κανά μικρό παιδί να με κοροϊδεύεις. 4. περίπου: Θα πάρει κανά χρόνο. Να περιμένεις μετά από καμιά βδομάδα! Καμιά δεκαριά. Χάσε κανένα/κανά κιλό! Σε κανά μισάωρο, θα 'μαι πίσω. ● ΦΡ.: καμιά ... -αριά/εκατοστή/χιλιάρα (προφ.): για αριθμό, ποσό κατά προσέγγιση: ~ σαρανταριά άτομα/ευρώ/κιλά/σελίδες/χρονών (= πάνω κάτω/περίπου σαράντα). Μαζεύτηκαν ~ κατοσταριά νοματαίοι. Στο 'χω πει ~ εκατοστή φορές!, κανά δυο & κανάς δυο (προφ.) : περίπου ένα με δύο· λίγοι, μερικοί: ~ ~ φορές/χρόνια. Σε ~ ~ ώρες. Θα βγει με ~ ~ φίλους. Ήπιαμε ~ ~ τρία ποτάκια. Θα είμαστε εσύ κι εγώ, άντε και κανάς δυο άλλοι. Πβ. δυο τρεις, ένας δυο., με κανέναν τρόπο & με καμία δύναμη/κυβέρνηση (προφ.-εμφατ.): σε καμία περίπτωση, καθόλου: Δεν θέλω ~ ~ να ... Δεν πρόκειται ν' αλλάξω γνώμη/να το επιτρέψω ~ ~! ΣΥΝ. επ' ουδενί (λόγω), με τίποτα (1), με/για τίποτα στον κόσμο, με την καμία (αργκό): με τίποτα., δεν υπάρχει κανείς που να μη(ν) ... βλ. υπάρχω, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση, καμία σχέση βλ. σχέση, καμιά φορά βλ. φορά, κανένα πρόβλημα! βλ. πρόβλημα, σε καμία περίπτωση βλ. περίπτωση, χωρίς (άλλη/καμιά) κουβέντα βλ. κουβέντα [< μεσν. κανείς]

Μπουτια

Μπουτια

[κῶλος] κώ-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.): πρωκτός· γλουτοί: Έπεσε με τον ~ο. Πβ. κωλομέρι, οπίσθια, πάτος, πισινός, ποπός.|| Μας γύρισε τον ~ο (: τα νώτα).|| (μτφ.) Σκίστηκε ο ~ του παντελονιού. (το πίσω ή κάτω μέρος) Ο ~ του αυτοκινήτου/του ποτηριού. ● Υποκ.: κωλαράκι & κωλάκι (το), κωλαράκος (ο) ● Μεγεθ.: κωλάρα (η) ● ΦΡ.: (όλο) μαγκιά, (όλο) κλανιά και κώλο/και ο κώλος κουβαρίστρα/φινιστρίνι (αργκό): για άντρα που παριστάνει τον δυνατό, τον τολμηρό, ενώ δεν είναι., γίνομαι κώλος (μτφ.-αργκό) 1. τσακώνομαι άσχημα με κάποιον: Έγινε ~ με τη γειτόνισσα. (απειλητ.) Πρόσεξε τι λες, γιατί θα γίνουμε ~! ΣΥΝ. γίνομαι μπίλιες (με κάποιον) 2. για μεγάλη ακαταστασία: Η κουζίνα έγινε ~.|| Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου κι έγινα ~ (= μουσκίδι). Πβ. χάλι. 3. πίνω πάρα πολύ, μεθώ., έκανε (και) η μύγα κώλο και/κι έχεσε τον κόσμο όλο (παροιμ.): για κάποιον που νομίζει ότι απέκτησε αξία και γι' αυτό έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του., έχει κώλο (αργκό): έχει το θάρρος, τη θέληση ή τις ικανότητες: Ποιος ~ ~ να του πάει κόντρα;, καίγεται ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη επιθυμία, ανησυχία ή μεγάλη ανάγκη., κόβω τον κώλο (μτφ.-προφ.) 1. {συνήθ. στον μέλλ.} τιμωρώ αυστηρά: (κυρ. απειλητ.) Θα σου κόψω ~, αν συνεχίσεις. 2. (σπάν.) {μόνο στο α' πρόσ.} είμαι εντελώς σίγουρος για κάτι: ~ ~ μου ότι το έκανε αυτός. ΣΥΝ. κόβω το κεφάλι/χέρι μου, κώλος και βρακί (μτφ.-οικ.): για να δηλωθεί ότι κάποιοι έχουν πολύ καλές, στενές σχέσεις μεταξύ τους., μιλάνε όλοι, μιλάνε και οι/κι οι κώλοι (παροιμ.): για κάποιον ασήμαντο, ανάξιο που εκφέρει μια άποψη χωρίς ουσία., μου βγαίνει ο κώλος (μτφ.-προφ.): κουράζομαι υπερβολικά: Της βγαίνει ~ στη δουλειά. ΣΥΝ. μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι, μου βγήκε η μέση, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος, μου έπιασαν τον κώλο (μτφ.-προφ.): συνήθ. για υπερβολική χρέωση: Μας ~ ~ στον λογαριασμό. Πβ. κωλοπιάσιμο, με πιάνουν κότσο., που να/όσο και να χτυπάς τον κώλο σου κάτω (μτφ.-προφ.): όσο και αν προσπαθήσεις, ό,τι και αν κάνεις: Δεν σου λέω, ~ ~!, στήνω κώλο (μτφ.-προφ.): εξευτελίζομαι, ταπεινώνομαι, υποχωρώ: Έστησε ~ για να πάρει τη δουλειά. ΣΥΝ. κατεβάζει τα βρακιά (του), στρώνω κώλο/πισινό & στρώνω τον κώλο/πισινό μου (μτφ.-οικ.): αφοσιώνομαι σε μια ασχολία, καταβάλλω επίμονη προσπάθεια: Στρώσε τον ~ σου (κάτω) να διαβάσεις., σφίγγουν οι κώλοι (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι δυσκολεύουν οι συνθήκες, προκύπτουν προβλήματα, η κατάσταση γίνεται πιεστική: Ήρθε ο νέος διευθυντής και έσφιξαν οι ~!, τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του (προφ.): για κάποιον που επιδιώκει ή προκαλεί με τη συμπεριφορά του κάτι: ~ ~ σου, μου φαίνεται. Πβ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας. ΣΥΝ. τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του, του κώλου (προφ.): ασήμαντος, ανάξιος λόγου, κακής ποιότητας: συμβουλές ~ ~.|| Διοργάνωση ~ ~., του κώλου τα εννιάμερα (λαϊκό): βλακείες, ανοησίες., αγκάθια έχει ο κώλος σου; βλ. αγκάθι, αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως/δεν τρως ψάρι βλ. βρέχω, ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε (κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας) βλ. τρώω, πήρε φωτιά ο κώλος του βλ. φωτιά, πότε ο Γιάννης δεν μπορεί, πότε ο κώλος του πονεί βλ. Γιάννης, τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους/και μεταξωτούς κώλους βλ. βρακί, του έβαλαν/του έχουν βάλει νέφτι (στον κώλο/πισινό/ποπό) βλ. νέφτι, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι [< μεσν. κώλος < αρχ. κῶλον]

κωλύω

κωλύωκω-λύ-ω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ., κυρ. σε νομικά κείμενα): εμποδίζω, δυσχεραίνω: Η μη προσέλευση του διωκόμενου δεν ~ει την πρόοδο της ανάκρισης. Παράγοντες που ~ουν τη σύναψη σύμβασης. Πβ. παρα~. ΑΝΤ. διευκολύνω ● Παθ.: κωλύομαι {μτχ. κωλυ-όμενος}: έχω κώλυμα, εμποδίζομαι, δυσκολεύομαι: ~ να απαντήσω δημοσίως/να παρευρεθώ. Τον πρόεδρο, όταν απουσιάζει ή ~εται, αναπληρώνει ο αντιπρόεδρος. Τα ~όμενα μέλη της γενικής συνέλευσης.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~όμενος: στρατιώτης (: που δεν μπορεί να παρουσιαστεί στην αναφορά λόγω διατεταγμένης υπηρεσίας). ● ΦΡ.: τα είδα όλα κωλυόμενα (στρατ. αργκό): βρέθηκα σε εξαιρετικά δύσκολη ή δυσάρεστη κατάσταση. [< αρχ. κωλύω]

λεφτά

λεφτάλε-φτά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. (λαϊκό) λεφτό} & λεπτά (προφ.): χρήματα: αεριτζίδικα/εύκολα/σίγουρα ~. Δεν (μου) φτάνουν τα ~. Όλα της τα ~ πάνε (= τα ξοδεύει) σε κοσμήματα. Έφαγε/έχασε όλα του τα ~ (= την περιουσία) στα χαρτιά. Πόσα ~ έδωσες/χρωστάς; Το αγόρασα με δικά μου/με τα πρώτα μου ~. Μας κόστισε/χαλάσαμε ένα κάρο/μάτσο/σωρό ~. Σκορπά ~ δεξιά κι αριστερά. Έχω ορισμένα ~ στην άκρη/μπάντα (βλ. αποταμιεύω). Σήκωσαν τα ~ τους από την τράπεζα (= έκαναν ανάληψη). Έμεινε από ~ (= ρέστος, ταπί). Δεν έχω ~ για πέταμα/σπατάλη. Με τα ίδια ~ θα μπορούσες να ... (: με το ίδιο χρηματικό ποσό). Τα κάνει όλα για τα ~. (γνωμ.) Τα ~ δεν είναι το παν/δεν φέρνουν την ευτυχία. Τα ~ αλλάζουν χέρια. (μειωτ.) Ζει με τα ~ του μπαμπά του. Πβ. τάλιρα.|| Σου περισσεύει κανά λεφτό; Πβ. φράγκο. ● Υποκ.: λεφτάκια & λεφτουδάκια & (σπάν.) λεφτούλια (τα) ● ΣΥΜΠΛ.: πεταμένα/τζάμπα/κοροϊδίστικα λεφτά: για άσκοπο ξόδεμα χρημάτων σε κάτι που δεν αξίζει· συνεκδ. η αντίστοιχη αγορά: Πλήρωσα ~ ~ (γι' άχρηστα πράγματα).|| ~ ~, δεν το έχω ούτε έναν μήνα το κινητό και χάλασε. Πβ. τζερεμές., χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: (είναι) όλα τα λεφτά (νεαν. αργκό): για κάποιον ή κάτι απολαυστικό, που ξεχωρίζει, υπερέχει: Είσαι ~ ~!|| Οι ατάκες του είναι ~ ~., βγάζω/κάνω λεφτά: αποκτώ χρήματα, περιουσία: Δουλεύει μέρα-νύχτα για να βγάλει ~. Έκανε ~ στο εξωτερικό. Πβ. καζαντίζω., κλαίω τα λεφτά μου: μετανιώνω για χρήματα που ξόδεψα σε κάτι που τελικά δεν άξιζε., λεφτά με τη σέσουλα/με το τσουβάλι/με (την) ουρά: πάρα πολλά χρήματα: Έχει ~ ~ (= είναι πολύ πλούσιος). Πβ. με το καντάρι, να φαν κι/φάνε και οι κότες., τα λεφτά πάνε στα λεφτά (παροιμ.): σε περιπτώσεις που άνθρωποι ήδη πλούσιοι αποκτούν ακόμα περισσότερα χρήματα ή συναναστρέφονται, παντρεύονται άτομα της ίδιας οικονομικής και κοινωνικής τάξης., τα πιάσαμε/τα βρήκαμε τα λεφτά μας: όταν συμβαίνει απρόοπτα κάτι δυσάρεστο ή όταν κάποια θετική κατάσταση δεν είναι αναμενόμενη: Κόπηκε το ρεύμα! Τώρα μάλιστα, ~ ~ (= τη βάψαμε, την κάναμε από κούπες, την κάτσαμε τη βάρκα, την πατήσαμε)!|| Αν περιμένεις να σε βοηθήσει, τα 'πιασες/τα βρήκες τα λεφτά σου (= σώθηκες). Πβ. ζήτω που καήκαμε!, αξίζει τα λεφτά (του/της) βλ. αξίζω, βάζω/ρίχνω λεφτά/χρήματα βλ. χρήμα, έναν περίδρομο λεφτά βλ. περίδρομος, έρχομαι στα λεφτά μου βλ. έρχομαι, κολυμπάει στο χρυσάφι/στο χρήμα βλ. κολυμπώ, το χρήμα δεν μυρίζει/τα λεφτά δεν μυρίζουν βλ. χρήμα [< μεσν. λεφτά < μτγν. λεπτὸν (νόμισμα)]

με1

με1πρόθ. (& μ' πριν από φωνήεν) δηλώνει: 1. συνύπαρξη, συνοδεία: (συχνά προηγείται το επίρρ. μαζί) Μένω (μαζί) ~ τη μητέρα μου. Διακοπές ~ τα παιδιά. Περπατούσε ~ την κόρη του στο πλευρό του. Ήρθε στο πάρτι ~ το αγόρι της. Πβ. παρέα, συντροφιά.|| Κείμενο ~ (: συνοδευόμενο από) μετάφραση. ~ τη βαλίτσα στο χέρι. Μακαρόνια ~ κιμά. Βροχή ~ ήλιο. Πβ. μετά. 2. τρόπο· ειδικότ. μέσο, όργανο ή κατάσταση, συνθήκες: Μιλάει ~ απλότητα (= απλά). Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε ~ μεγάλη επιτυχία (= επιτυχώς). ~ χίλια βάσανα τέλειωσε το σχολείο (: πάρα πολύ δύσκολα, κοπιαστικά). Έχει μάθει να ζει ~ τα λίγα (= λιτά). Η ταινία γυρίστηκε ~ πολύ κέφι. ~ το να γκρινιάζεις (= γκρινιάζοντας), μ' εκνευρίζεις περισσότερο. ~ ποιον τρόπο (= πώς) γνωριστήκατε; Περιμένουμε ~ αγωνία (= εναγωνίως) τα αποτελέσματα. Αφιερωμένο ~ αγάπη.|| Βόλτα ~ ποδήλατο. Αδυνάτισμα ~ γαστρικό μπαλόνι. Προπόνηση ~ βάρη. Πηγαίνω στη δουλειά ~ τα πόδια (= πεζή, πεζός). Τρώει ~ τα δάχτυλα.|| Πού να πάμε ~ τέτοιο καιρό; ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 3. (+ αιτ.) ως συμπλήρωμα ρημάτων, ουσιαστικών, επιθέτων ή επιρρημάτων: σύμφωνα ~ δηλώσεις ... (πβ. κατά). Συνέντευξη ~ τη διάσημη ηθοποιό ... Διεθνές συνέδριο ~ θέμα ... Ντύσιμο ανάλογα ~ τον σωματότυπο (κάποιου). Νέοι αντιμέτωποι ~ την ανεργία. Έχω ραντεβού ~ τον αλλεργιολόγο. Μοιάζει ~ τη (= στη) μητέρα του. Συμφωνώ μ' όσα είπες. Επικοινωνεί καθημερινά ~ πολύ κόσμο. Μάλωσε/τσακώθηκε ~ την καλύτερή της φίλη. Συμμάχησε ~ τους αντιπάλους. ~ τι ασχολείσαι αυτόν τον καιρό; Τιμήθηκε ~ το βραβείο Νόμπελ. Απειλούνται ~ λουκέτο πολλά μαγαζιά. Τι δουλειά έχεις μ' αυτούς; Οι ζυγοί αριθμοί διαιρούνται ~ το 2 (πβ. διά). Μια εικόνα ισοδυναμεί ~ χίλιες λέξεις. 4. χρόνο, χρονικό διάστημα ή χρονική στιγμή: Δουλεύω εννιά ~ πέντε (: από τις εννιά μέχρι τις πέντε). Δύο ~ τρία λεπτά (: περίπου 2-3 λεπτά). Χρόνο ~ τον χρόνο/ώρα ~ την ώρα (: καθώς περνάει ο χρόνος, η ώρα). ~ το πρώτο φως της ημέρας (: αυγή, χάραμα, χαραυγή). ~ τον καιρό/την πάροδο της ηλικίας/το πέρασμα των χρόνων (πβ. προϊόντος του χρόνου, συν τω χρόνω). ~ τη λήξη της σεζόν ...|| (ως σύνδεσμος) ~ το που μπήκα σπίτι ... (= μόλις, όταν). 5. περιεχόμενο: βαρέλι ~ κρασί. Κανάτα ~ νερό. Κουτί (~) σοκολατάκια. ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 6. ιδιότητα, χαρακτηριστικό, κυριότητα: ο κύριος ~ (: που φοράει) το μαύρο παλτό. Σπίτι ~ (: που έχει) θέα στη θάλασσα. Κοπέλα ~ καστανά μάτια. Μπουφάν ~ κουκούλα. Ομάδα ~ αποφασιστικότητα (= αποφασιστική). Δουλειά ~ πολλά λεφτά (: καλοπληρωμένη). Παιδιά ~ σύνδρομο ντάουν. ΑΝΤ. δίχως, χωρίς. 7. αναφορά: οδηγίες αναφορικά ~ (: όσον αφορά) την υποβολή φορολογικών δηλώσεων. Τι έγινε ~ το ματς χθες; Πβ. κατά. 8. ύλη: ξενοδοχείο κατασκευασμένο ~ (= από) πέτρα και ξύλο (: πέτρινο, ξύλινο). 9. (πολύ) κοντινή απόσταση, στενή επαφή: τεχνητή αναπνοή στόμα ~ στόμα (: φιλί της ζωής). Χόρευαν μάγουλο ~ μάγουλο (πβ. κολλητά). 10. όρο, συμφωνία: Πληρώνομαι ~ την ώρα (: είμαι ωρομίσθιος). 11. αιτία, λόγο: Γελάσαμε ~ τ' αστεία του. Αδικεί τον εαυτό της μ' αυτά που κάνει. 12. αντίθεση, εναντίωση: ~ (= παρά) όλα τα εμπόδια, τα καταφέραμε. Μ' όλο το(ν) σεβασμό, κάνεις ένα βασικό λάθος. ~ τα τόσα πτυχία, ακόμα να βρει δουλειά. Πολεμά ~ (= ενάντια, εναντίον, κατά) τον καρκίνο. ● ΦΡ.: με τα όλα (του/της) (προφ.): για κάποιον ή κάτι που θεωρείται ότι έχει πάρα πολλά θετικά στοιχεία, αρετές, προσόντα: γάμος/επαγγελματίας/ντέρμπι/τραπέζι ~ ~ του. Γυναίκα ~ ~ της (πβ. γυναικάρα)., (βλέπω/κοιτώ κάποιον/κάτι) με μισό/στραβό μάτι βλ. μάτι, (και) με το παραπάνω βλ. παραπάνω, από/με πρόθεση βλ. πρόθεση, βλέπω/παίρνω (κάποιον/κάτι) με καλό/με κακό μάτι βλ. μάτι, διά/με μιας βλ. διά, είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου; βλ. καλό, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, κοιμάμαι/ξυπνώ με τις κότες βλ. κότα, με βαριά/κρύα/μισή καρδιά βλ. καρδιά, με βάση βλ. βάση, με γεια βλ. γεια, με κάθε τρόπο βλ. τρόπος, με κλειστά (τα) μάτια βλ. κλειστός, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, με μαθηματική ακρίβεια βλ. ακρίβεια1, με νύχια και με δόντια βλ. νύχι, με όλη μου την ψυχή/την καρδιά βλ. ψυχή, με τα ψέματα βλ. ψέμα, με τη βία βλ. βία, με τη(ν) μπουκιά στο στόμα βλ. μπουκιά, με την κοιλιά στο στόμα βλ. κοιλιά, με την ψυχή μου βλ. ψυχή, με την ώρα του βλ. ώρα, με την/υπό την προϋπόθεση βλ. προϋπόθεση, με τιμή/μετά τιμής βλ. τιμή, με τίποτα βλ. τίποτα, με τις ώρες/επί ώρες/ώρες ολόκληρες/για ώρες βλ. ώρα, με το αζημίωτο βλ. αζημίωτος, με το έτσι θέλω βλ. θέλω, με το ζόρι βλ. ζόρι, με το κακό/με το άγριο βλ. κακό, με το καλό βλ. καλό, με το καλό/μαλακό βλ. καλό, με το κιλό βλ. κιλό, με το μάτι βλ. μάτι, με το μαχαίρι βλ. μαχαίρι, με το στανιό βλ. στανιό, με τον ιδρώτα του προσώπου μου βλ. πρόσωπο, με τρόπο βλ. τρόπος, με/κατά/σε σειρά βλ. σειρά, με/υπό όρους βλ. όρος, με/υπό τον όρο βλ. όρος, μέρα με τη μέρα βλ. μέρα, ο ένας με τον άλλο βλ. άλλος, ούτε με σφαίρες! βλ. σφαίρα, πρόσωπο με πρόσωπο βλ. πρόσωπο, σπιθαμή προς σπιθαμή βλ. σπιθαμή, στήθος με στήθος βλ. στήθος, σώμα με/προς σώμα βλ. σώμα, χέρι-χέρι/χέρι με χέρι βλ. χέρι, χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά βλ. χρήμα [< μεσν. με]

μεγαλείο

μεγαλείο[μεγαλεῖο] με-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.): μεγαλοπρέπεια, σπουδαιότητα, υπεροχή: το ~ της φύσης. Το ~ των αγωνιστών του ΄21 (πβ. ανδρεία, γενναιότητα, ηρωισμός). Υποκλίνομαι στο ~ της ανθρώπινης ψυχής (= ανωτερότητα, μεγαλοψυχία).|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το ηλιοβασίλεμα ήταν ~ (= θαύμα, όνειρο). ΣΥΝ. αίγλη (1), λαμπρότητα (1) ● μεγαλεία (τα): (συνήθ. ειρων.) δόξα και πλούτη, αξιώματα, τιμές: Δεν θέλω ~α. Ονειρεύεται ~α.|| (για δήλωση θαυμασμού) Για δες ~α! [< γαλλ. grandeurs] ● ΦΡ.: ... σε όλο του(/της ...) το μεγαλείο/... στο μεγαλείο του(/της) & σε όλη του(/της ...) μεγαλοπρέπεια (προφ.): για κάτι, συνηθέστ. αρνητικό, που εκδηλώνεται στο μέγιστο βαθμό: η υποκρισία σε όλο της το ~. Ο ρατσισμός στο ~ του. Βλ. αποκορύφωμα, ζενίθ, μάξιμουμ., περασμένα μεγαλεία (και διηγώντας τα να κλαις): που έχουν πια χαθεί., Ελλάς, το μεγαλείο σου! βλ. Ελλάδα [< μτγν. μεγαλεῖον]

μέρος

μέροςμέ-ρος ουσ. (ουδ.) {μέρ-ους | -η, -ών} 1. τμήμα ευρύτερου συνόλου: θεωρητικό/πειραματικό ~ ενός μαθήματος. Τα ~η του σώματος. Μεταλλικά/μηχανικά ~η οχημάτων. Έκοψε την τούρτα σε οκτώ ίσα ~η (= κομμάτια, τεμάχια). Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ~η (πβ. ενότητες, κεφάλαια). Το μεγαλύτερο ~ του έργου ολοκληρώθηκε. Το δεύτερο ~ της παράστασης ήταν κουραστικό. (για ταινία) Είδες το τρίτο ~ (βλ. σίκουελ); (για ομάδα) Ήμασταν καλύτεροι στο πρώτο ~ (= ημίχρονο). Από τη σονάτα δεν σώθηκε το ~ του βιολιού. Ζήτησε το ~ (= μερίδα, μερίδιο, μερτικό) του απ' τα κέρδη. Για ό,τι έγινε, έχεις κι εσύ ~ (της) ευθύνης. Γνωρίζει μόνο ~ της αλήθειας. Αποτελείς/είσαι (σημαντικό) ~ της ζωής μου. 2. (προφ.) με τοπική σημασία: αγαπημένο/ιδανικό/μαγευτικό ~ (= τόπος) για διακοπές. Άνθρωποι από διαφορετικά ~η/απ' όλα τα ~η της Γης έρχονται στο νησί. Σε κανένα (άλλο) ~ του κόσμου (= πουθενά αλλού). Σε οποιοδήποτε άλλο ~ (= οπουδήποτε αλλού). Το διαμέρισμά σου είναι σε ωραίο ~ (= τοποθεσία). Πήγε προς αυτό/εκείνο/το άλλο ~ (= κατεύθυνση). Πώς κι ήρθες απ' τα/στα ~η μας (πβ. εδώ); Σε κάποιο ~ (= κάπου) εδώ κοντά. Από ποιο ~ είσαι/κατάγεσαι (: περιοχή, πόλη, χώρα, χωριό); Οι συνήθειες διαφέρουν από ~ σε ~. Στο πίσω ~ της οθόνης (= μεριά, πλευρά). Δεν υπάρχει ~ να καθίσουμε (= θέση, χώρος). Σε ποιο ~ χτύπησες (= πού, σε ποιο σημείο); 3. {συνηθέστ. στον πληθ.} καθένα από τα δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες ή κράτη που μετέχουν σε μια διαδικασία, βρίσκονται σε αντιπαράθεση ή έχουν άμεση σχέση: εμπλεκόμενα/εμπόλεμα/ενδιαφερόμενα ~η. Τα ~η μιας δίκης (= αντίδικοι). Αναζητείται λύση που θα ικανοποιεί όλα τα ~η. Αμφότερα τα ~η κατέληξαν σε συμφωνία/συμφώνησαν. Η αίτηση θα κοινοποιηθεί και στο άλλο ~. ΣΥΝ. μεριά (2), πλευρά (3) 4. (ευφημ.-κυρ. παλαιότ.) τουαλέτα, αποχωρητήριο. ΣΥΝ. καμπινές ● ΣΥΜΠΛ.: (τα) μέρη του λόγου: ΓΡΑΜΜ. καθεμία από τις κατηγορίες στις οποίες χωρίζονται οι λέξεις μιας γλώσσας, με βάση τη μορφολογία ή τη συντακτική τους λειτουργία: Στα κλιτά ~ ~ ανήκουν τα άρθρα, τα ουσιαστικά, τα ρήματα, τα επίθετα, οι αντωνυμίες και οι μετοχές, ενώ στα άκλιτα τα επιρρήματα, οι προθέσεις, οι σύνδεσμοι και τα επιφωνήματα., απόκρυφα σημεία (του σώματος) βλ. απόκρυφος, λυρικά μέρη βλ. λυρικός, συμβαλλόμενα μέρη βλ. συμβάλλω ● ΦΡ.: από μέρους (κάποιου): από την πλευρά του, σε ό,τι τον αφορά: ~ ~ μου κανένα πρόβλημα, κάνε ό,τι θέλεις!, αφήνω/βάζω (κάτι) κατά μέρος: παραμερίζω, παραβλέπω, παρακάμπτω: Ας αφήσουμε ~ την γκρίνια/τις διαφορές/τους εγωισμούς/τη μιζέρια. ~οντας ~ το γεγονός ότι ... ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (2), βάζω κατά μέρος (προφ.): αποταμιεύω. ΣΥΝ. βάζω στην άκρη/στην μπάντα (1), εκ μέρους (σπάν. εκμέρους)/από μέρους (κάποιου) (λόγ.): ως εκπρόσωπός του: ~ ~ μου (= από τη δική μου πλευρά, μεριά). Ο υπουργός ... κατέθεσε στεφάνι ~ ~ της κυβέρνησης. Πβ. για λογαριασμό, εξ ονόματος. [< γαλλ. de la part de] , εν μέρει & ενμέρει (λόγ.): σε κάποιο βαθμό, όχι συνολικά: Έχεις ~ ~ δίκιο. ΣΥΝ. μερικώς, υπό/κατά μία έννοια ΑΝΤ. εν όλω, εντελώς, πλήρως [< γαλλ. en part] , επί μέρους (λόγ.): επιμέρους: Το τρίτο ~ ~ ζήτημα αφορά ..., κατά (ένα) μεγάλο μέρος & (λόγ.) κατά μέγα μέρος: σε μεγάλο βαθμό, ποσοστό: ~ ~ το πρόβλημα λύθηκε., λαμβάνω/παίρνω μέρος σε κάτι: συμμετέχω: Στον διαγωνισμό/στις εκδηλώσεις/στην κλήρωση/στη συζήτηση έλαβαν/πήραν ~ μαθητές απ' όλη τη χώρα. [< γαλλ. prendre part à ] , παίρνω (κάποιον) κατά μέρος: τον απομακρύνω από τους άλλους, συνήθ. για να μιλήσουμε ιδιαιτέρως: Με πήρε ~ και μου ανέφερε το πρόβλημα. Πβ. ξεμοναχιάζω. Βλ. κατ' ιδίαν, κατά μόνας., παίρνω κάποιον με το μέρος μου: τον κάνω να με υποστηρίξει, να ασπαστεί τις απόψεις μου: Προσπάθησε με μαλαγανιές να τους πάρει με το ~ της/του., παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) & (σπάν.) έρχομαι: υποστηρίζω, υπερασπίζομαι ένα πρόσωπο: Μου θύμωσε, γιατί δεν πήρα το ~ της. Πήγε με το ~ των δυνατών. Δεν είμαι με το ~ κανενός. Αν έρθεις με το ~ μας, ...|| (μτφ.) Ο χρόνος είναι με το ~ μας (: προς όφελός μας)., προς το μέρος (κάποιου): προς τον τόπο, το σημείο όπου βρίσκεται κάποιος: Γύρισε/ήρθε/πήγε/σημάδεψε (με το όπλο) ~ ~ τους και είπε ...|| (μτφ.) Η ζυγαριά κλίνει ~ ~ της., τι μέρος του λόγου είναι ...; (προφ.-μτφ., συχνά μειωτ.): (για πρόσ.) ποιο είναι το ποιόν του;, από τη μια (πλευρά/μεριά) ..., από την άλλη (πλευρά/μεριά) βλ. πλευρά, έχω την τύχη με το μέρος μου βλ. τύχη [< αρχ. μέρος, γαλλ. part, partie]

μέσα

μέσαμέ-σα επίρρ. {συχνά πριν από την πρόθ. σε} & μες (συνήθ. στον προφορικό λόγο, όταν παθαίνει έκθλιψη πριν από σύμφωνο ή πριν από φωνήεν)· δηλώνει 1. (σε κίνηση ή στάση) το εσωτερικό χώρου, έκτασης ή αντικειμένου ή γενικότ. κλειστό χώρο: Έλα ~ (πβ. εδώ)! Ποιοι είναι ~; Πού θέλεις να καθίσουμε, ~ ή έξω; (ειδικότ. σπίτι) Θα κάτσω/μείνω ~ απόψε. Μην πας πολύ ~ (= βαθιά, ενν. στη θάλασσα). (στο διαδίκτυο) Θα μπεις καθόλου ~ το βράδυ (π.χ. σε κάποιο τσατ ρουμ);|| (συνήθ. + από/σε) Της άρπαξε την τσάντα ~ απ' το αυτοκίνητο. Περάσαμε μεσ' απ' το τούνελ (= διά μέσου). Ανασύρθηκε ζωντανή ~ από τα ερείπια. Η πόρτα του δωματίου δεν κλείνει από ~ (πβ. έσωθεν). Βάλε τα ρούχα ~ στο πλυντήριο. Τι έχεις ~ στην τσάντα; Την κοίταξε ~ στα μάτια.|| (με πρόθ.) Δεν φαινόταν τίποτα από ~ (= εσωτερικό). Σπρώξε προς τα ~.|| (συγκριτικός βαθμός) Προχωρήστε πιο ~.|| (ως επιφών., συνήθ. χωρίς ρήμα) "~ όλοι!", φώναξε στους μαθητές.|| (με επανάληψη) Δες αν το φαγητό ζεστάθηκε ~ ~.|| (συχνά μτφ.) Όλα είναι ~ στο μυαλό σου. Κάποιοι ~ από την εταιρεία έκαναν υποκλοπές.|| (με άρθρο, ως επίθ.) Στις ~ (= έσω, εσωτερικές) σελίδες της εφημερίδας. (μτφ.) Ο ~ μας κόσμος (= ψυχικός). ΣΥΝ. εντός (1) ΑΝΤ. εκτός (1), έξω (1) 2. χρονική διάρκεια συνήθ. ή στιγμή: Όλα έγιναν ~ σε τρεις μήνες (= σε διάστημα τριών μηνών). Θα προλάβεις ~ σε μια ώρα να έρθεις; Περπατούσε ~ στη βροχή (: ενώ έβρεχε). Ποιος να παίρνει τηλέφωνο ~ στη νύχτα; Βρισκόμαστε ~ στην καρδιά του καλοκαιριού (= κατακαλόκαιρο)/στο χειμώνα. Το νέο μοντέλο έρχεται ~ στον Οκτώβριο. ΣΥΝ. εντός (2) 3. (μτφ.) συγκεκριμένη κατάσταση ή τρόπο: Έζησε ~ στα πλούτη/στη φτώχεια. Τα ρούχα σου είναι μες στη βρομιά.|| Διδασκαλία στο σχολείο ~ από την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Ο περισσότερος κόσμος τη γνωρίζει ~ από την τηλεόραση (= μέσω). 4. (ειδικότ.) μεταξύ, ανάμεσα: ένα χωριό ~ στο πράσινο. Ψάξε ~ στα άπλυτα και θα το βρεις.|| (για πρόσ.) ~ σε τόσο πλήθος λογικό ήταν να χαθούμε. Είναι ~ στους καλύτερους σκακιστές (: θεωρείται ένας από τους ...).|| (μτφ.) ~ στα πολλά που είπε/έκανε ... Δεν θέλει να τον έχει ~ στα πόδια της (: να είναι συνέχεια ανάμεσά της, να την ενοχλεί). ● Ουσ.: μέσα (το) (προφ.): εσωτερικό μέρος ή εσωτερικός χώρος: το ~ του καρπουζιού/σπιτιού. Τον πονάν τα ~ (= σπλάχνα, σωθικά) του.|| Δεν έχεις βαρεθεί το ~ (: να μη βγαίνεις έξω); ΑΝΤ. έξω (1) ● ΦΡ.: (είναι) μέσα σε όλα/σ΄όλα (προφ.): συμμετέχει σε ποικίλες δραστηριότητες, έχει πολλές διασυνδέσεις ή/και είναι (πάντα) ενημερωμένος., (μέσα) στην τιμή: χωρίς να απαιτείται πρόσθετη αμοιβή: Τα έξοδα αποστολής του προϊόντος (συμ)περιλαμβάνονται ~ ~. Το πρωινό δεν είναι ~ ~ του δωματίου., βάζω και μένα(/σένα ...) μέσα: συμπεριλαμβάνω, συνυπολογίζω: Παιδιά, βάλτε και μένα ~ στην παρουσίαση., είμαι μέσα (προφ.) 1. είμαι πρόθυμος, συμφωνώ, π.χ. να κάνω κάτι ή να πάω κάπου: Για το Σάββατο εγώ (πάντως/σίγουρα) ~ ~. Είστε ~ για ταξίδι στο εξωτερικό; (ως μονολεκτική καταφατική απάντηση, ναι, (και) βέβαια) -Θα 'ρθεις για φαγητό μαζί μας; -~! 2. είμαι απόλυτα βέβαιος για κάτι: Κάνε και την αίτηση, για να είσαι ~. 3. αντιλαμβάνομαι κάτι: ~ είσαι ότι τώρα τελευταία δεν τα πηγαίνουμε καλά. ΣΥΝ. πέφτω μέσα, είμαι/μπήκα μέσα (προφ.): χρωστώ: ~ ~ πεντακόσια ευρώ αυτόν τον μήνα. Πβ. πέφτω έξω.|| (για επιχείρηση) Το μαγαζί με την κρίση μπήκε ~ (= έχει παθητικό, χασούρα)., είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα (προφ.): είναι κλεισμένος σε φυλακή ή ψυχιατρικό ίδρυμα ή φυλακίστηκε: ~ ~ για εξακρίβωση στοιχείων., κατά τα/στα μέσα (+ γεν.): για δήλωση χρόνου: ~ ~ του 20ού αι., κρατάω (κάτι) μέσα μου: δεν εξωτερικεύω τα συναισθήματα ή/και τις σκέψεις μου: Μην τα κρατάς όλα ~ σου. Πβ. κατα-πίνω, -πνίγω. ΣΥΝ. κρατάω για τον εαυτό μου (1), μέσα μου: στην καρδιά, στην ψυχή ή στο μυαλό μου: Η απάντηση βρίσκεται (βαθιά) ~ σου (πβ. ενδόμυχα). Κάτι άλλαξε ~ ~. Πονάει ακόμη ~ της. Πρέπει να το βγάλεις από ~ σου (: να το εξωτερικεύσεις).|| Όμορφες αναμνήσεις ξύπνησαν ~ ~., πέφτω μέσα (μτφ.-προφ.): αντιλαμβάνομαι, μαντεύω σωστά κάτι: Έπεσες ~ στις προβλέψεις σου (: είχες δίκιο). ΑΝΤ. πέφτω έξω (1), το 'χω μέσα μου (προφ.): για κάτι που αποτελεί στοιχείο του χαρακτήρα μου, με εκφράζει ή έχω έμφυτη κλίση σε αυτό: Αν δεν το 'χεις ~ σου, ... Είναι και να το 'χεις ~ σου ..., τον έβαλαν/έκλεισαν μέσα (λαϊκό) & (λαϊκότ.) τον έχωσαν μέσα: τον φυλάκισαν: Είχε κάνει παρανομίες κι έτσι ~ ~ (= τον έβαλαν στη φυλακή). , (μες) στο νερό βλ. νερό, απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα, απέξω/απ' έξω κι από μέσα βλ. απέξω, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, έχει βάλει/χώσει κάποιον μέσα βλ. βάζω, έχει το(ν) διά(β)ολο μέσα του βλ. διάβολος, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, κάτι μέσα μου (μού) λέει/κάτι μου λέει ότι/πως ... βλ. λέω, κρύβει ένα παιδί μέσα του βλ. παιδί, κρύβει μέσα του βλ. κρύβω, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, μέσα από τα γυαλιά βλ. γυαλιά, μέσα από τα δόντια (του) βλ. δόντι, μέσα έξω βλ. έξω, μέσα στα πράγματα βλ. πράγμα, μέσα στην τούρλα βλ. τούρλα, μέσα/μες στα μέλια/σιρόπια βλ. μέλι, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, στα μέσα και στα έξω βλ. έξω, τα κεφάλια μέσα! βλ. κεφάλι, την τύχη/το κέρατό μου μέσα βλ. τύχη, τυχερός (μέσα) στην ατυχία του βλ. τυχερός, χέσε μέσα! βλ. χέζω [< μεσν. μέσα]

μπικίνι

μπικίνιμπι-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό που αποτελείται από δύο τμήματα, το πάνω για το στήθος και το κάτω για την περιοχή των γλουτών και των γεννητικών οργάνων: αποκαλυπτικό/καυτό/μικροσκοπικό ~. ~ με μπανέλα.|| Ολόσωμο ~ (: που ενώνει το πάνω με το κάτω μέρος). Βλ. μονοκίνι, ντε πιες. ● Υποκ.: μπικινάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμή του μπικίνι & (προφ.) μπικίνι: το όριο που διαγράφει στο γυναικείο σώμα το κάτω μέρος του μπικίνι, αφήνοντας ακάλυπτο ένα τμήμα του εφηβαίου στο οποίο γίνεται αποτρίχωση για αισθητικούς λόγους. [< αγγλ. bikini line, 1979] [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. bikini, 1946, αγγλ. ~, 1947]

όλο

όλο[ὅλο] ό-λο επίρρ. 1. (χρονικό· συνήθ. + ρήμα) συνέχεια, αδιάκοπα: ~ τσακώνονται/φωνάζει. Βαρέθηκα ~ τα ίδια και τα ίδια. Έμεινε μόνη κι ~ κλαίει. ΣΥΝ. διαρκώς ΑΝΤ. ποτέ (1), σπάνια 2. (+ ουσ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι εμφανίζει ένα χαρακτηριστικό σε υπερβολικό βαθμό: μαλλιά ~ ζωντάνια. ~ γκρίνια/νεύρα είσαι σήμερα. Μας υποδέχθηκε ~ (= γεμάτος) χαρά. ● ΦΡ.: όλο και (κάποιος/κάτι) ...: σίγουρα, πάντοτε κάποιος/κάτι ...: Αν ψάξεις, ~ ~ κάτι θα βρεις. ~ ~ κάποιος θα μας βοηθήσει., όλο και ... (επιτατ.): ολοένα: Τελευταία ακούγεται ~ ~ περισσότερο η φράση ... ~ ~ πιο ισχυρό γίνεται το αίτημα για ... ~ ~ πιο κοντά στο πρωτάθλημα η ομάδα. ΣΥΝ. όσο πάω/πάει και ● βλ. όλος [< αρχ. ὅλον]

πάνω & επάνω

πάνω & επάνω[ἐπάνω] πά-νω επίρρ. 1. & (λαϊκό) απάνω: ψηλά ή σε ψηλότερο επίπεδο, ψηλότερη επιφάνεια ή θέση σε σχέση με κάποιο σημείο αναφοράς: Κοίτα ~. Στερέωσε τον καθρέφτη πιο ~. (πιο πέρα, πιο βόρεια ή σε μεγαλύτερο υψόμετρο:) Ο τουρισμός δεν έχει φτάσει εδώ ~ (στο χωριό). Σηκωθείτε ~ (= όρθιοι). (για δήλωση αφετηρίας, προέλευσης:) Διάβασε προσεκτικά από ~ προς τα κάτω. (για δήλωση κατεύθυνσης:) Τέντωσε τα χέρια σου προς τα ~.|| (ως πρόθ. + από) ~ από το εκκλησάκι είναι ... Η πηγή βρίσκεται ~ από την πλατεία.|| (ως επίθ.) Το ~ μέρος/παράθυρο/πλαίσιο/τμήμα. (σε ονόματα περιοχών, χωριών) ~/κάτω Πλάτανος. Οι κάτοικοι του ~ ορόφου (σε πολυκατοικίες).|| (ως ουσ.) Οι (από) ~ (ενν. ένοικοι).|| (ειδικότ. για όχημα, μέσα:) ~ στο λεωφορείο. 2. (+ σε) σε επιφάνεια: ~ στην πόρτα. Κάνε κλικ με το ποντίκι ~ στο λινκ. Σέρβιρε το φιλέτο ~ σε φύλλα ρόκας. 3. για κάτι που συνορεύει με κάτι άλλο: Το οικόπεδο είναι ~ στον κεντρικό δρόμο. 4. (σε θέση πρόθεσης + από + αριθμητικό) περισσότερο από: Είναι ~ από σαράντα πέντε χρόνων. Μου πήρε ~ από έναν μήνα να τελειώσω την εργασία (πβ. παρα~). Η εταιρεία πούλησε ~ από εκατό χιλιάδες αυτοκίνητα πέρσι. Οι μέσες μηνιαίες θερμοκρασίες παραμένουν ~ από το μηδέν. 5. (σε θέση πρόθεσης + από, μτφ.) για κάποιον ή κάτι που βρίσκεται σε ανώτερη, σημαντικότερη θέση από κάποιον άλλο σε αξιολογική ή ιεραρχική κλίμακα: Είναι ~ από μένα στη δουλειά. Η ευτυχία των παιδιών μου είναι ~ από τη δική μου. || (εμφατ.) ~ και πέρα από οποιοδήποτε /ότιδήποτε … 6. (+ γεν. αδύνατου τύπου της προσ. αντων. γ' προσώπου) εναντίον: (ως πρόθ.) Όρμησε ~ του, χωρίς να καταλάβουμε γιατί.|| (ως επιφών.) ~ του/τους! 7. (σε θέση πρόθεσης + σε) αναφορικά, σχετικά με κάτι: Θα ήθελα να τοποθετηθώ ~ σε αυτό το θέμα (πβ. επ' αυτού). 8. για αύξηση της αξίας, των τιμών: 50% ~ οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων. Οριακά ~ οι πωλήσεις. 9. (σε θέση πρόθεσης με χρονική σημασία, + σε) κατά τη διάρκεια: Έπαθε ανακοπή καρδιάς ~ στο χορό. Αποκοιμήθηκα ~ στο καλύτερο. 10. (συνήθ. επιτατ.) για δήλωση αναφοράς: Η ύλη ~ στην οποία θα εξεταστείτε είναι η εξής ... ● Ουσ.: οι επάνω: οι ανώτεροι, οι προϊστάμενοι ή αυτοί που έχουν εξουσία. Πβ. άνωθεν. ● ΦΡ.: από πάνω μέχρι/ως κάτω: από το πιο ψηλό ως το πιο χαμηλό σημείο, από την κορυφή ως τα νύχια: Ρωγμές στους τοίχους ~ ~.|| Καρφώνω με τα μάτια/κοιτάζω κάποιον ~ ~. Ήταν ντυμένος ~ ~ στα μαύρα. Με είχε λούσει κρύος ιδρώτας ~ ~., βάζω/ρίχνω κάτι πάνω μου (προφ.): ντύνομαι βιαστικά, πρόχειρα., είμαι στα πάνω μου (προφ.): είμαι σε καλή κατάσταση, έχω καλή διάθεση ή σημειώνω επιτυχία: Η ομάδα είναι ~ ~ της. ΣΥΝ. είμαι στα χάι μου ΑΝΤ. είμαι (στα) ντάουν (μου), είμαι στα κάτω μου, είμαι/βρίσκομαι αποπάνω/από πάνω (μτφ.-προφ.) 1. ελέγχω, επιβλέπω: Κατά τη διάρκεια του διαγωνίσματος ήμουν συνέχεια από ~ τους (ενν. τους μαθητές). 2. βρίσκομαι σε θέση ισχύος. Πβ. έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι. 3. (για άνδρα ή γυναίκα) ως ερωτική στάση., και πάνω: και περισσότερο: Η ένταση του ανέμου θα είναι από δέκα μποφόρ ~ ~. Στο πρόγραμμα συμμετέχουν νέοι και νέες από δεκαπέντε χρονών ~ ~. Οι επιδιορθώσεις θα κοστίσουν εκατό ευρώ ~ ~., κι από πάνω (προφ., συνήθ. σε περιπτώσεις αγανάκτησης, δυσαρέσκειας): επιπλέον: Αυτό έλειπε, να σε λυπηθώ ~ ~. Ήρθες καθυστερημένος στη δουλειά και διαμαρτύρεσαι ~ ~., μια πάνω (και) μια κάτω (μτφ.-προφ.): για αλλαγή πότε προς το καλύτερο και πότε προς το χειρότερο: Στη ζωή τα πράγματα είναι ~ ~., ο ένας πάνω στον άλλο 1. (επιτατ.) για να δηλωθεί στρίμωγμα, συμφόρηση: Ζούσαν στοιβαγμένοι σε άθλια παραπήγματα, ~ ~. 2. για χρονική συνήθ. διαδοχή με μεγάλη συχνότητα: Οι σφαίρες έπεφταν η μία ~ στην άλλη. Πβ. ο ένας μετά τον άλλο., ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος (λαϊκό): η επίγεια ζωή (σε αντίθεση με τον κόσμο των νεκρών). ΑΝΤ. ο κάτω κόσμος, παίρνω κάτι (ε)πάνω μου (προφ.): αναλαμβάνω: Πήρε πάνω του το βάρος της ευθύνης., παίρνω τα πάνω μου 1. αρχίζω να αποδίδω ή γνωρίζω άνθιση, επιτυχία: Στην πορεία του παιχνιδιού η Εθνική μας Ομάδα πήρε τα ~ της.|| Πήρε επιτέλους ~ του. Το καλοκαίρι ο τουρισμός ~ει ~ του. 2. (για πρόσ.) βελτιώνεται η διάθεσή μου., πάνω απ' όλα & πριν απ' όλα: το σημαντικότερο σύμφωνα με την κρίση κάποιου· κατά κύριο λόγο, κυρίως: ~ ~ η υγεία! Με ενδιαφέρει ~ ~ η ποιότητα του έργου. ΣΥΝ. πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2), πάνω κάτω (προφ.) 1. κατά προσέγγιση, περίπου: Όταν έφυγα, ήταν ~ ~ έξι. Κατάλαβα ~ ~ τι θέλεις να πεις (πβ. λίγο πολύ, μέσες άκρες).|| Πέντε πάνω, πέντε κάτω δεν έχει σημασία. ΑΝΤ. ακριβώς (1) 2. από τη μία πλευρά στην άλλη, πέρα δώθε: Περπατούσε ~ ~ σκεφτικός. 3. προς τα πάνω και προς τα κάτω: Μετακινήστε ~ ~ το έγγραφο με το ποντίκι., πάνω μου 1. (ως πρόθ.) μαζί μου: Δεν έχω/κρατάω ~ ~ λεφτά (= στο πορτοφόλι, στην τσάντα ή στην τσέπη μου). 2. (για πρόσ.) στο σώμα ή στον χαρακτήρα μου: Το φοράω συνέχεια ~ ~.|| Λίγο φιλότιμο δεν έχεις ~ σου; Η παιδεία επέδρασε ~ του (= στην προσωπικότητά του, στον ψυχισμό του).|| Έφυγε από ~ ~ ένα βάρος (= ανακουφίστηκα, απαλλάχτηκα). 3. (ως συμπλήρωμα διαφόρων ρημάτων) σε εμένα: Βασίσου/στηρίξου ~ ~., πάνω πάνω (προφ.) 1. στην υψηλότερη θέση: ~ ~ στο συρτάρι έχω τα έγγραφα. 2. (μτφ.) επιφανειακά, χωρίς λεπτομέρειες., πάνω που: (σε θέση χρονικού συνδέσμου) την ώρα ακριβώς, τη στιγμή ή την περίοδο που: ~ ~ ετοιμαζόμουν να φύγω, εμφανίστηκε. ~ ~ είχα αρχίσει να συνηθίζω, μου άλλαξαν πόστο., πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι 1. (μτφ.) βρίσκω αναπάντεχα, συναντώ τυχαία: Στην επιστροφή έπεσα ~ ~ μποτιλιάρισμα. Ψάχνοντας διάφορα άρθρα, έπεσα ~ ~ ένα που είχα γράψει εδώ και καιρό.|| Έπεσα ~ ~ μια φίλη από τα παλιά. ΣΥΝ. έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον, κουτουλώ (3) 2. (για οχήματα) συγκρούομαι: Η νταλίκα έπεσε ~ στο λεωφορείο., πιο πάνω: (στον λόγο) προηγουμένως: Τα μέτρα που αναφέρθηκαν ~ ~.|| (σε επιθετική χρήση:) Σχετικά με το ~ ~ θέμα, μπορώ να πω ..., τα κάνω πάνω μου (προφ.) 1. αφοδεύω ή ουρώ στα εσώρουχά μου: Κόντεψα να ~ ~ από τα γέλια (= να κατουρηθώ). 2. (μτφ.) νιώθω υπερβολικό φόβο, τρόμο: ~ ~ στην ιδέα του θανάτου. Πβ. χέζομαι πάνω μου., το παίρνω πάνω μου (προφ.): υπερηφανεύομαι, υπερεκτιμώ τον εαυτό μου: Μην του λες τέτοια, γιατί θα το πάρει ~ του. Πώς να μην το πάρει ~ της με τόσες επιτυχίες; Πβ. καβάλησε το καλάμι., φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω: για ριζική αλλαγή, μεγάλη ανατροπή μιας κατάστασης: Έφερε τα ~ ~ στην τέχνη της εποχής του. Ένα μήνα έλειψα και ήρθαν ~ ~., (ε)πάνω στην ώρα βλ. ώρα, από το πάνω ράφι βλ. ράφι, βάζω κάτι/κάποιον πάνω από κάτι/κάποιον άλλο βλ. βάζω, έχω/κρατάω/παίρνω το πάνω χέρι βλ. χέρι, ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα βλ. τούρλα, ο χρόνος δεν πέρασε από πάνω του βλ. χρόνος, παίρνει την πάνω βόλτα βλ. βόλτα, πάνω απ' τον ώμο (κάποιου) βλ. ώμος, πάνω από το κεφάλι μου/τα κεφάλια μας βλ. κεφάλι, πάνω από το πτώμα (μου) βλ. πτώμα, πάνω στη συζήτηση/στην κουβέντα βλ. συζήτηση [< αρχ. ἐπάνω]

παρόλο

παρόλοπα-ρό-λο σύνδ. & (λόγ.) παρ' όλο(ν): μολονότι· παρά το (γεγονός) ότι· αν και: ~ που θέλω, δεν μπορώ να έρθω. ~ ότι προσπάθησα, δεν τα κατάφερα. Πβ. παρότι. ● ΦΡ.: παρ' όλα/παρόλα αυτά & (λόγ.) παρά ταύτα & παραταύτα: για να δηλωθεί αντίθεση προς τα προηγούμενα: Γνώριζαν το πρόβλημα. ~ ~, δεν περίμεναν τέτοια εξέλιξη. Πβ. εντούτοις, μολαταύτα. [< γαλλ. malgré tout]

πηγαίνω & πάω

πηγαίνω & πάωπη-γαί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πηγαίνεις κ. πας, πάει, πάμε, πάτε, πάν(ε) | πήγαινα, πήγα (να/θα πάω), προστ. πήγαινε, πηγαίνετε κ. πάτε, πηγαίν-οντας} 1. μετακινούμαι, κατευθύνομαι με τα πόδια ή με μεταφορικό μέσο συνήθ. προς συγκεκριμένο σημείο: ~ στα μαγαζιά/στην τράπεζα. ~ για ύπνο (= να κοιμηθώ)/για ψώνια (= να ψωνίσω). ~ει από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Πού/προς τα πού πας; Πάμε (για) μια βόλτα/να περπατήσουμε (λιγάκι). Από πού πάνε για το λιμάνι;|| Πήγαν (= έφυγαν για) διακοπές/εκδρομή/ταξίδι.|| ~ (= πετάγομαι) μια στιγμή μέχρι τον/στον φούρνο και επιστρέφω.|| Το λεωφορείο πάει στο κέντρο. -Πώς μπορεί να πάει κανείς μέχρι την παραλία; -Με αυτοκίνητο/καΐκι. Πβ. μεταβαίνω. Βλ. παρα-, πολυ-πάω. 2. (+ μέχρι/ως) φτάνω: Πήγα ως την πόρτα.|| (μτφ.) Η ομάδα έχει πάει μέχρι τον τελικό. 3. (+ από) περνώ, διέρχομαι: Πήγα από το σπίτι των γονιών μου. 4. (για οδηγό ή όχημα) κινούμαι: ~ει (= τρέχει) με εκατό (ενν. χιλιόμετρα) την ώρα. 5. συχνάζω κάπου, συνηθίζω να επισκέπτομαι ένα μέρος: ~ στο γυμναστήριο. ~ει (κάθε Σάββατο/με φίλους) στον κινηματογράφο. Πάμε θέατρο συχνά. 6. συνοδεύω, οδηγώ κάποιον· μεταφέρω κάτι: Πάω τα παιδιά στο πάρκο/σχολείο. Να σε πάω (= πετάξω) μέχρι το σπίτι; Με πήγε (= έβγαλε) για φαγητό.|| Πήγα τα σκουπίδια (στον κάδο)/τα χαρτιά για ανακύκλωση.|| (μτφ.) Τον πήγε (= έσυρε) στα δικαστήρια. 7. (+ για, μτφ.) προορίζομαι· βρίσκομαι πολύ κοντά σε κάτι: Σταφύλια που πάνε για (να γίνουν) κρασί/μούστο.|| ~ει για Δήμαρχος/Πρόεδρος (πβ. προαλείφομαι). ~ει (= βαίνει, οδεύει, είναι πολύ κοντά) για παγκόσμιο ρεκόρ/τη νίκη. 8. αναχωρώ, αποχωρώ, φεύγω: Άντε να ~ (κι εγώ σιγά σιγά). Καιρός/ώρα να ~ουμε.|| (ευχετ.) Να πας στο καλό! 9. (+ να, προφ.) προσπαθώ, επιχειρώ, δοκιμάζω: Πήγα να ανοίξω το φως και έπεσε η ασφάλεια. 10. (μτφ.-προφ.) ανατρέχω, μεταβαίνω: Πήγαινε στο τέλος της σελίδας/τρίτο κεφάλαιο. Ας πάμε (= μπούμε) στην ουσία του θέματος. 11. (μτφ.-προφ.) κοντεύω, κινδυνεύω: Πήγα (= λίγο έλειψε να, παραλίγο) να πεθάνω/τρελαθώ! 12. (μτφ.-προφ.) φοιτώ: ~ (στο) γυμνάσιο/λύκειο/πανεπιστήμιο. 13. (συνήθ. στον αόρ., μτφ.-προφ.) πεθαίνω: Πήγε από βαριά αρρώστια/γεράματα/σφαίρα.πηγαίνει & (προφ.) πάει 1. διαβιβάζεται: Η ανακοίνωση πήγε σε όλα τα κανάλια και τις εφημερίδες. 2. οδηγεί, καταλήγει, φτάνει, βγάζει: Στρίβουμε δεξιά, όπως ~ ο δρόμος. Το μονοπάτι ~ αριστερά. 3. (για χρόνο) φτάνει: Πήγε δώδεκα (η ώρα)/μεσάνυχτα. 4. εξελίσσεται: Ηρέμησε, όλα θα πάνε καλά! Τι έχει πάει στραβά;|| Ο αγώνας ~ για αναβολή (= οδηγείται προς).|| Δεν θυμάμαι πώς ~ ο σκοπός/το τραγούδι. 5. λειτουργεί, δουλεύει: Το ρολόι ~ μπροστά/πίσω. 6. ξοδεύεται, δαπανάται, διατίθεται: Πού πήγαν τα λεφτά; Τα κονδύλια πήγαν σε ... 7. ταιριάζει, συνδυάζεται: Δεν του ~ αυτό το πουκάμισο/χρώμα. Τα άσπρα/γυαλιά σού πάνε πολύ.|| Το άσπρο κρασί ~ με το ψάρι. 8. πέρασε, τέλειωσε: Πάει κι αυτός ο μήνας! Πάνε χρόνια από τότε.|| Πάει η ευκαιρία (= χάθηκε)! 9. κοστίζει, στοιχίζει: Πόσο ~ η εγγραφή/το κιλό/η ταρίφα; 10. (για διαιρέτη ως προς τον διαιρετέο) χωράει, αναλογεί: Πόσο/πόσες φορές πάει το 8 στο 64; ● ΣΥΜΠΛ.: Πάμε Στοίχημα βλ. στοίχημα ● ΦΡ.: αυτό πού το πας; (προφ.): για συμπληρωματικό στοιχείο που δεν είναι αμελητέο: Δεν έχω διάθεση να βγω, βρέχει κιόλας, ~ ~; , δεν μου πάει (η καρδιά) να ... (προφ.): δεν έχω το ψυχικό σθένος, δεν αισθάνομαι καλά να κάνω κάτι: ~ ~ τον στενοχωρήσω! ΣΥΝ. δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή), δεν πάει/πα να ... (προφ.): (για δήλωση αδιαφορίας) ας: ~ ~ λέει ό,τι θέλει, δεν με ενδιαφέρει.|| (υβριστ.) ~ ~ πνιγεί!, όπως πάει & κατά πώς πάει: όπως εξελίσσεται η κατάσταση: ~ ~, θα τρελαθώ! ~ ~ το πράγμα, αποκτά ενδιαφέρον., όπως πάω/πας (αρνητ. συνυποδ.): έτσι που ενεργώ/ενεργείς: Όπως πάω, θα μείνω από λεφτά. Έτσι όπως πας, θα φας το κεφάλι σου., όσο πάω/πάει και: όσο περνά ο καιρός: Όσο πάω και βελτιώνομαι. Η κατάσταση όσο πάει και χειροτερεύει. Η παρέα μας όσο πάει και μεγαλώνει., όταν εσύ πήγαινες, εγώ ερχόμουν/γύριζα/γυρνούσα (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί μεγαλύτερη εμπειρία, υπεροχή σε κάτι: Τι μας λες τώρα, ~ ~!, πάει και …: για να αξιολογηθεί αρνητικά κάτι: Μα τι ~ ~ κάνει/λέει ο άνθρωπος!, πάει καλά (προφ.): εντάξει, καλώς: -Βάζουμε στοίχημα; -~ ~., πάει καλά/άσχημα (προφ.): έχει θετική ή αρνητική εξέλιξη: Τίποτα δεν (μου) ~ καλά σήμερα. Τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά. Αν κάτι δεν πάει καλά, ενημέρωσέ με. Αν όλα πάνε καλά, αύριο θα είμαστε σπίτια μας (βλ. αν θέλει ο Θεός)., πάει κάτω: καταπίνεται: Δεν ~ ~ τίποτα/ούτε μπουκιά (: έχω χορτάσει, δεν μπορώ να φάω άλλο). Να πάνε ~ τα φαρμάκια., πάει με όλα & πάει παντού: συνδυάζεται, ταιριάζει με τα πάντα: Κρασί που ~ ~ (ενν. τα φαγητά). Χρώμα (ενν. ενδυμάτων ή υποδημάτων) που ~ ~. , πάει να πει & πα' να πει & παναπεί (προφ.): δηλαδή, σημαίνει: Μπλογκ ~ ~ ημερολόγιο. Αν δεν νικήσουμε, δεν ~ ~ ότι καταστρεφόμαστε., πάει παντού 1. απλώνεται: Ανακατεύουμε καλά το μείγμα, για να ~ ~ ο κιμάς και το τυρί. 2. (μτφ.) μεταφέρεται εύκολα: Συσκευή που είναι τόσο μικρή και ελαφριά, ώστε ~ ~., πάμε γι' άλλα: ως προτροπή για νέα αρχή, νέα προσπάθεια: Περασμένα ξεχασμένα και ~ ~. Χάσαμε, αλλά δεν πειράζει, ~ ~., πάμε!: (προτρεπτικά) προχωράμε, συνεχίζουμε, φεύγουμε: Έλα, ~! Αρκετά ξεκουραστήκαμε, ~ τώρα! Τι δουλειά έχουμε εμείς μαζί τους; ~ να φύγουμε.|| (επιφωνηματικά) Έτοιμοι; ~ (= ξεκινάμε)!, πας να ...: το έχεις βάλει σκοπό να: ~ ~ με τρελάνεις;, πας/είσαι καλά; & δεν πάμε/δεν(/σαν να μην) είμαστε καλά! (προφ.): ως έκφραση έκπληξης, δυσαρέσκειας ή ως επίπληξη κάποιου που δεν σκέφτεται ή δεν φέρεται σωστά: Παιδάκι μου, ~ ~ (= είσαι με τα/στα καλά/σωστά σου, σοβαρολογείς); Κορίτσι μου, δεν ~ ~! Άααα, δεν πάμε καθόλου καλά!, πάω με κάποιον/μαζί του (προφ.): έρχομαι σε σεξουαλική επαφή: Πήγε (= κοιμήθηκε) μαζί της., πάω τα πράγματα: ωθώ την κατάσταση (κάπου): ~ ~ μπροστά/πιο πέρα/στα άκρα., πήγαινε & (σπάν.-λαϊκό) πάγαινε: φύγε: Άντε ~ από δω., πήγαινε-έλα & πηγαινέλα & πήγαιν' έλα (προφ.) 1. & (λαϊκό) σύρε/πάνε κι έλα: συνεχής κίνηση ή μετακίνηση: Αρχίσαμε τα ~ ~ στο νησί. Πβ. σούρτα-φέρτα. 2. & πήγαινε και έλα: μετάβαση και επιστροφή: ~ ~ κάναμε πέντε ώρες. Με κούρασε το πήγαινε και το έλα με το λεωφορείο. Βλ. ανέβα-κατέβα., πήγε/έπεσε να με φάει (μτφ.-προφ.): αντέδρασε πολύ έντονα εναντίον μου: Μόλις του ζήτησα λεφτά, ~ ~.|| Δεν τόλμησα να πω κάτι και έπεσαν να με φάνε (= μου επιτέθηκαν λεκτικά)., πού θα (μου) πάει (προφ.-εμφατ.) 1. για να δηλωθεί ότι κάτι θα γίνει, θα συμβεί: ~ ~, θα τα καταφέρω. Θα βρω χρόνο, ~ ~; 2. για να ειπωθεί ότι κάποιος δεν θα ξεφύγει, δεν θα γλιτώσει: ~ ~, θα τον βρω/πετύχω/πιάσω!, πού θα πάει; (εμφατ.): για να δηλωθεί αγανάκτηση για κάτι ενοχλητικό, δυσάρεστο που πρέπει να σταματήσει: ~ ~ αυτή η κατάσταση; ~ ~ αυτό το πράγμα/το χάλι;, πού το πας; (προφ.): τι θέλεις να πεις, τι υπονοείς;, τα πάω/πηγαίνω με κάποιον (προφ.): έχω καλές ή κακές σχέσεις μαζί του: -Πώς τα πας/πάτε με τον φίλο σου; -Μια χαρά! (απειλητ.) Πρόσεξε, γιατί δεν θα τα πάμε καθόλου καλά!, τον πάω (νεαν. αργκό): μου αρέσει: ~ ~ (με χίλια)! Δεν ~ ~ καθόλου/με τίποτα/μία! Πολύ σε ~, δικέ μου!|| Το ~ το καινούργιο σου κινητό! Πβ. κάνω κέφι/γούστο κάποιον/κάτι. ΣΥΝ. γουστάρω, του πήγε να & του πήγε τρεις και μία (προφ.): αισθάνθηκε μεγάλο φόβο., (κάτι) πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, (πηγαίνω) με τον σταυρό στο χέρι βλ. σταυρός, (πήγε) υπέρ πίστεως (και πατρίδος) βλ. πίστη, άι/α/άντε στο διά(β)ολο/διάλο! βλ. διάβολος, από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, ας πάει και το παλιάμπελο βλ. παλιάμπελο, άστα (να πάνε) (καλύτερα) & άσε καλύτερα βλ. αφήνω, βάζω/πάω στοίχημα βλ. στοίχημα, δεν (το) πάει η γλώσσα μου βλ. γλώσσα, δεν ξέρω πού (μου) πάν' τα τέσσερα βλ. τέσσερις, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω βλ. πατώ, δεν πάει άλλο! βλ. άλλο, δεν/να πά(ει) να χεστεί! βλ. χέζω, δουλεύει/πάει ρολόι βλ. ρολόι, είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα βλ. μέσα, έρχεται/πάει/πέφτει/ταιριάζει γάντι/κουτί βλ. γάντι, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, και πάει λέγοντας βλ. λέω, και πολύ (σου/του) είναι/πάει βλ. είμαι, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, κάνω/πάω να ... βλ. κάνω, κάτι δεν πάει καλά βλ. καλά, κάτι πηγαίνει στραβά βλ. στραβός, κομμάτια/τσιμέντο να γίνει βλ. κομμάτι, μου πάει/έρχεται/κοστίζει/στοιχίζει ο κούκος αηδόνι βλ. αηδόνι, να πάει και να μη γυρίσει! βλ. γυρίζω, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όσα έρθουν κι όσα πάνε/όσα πάνε κι όσα έρθουν βλ. έρχομαι, πάει (για) φούντο βλ. φούντο, πάει άδικα βλ. άδικος, πάει για βρούβες βλ. βρούβα, πάει καπνός βλ. καπνός, πάει κατά δια(β)όλου βλ. διάβολος, πάει κι έρχεται βλ. έρχομαι, πάει μακριά η βαλίτσα βλ. βαλίτσα, πάει πακέτο με κάποιον/κάτι βλ. πακέτο, πάει περίπατο βλ. περίπατος, πάει πολύ βλ. πολύ, πάει στον διά(β)ολο/διάλο βλ. διάβολος, πάει στράφι βλ. στράφι, πάει/πηγαίνει άπατος βλ. άπατος, πάει/πηγαίνει τρένο βλ. τρένο, πάει/πηγαίνει/πέφτει σύννεφο βλ. σύννεφο, παίρνω το μέρος & πηγαίνω/είμαι με το μέρος (κάποιου) βλ. μέρος, πάμε για (έναν) καφέ; βλ. καφές, πάνε μαζί βλ. μαζί, πάω πάσο βλ. πάσο, πάω πίσω βλ. πίσω, πάω φουλ για ... βλ. φουλ, πάω/πηγαίνω κόντρα βλ. κόντρα, πάω/πηγαίνω με τα νερά κάποιου βλ. νερό, πάω/πηγαίνω μπροστά βλ. μπροστά, πάω/πηγαίνω προς νερού μου βλ. νερό, πάω/σέρνω (κάποιον) καροτσάκι βλ. καρότσι, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πήγαινε στη γωνία να δεις αν έρχομαι βλ. γωνία, πηγαίνει καλά η μέρα (μου) βλ. μέρα, πηγαίνει το μυαλό μου (σε κάτι/κάποιον) βλ. μυαλό, πηγαίνει το μυαλό/ο νους μου στο κακό βλ. κακό, πηγαίνω μια κόντρα βλ. κόντρα, πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένος βλ. μαλλί, πήγε σπίτι του βλ. σπίτι, πήγε ταμείο βλ. ταμείο, πήγε/ήρθε η καρδιά μου στη θέση της βλ. καρδιά, πήγε/πέθανε/ψόφησε σαν το σκυλί στ' αμπέλι βλ. σκυλί, πολλές φορές πάει η στάμνα για νερό, μία πάει και δε(ν) γυρίζει βλ. στάμνα, πόσο πάει το μαλλί; βλ. μαλλί, πού πήγε και το(ν)/τη βρήκε; βλ. βρίσκω, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς πάει; βλ. πώς, σόι πάει το βασίλειο βλ. βασίλειο, τα λεφτά πάνε στα λεφτά βλ. λεφτά, τα πάω/περνάω ζάχαρη με κάποιον βλ. ζάχαρη, τι θα πει βλ. λέω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τον πάνε/τον παίρνουν τέσσερις βλ. τέσσερις, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τρώω τη/χάνω τη/πηγαίνει χαμένη η μέρα μου βλ. μέρα, τσουλάει/προχωράει/κυλάει/πάει καλά βλ. τσουλώ, φιρί φιρί (το) πάει βλ. φιρί φιρί [< μεσν. πηγαίνω < μτγν. ὑπάγω]

πληρώνω

πληρώνωπλη-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πλήρω-σα, πληρώ-σει, -θηκα (λόγ. μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, πληρών-οντας, πληρω-μένος} & (λαϊκό) πλερώνω 1. καταβάλλω συνήθ. χρήματα, σε αντάλλαγμα για την αγορά προϊόντος, την παροχή υπηρεσίας, την εξόφληση χρέους ή αμείβω: ~ το εισιτήριο. Δεν χρειάζεται να ~σεις, κερνάω εγώ. Αγόρασε τόσα πράγματα, χωρίς να ~σει (δεκάρα/τίποτα) (= τζάμπα). ~ει όσο όσο, προκειμένου να αποκτήσει ... ~σε τα μαλλιά της κεφαλής του/τα μαλλιοκέφαλά του. Η παραγγελία θα ~θεί κατά την παράδοση.|| Το επίδομα ~εται αναδρομικά. ~θηκε (= εξοφλήθηκε) ένα μέρος από το ποσό.|| Την ~σαν/~θηκε αδρά/ψίχουλα. ~εται με το κομμάτι/με την ώρα. Δεν ~εται αυτά που δικαιούται/όσο θα έπρεπε/τις υπερωρίες. Βλ. ακριβο~, κακο~, καλο~, μοσχο~, ξανα~, προ~, χρυσο~, πληρω-θείς, -μένος, -τέος. ΑΝΤ. εισπράττω (1) 2. (μτφ.) υφίσταμαι τις συνέπειες: ~σε (ακριβά) την απειρία/την άρνησή/τις άστοχες επιλογές του. ~ει τα επίχειρα της επιπολαιότητάς του/το τίμημα της δόξας.|| (+ για) ~σε για τα εγκλήματά/τις πράξεις του (= τιμωρήθηκε). 3. δωροδοκώ, εξαγοράζω: Τους ~σαν για να μη μιλήσουν. Πβ. λαδώνω, χρηματίζω. 4. ανταποδίδω: Μια δουλειά που δεν ~εται με τίποτα/όσα και να δώσεις. ΣΥΝ. ξεπληρώνω (2) ● ΦΡ.: θα μου το πληρώσεις! (προφ.): θα σε εκδικηθώ: ~ ~ (ακριβά) (γι') αυτό που μου έκανες!, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα: όλοι κάποια στιγμή στη ζωή τους τιμωρούνται για ό,τι κακό έκαναν. ΣΥΝ. εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος, πληρώνω (τα) κερατιάτικα/γαμησιάτικα (αργκό): επωμίζομαι άδικη ή υπερβολική οικονομική χρέωση: Εκείνος προκάλεσε το ατύχημα κι εγώ θα ~ ~; Βλ. κοροϊδίστικα λεφτά., πληρώνω τα σπασμένα/τη νύφη/το μάρμαρο (μτφ.-προφ.): πληρώνω τη ζημιά ή υφίσταμαι τις επιπτώσεις από σφάλματα ή παραλείψεις άλλων, βρίσκω τον μπελά μου χωρίς να φταίω., πληρώνω αμαρτίες βλ. αμαρτία, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα βλ. νόμισμα, πληρώνω κάποιον/κάτι χρυσό βλ. χρυσός [< μεσν. πληρώνω]

πολυσυσκευή

πολυσυσκευήπο-λυ-συ-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που ενσωματώνει σε μια μονάδα πολλές διαφορετικές λειτουργίες: ~ μαγειρέματος. Βλ. πολυ-κουζινάκι, -μηχάνημα.

πρώτα

πρώτα[πρῶτα] πρώ-τα επίρρ. 1. αρχικά, πριν από κάτι άλλο: Μάθε ~ να οδηγείς και μετά πάρε αυτοκίνητο. Μην πάρετε το φάρμακο, αν δεν συμβουλευτείτε ~ τον γιατρό σας. Βλ. κατόπιν. 2. (προφ.) σε παλιότερη χρονική φάση, παλιά: ~ είχαμε τις κασέτες, τώρα τα σιντί. Πβ. άλλοτε. 3. για δήλωση προτεραιότητας: ~ η δουλειά και μετά η διασκέδαση. 4. προπάντων, κυρίως: Για όλα αυτά ~ φταίει η απερισκεψία σου. ● ΦΡ.: πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα 1. πριν γίνει ή ειπωθεί οτιδήποτε άλλο: ~ ~ να διευκρινίσω/ξεκαθαρίσω ένα πράγμα. Γεια σας, ~ ~ να σας συστηθώ. Πβ. αρχικά. 2. & πρώτα και κύρια το σημαντικότερο, βασικότερο: ~ ~ υγεία και αγάπη! ΣΥΝ. πάνω απ' όλα, προπαντός, πρωτίστως, σαν/όπως (και) πρώτα: όπως παλιά: Είμαστε ξανά αγαπημένοι ~ ~. ΣΥΝ. σαν άλλοτε, πρώτα ο Θεός βλ. θεός, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτος [< αρχ. πρῶτα]

σημασία

σημασία

ση-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) {σημασιών} 1. αξία, σπουδαιότητα που αποδίδεται σε κάτι (γεγονός, φαινόμενο, ενέργεια, κατάσταση, ζήτημα, συναίσθημα): διαχρονική/εθνική/επικοινωνιακή/επιστημονική/θρησκευτική/καίρια/κομβική/οικονομική/ουσιαστική/περιβαλλοντική/πολύπλευρη/πρωτεύουσα/συμβολική/συνολική ~. Αναγνωρίζω/υποτιμώ την ιστορική ~ ενός κινήματος. Αναδεικνύω/κατανοώ/υπογραμμίζω τη(ν) θεωρητική/κοινωνική/πρακτική ~ ενός θέματος/προβλήματος. Η ~ της σωστής διατροφής για τα παιδιά. Τροφή με μεγάλη βιολογική ~. Η ~ της αγάπης/της ζωής/της συμμετοχής/(προφ.) του να έχεις καλούς φίλους. Η προστασία του περιβάλλοντος έχει ζωτική/καθοριστική ~ για την ποιότητα ζωής. Ιαματικές πηγές τουριστικής ~ας. Σπουδαίας βαθμολογικής ~ας νίκη. Συμφωνία στρατηγικής ~ας. Καθοριστικής/κρίσιμης ~ας (τομείς). Ευρήματα ελάσσονος/μείζονος ~ας. Έργο που αποκτά ιδιάζουσα/κεντρική/σημαίνουσα ~. Είναι θεμελιώδους/υψίστης ~ας να ... Έχει αποδοθεί ιδιαίτερη ~ στη ... Δεν θέλω να μειώσω τη ~ της επιτυχίας του. Πβ. βαρύτητα. 2. ΓΛΩΣΣ. έννοια γλωσσικού στοιχείου, συνήθ. λέξης ή φράσης, εκτός συμφραζομένων, εννοιολογικό περιεχόμενο ενός σημείου: αλληγορική/αρχική/βασική/γενική/(συνυπο)δηλωτική/ειδική/κυριολεκτική/μεταφορική/τρέχουσα ~. ~ μορφήματος/όρου. Γραμματική/κειμενική/λεξική (πβ. σημαινόμενο)/προτασιακή ~. Οι διαφορετικές ~ες μιας λέξης (βλ. πολυσημία). Λέξεις που έχουν την ίδια ~ (βλ. συνωνυμία, ταυτοσημία). Δεν έχεις καταλάβει τη ~ των λόγων/του μηνύματός του (πβ. νόημα, περιεχόμενο). Η ~ της χειρονομίας. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύνουσα σημασία βλ. βαρύνων, ήσσονος/δευτερεύουσας σημασίας βλ. ήσσων & ήττων ● ΦΡ.: άνευ σημασίας (λόγ.) & χωρίς σημασία: χωρίς αξία, σπουδαιότητα: Είναι ~ ~ το γεγονός. Κάποιοι προσπαθούν να παρουσιάσουν το θέμα ως ~ ~. Δεν είναι ~ ~ να ... Ήττα χωρίς ~. ΣΥΝ. επουσιώδης ΑΝΤ. ουσιώδης, δίνω σημασία (προφ.): ενδιαφέρομαι για, ασχολούμαι με κάποιον ή κάτι: Μη ~εις ~ στις κακίες/συκοφαντίες (πβ. αδιαφορώ). Κανείς δεν τους έδωσε ~., έχει σημασία & σημασία έχει: έχει αξία, είναι σημαντικό: ~ ~ να τηρούνται οι νόμιμες διαδικασίες. Εκείνο που έχει ~ είναι να ... Δεν έχει (καμιά απολύτως) ~ τι πιστεύω εγώ., με όλη τη σημασία της λέξης (εμφατ.): για να αποδοθεί θετική συνήθ. ιδιότητα στο μέγιστο βαθμό στο ουσιαστικό που προηγείται: άνθρωπος/ήρωας/ομάδα/τελικός ~ ~. Άντρας/γυναίκα ~ ~ (= με άλφα/γάμμα κεφαλαίο, πβ. εκατό τοις εκατό, με τα όλα του/της).|| Σε θαυμάζω ~ ~. [< γαλλ. dans tout le sens du mot] , τι σημασία έχει;: (ως ρητορ. ερώτηση) δεν έχει κανένα νόημα, δεν είναι σημαντικό: ~ ~ ποιος το έγραψε; ~ ~ αν ήρθε χθες ή προχθές; Άλλωστε, ~ ~;, με νόημα/σημασία βλ. νόημα [< 1: αγγλ. significance 2: μτγν. σημασία, αγγλ. meaning]

ύλη

ύλη[ὕλη] ύ-λη ουσ. (θηλ.) {υλ-ών} 1. ουσία, συστατικό στοιχείο από το οποίο αποτελείται ένα φυσικό σώμα· γενικότ. οτιδήποτε καταλαμβάνει χώρο, έχει μάζα και μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια: ανόργανη/οργανική/συμπυκνωμένη/συνθετική ~. Η αφθαρσία/η διάταξη/η δομή/οι ιδιότητες/η μεταφορά/τα σωματίδια της ~ης. Η ~ εμφανίζεται σε αέρια, στερεή και υγρή κατάσταση/μορφή. Βλ. αντι~.|| Καύσιμη/υφαντική ~. Εκρηκτικές/εύφλεκτες/χρωστικές ~ες.|| (ΦΙΛΟΣ.) Ο άνθρωπος αποτελείται από ~ και πνεύμα. Βλ. υλισμός.|| (ΒΙΟΛ.) Έμβια/ζώσα ~ (: ~ των ζωντανών οργανισμών). 2. τα υλικά αγαθά: προσκόλληση στην ~ (: στις υλικές απολαύσεις, ΑΝΤ. πνευματικά αγαθά). 3. το σύνολο των θεμάτων που περιλαμβάνονται στον γραπτό ή ηλεκτρονικό Τύπο, σε ένα βιβλίο ή έντυπο: αθλητική/δημοσιογραφική/πολιτική ~. Εφημερίδα με πλούσια ~. Εκπομπή/περιοδικό ποικίλης ~ης (πβ. θεματολογία). Επιμελητής/συντάκτης (πβ. υλατζής)/υπεύθυνος ~ης. 4. (συνεκδ.) το περιεχόμενο γνωστικού αντικειμένου ή μαθήματος: διδακτέα/εξεταστέα ~. Διεύρυνση/μείωση της ~ης. Εκτός/εντός ~ης. Το τελευταίο κεφάλαιο δεν θα είναι στην ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γραφική ύλη: κάθε αντικείμενο που χρησιμεύει στο γράψιμο: είδη ~ής ~ης. Βλ. μαρκαδόρος, μολύβι, στιλό, χαρτικά., πρώτη ύλη: ΟΙΚΟΝ. ακατέργαστο ή επεξεργασμένο υλικό το οποίο χρησιμοποιείται στη βιομηχανία για την παραγωγή προϊόντων· κατ' επέκτ. καθετί που αποτελεί τη βάση προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι: αγροτικές (: ζωικές, φυτικές)/ανανεώσιμες/ενεργειακές/ορυκτές/φυσικές ~ες ~ες. Ανακύκλωση ~ων ~ών. || Η ελληνική κουζίνα βασίζεται σε εξαιρετικές ~ες ~ες. || (μτφ.) Έγραψε το βιβλίο έχοντας ως ~ ~ τις προσωπικές του εμπειρίες. [< αγγλ. raw material] , αρτυματικές ύλες/ουσίες βλ. αρτυματικός, γλυκαντικές ουσίες/ύλες βλ. γλυκαντικός, μεσοαστρική ύλη βλ. μεσοαστρικός, σκοτεινή ύλη βλ. σκοτεινός, φερτές ύλες βλ. φερτός ● ΦΡ.: εφ' όλης της ύλης (λόγ.): για κάθε πλευρά ενός ζητήματος: διάλογος/ενημέρωση/συζήτηση/συνέντευξη ~ ~. Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει ~ ~., καθ' ύλη(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, ο καθ΄ύλην αρμόδιος βλ. αρμόδιος [< αρχ. ὕλη, γαλλ. matière]

φερετζές

φερετζέςφε-ρε-τζές ουσ. (αρσ.): υφασμάτινο κάλυμμα του προσώπου (εκτός από τα μάτια) των μουσουλμάνων γυναικών. Βλ. -ές, καλύπτρα, μπούρκα, νικάμπ, τσαντόρ. ● ΦΡ.: όλα τα 'χε/'χει η Μαριωρή, ο φερετζές της έλειπε/λείπει (παροιμ.): για ξαφνική ατυχία που έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά δυσάρεστων γεγονότων ή καταστάσεων· για περιττό ή ανεπιθύμητο, τη δεδομένη στιγμή, πράγμα (ή πρόσωπο). [< μεσν. φερετζέ < τουρκ. ferace ‘πανωφόρι’]

Τρώγεται με τα ρούχα του

Τρώγεται με τα ρούχα του

φταί-ω ρ. (αμτβ.) {φται-ς, φταί-ει, -με, -τε, -ν(ε) | έφται-ξα, φταί-ξει} 1. ευθύνομαι για κάτι αρνητικό ή δυσάρεστο: ~ που του μίλησα άσχημα. Πάλι εγώ ~; Εσύ ~ς για όλα. Δεν ~ς εσύ, ~ εγώ που σε άκουσα (: δεν έπρεπε να σ' ακούσω). Ποιος να ~ει άραγε για/που ...; Τι ~ξε και τα πράγματα δεν πήγαν καλά; 2. σφάλλω: ~ξα και τώρα το πληρώνω. Σου ζητώ συγγνώμη, αν έχω ~ξει κάπου. Πβ. λαθεύω. ● ΦΡ.: για όλα φταίει (κάποιος/κάτι) (προφ.-συχνά ειρων.): σε περίπτωση αναζήτησης αποδιοπομπαίου τράγου: ~ ~ το σύστημα., δεν ξέρει τι του φταίει (προφ.): για κάποιον που δυσανασχετεί συνεχώς και δεν είναι ικανοποιημένος με τίποτα. ΣΥΝ. τρώγεται με τα ρούχα του, μου φταίει κάποιος/κάτι (προφ.): με ενοχλεί, με πειράζει: Δεν μου ~ς σε τίποτα. Μια ζωή του ~νε οι άλλοι. Τι σου ~ξε ο άνθρωπος και τον βρίζεις;|| Δεν σου ~ εγώ που ... (= δεν είμαι εγώ η αιτία)., τι φταίω; (προφ.): ως έκφραση διαμαρτυρίας σε περίπτωση που κάποιος αδικείται ή ως διαπίστωση ότι ταλαιπωρείται άδικα: Τι φταίμε εμείς, αν οι άλλοι δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους;|| Τι φταίει το παιδί να ακούει τους γονείς του να καβγαδίζουν., κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς βλ. φονιάς, φταίει ο γάιδαρος και χτυπάει/βαράει/δέρνει το σαμάρι βλ. γάιδαρος [< μεσν. φταίω]

ψυχή

ψυχή

ψυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. η άυλη, πνευματική ουσία του ανθρώπου, που θεωρείται ότι είναι αθάνατη· γενικότ. η άυλη και άφθαρτη ουσία κάθε όντος: ειρήνη της ~ής. Η ~ δίνει ζωή στο σώμα.|| Κάθαρση/λύτρωση/σωτηρία της ~ής. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο σωτήρας των ~ών (: ο Θεός). Προσεύχομαι για την ~ κάποιου. Δέηση για την ~ του ... Παρέδωσε την ~ του στον Κύριο (= πέθανε· βλ. πνεύμα). (ως ευχή για πεθαμένο:) Ο Θεός να/ας αναπαύσει την ~ του.|| (σε όρκο:) Στην ~ της μάνας/του πατέρα μου!|| (ΦΙΛΟΣ.) Καθολική/παγκόσμια ~ (πβ. ψυχή του κόσμου).|| (ΜΥΘ.) Η Ψυχή και ο Έρωτας.|| Η ~ των ζώων. 2. (ειδικότ.) η ηθική και συναισθηματική φύση του ανθρώπου, σε αντίθεση με τη βιολογική και διανοητική του υπόσταση: αβυσσαλέα/αγγελική/αγνή/αδάμαστη/αδούλωτη/ελεύθερη/ευαίσθητη/ευγενική/καθαρή/μαύρη/παιδική/περήφανη (βλ. φρόνημα)/σκληρή/σκοτεινή ~. Οι αρετές/η γαλήνη/η δύναμη/η ευγένεια/η ηρεμία/η καλλιέργεια/η κατάσταση/το μεγαλείο/η ομορφιά/ο πόνος/η υγεία της ~ής. Το τραγούδι άγγιξε την ~ μου (: με συγκίνησε βαθύτατα). Έχει καλή/κακή ~ (= καρδιά· πβ. καλό-/κακό-ψυχος). Η αμαρτία βαραίνει την ~ (βλ. συνείδηση). Κάποιος/κάτι γεμίζει την ~ μας με θλίψη/χαρά. Πόνεσε η ~ μου που την είδα να κλαίει (: στενοχωρήθηκα πολύ). Το ευχαριστήθηκε/χάρηκε η ~ μου! Το αληθινό ταλέντο βγαίνει/πηγάζει από την ~. Με τα μάτια της ~ής.|| H λαϊκή ~. 3. άνθρωπος, ζωή· ειδικότ. εμψυχωτής: αδικοχαμένες/μοναχικές/νεανικές/πληγωμένες ~ές. Πόλη δύο εκατομμυρίων ~ών (= κατοίκων). Χάθηκαν τόσες αθώες ~ές! Τι να κάνει άραγε αυτή η ~;|| Δεν υπήρχε ~ τριγύρω. Σε αυτό το μέρος τον χειμώνα δεν πατάει ~.|| (μτφ.) Είναι η ~ του αγώνα. Το εμπορικό κέντρο είναι η ~ της πόλης. 4. {χωρ. πληθ.} παλικαριά, θάρρος: το μεγαλείο της ελληνικής ~ής. Δείξαμε ~ και νικήσαμε. Θέλει ~ (= κότσια) ν' αψηφάς τον κίνδυνο. Είναι ομάδα με ~. Είχαν ~ και πάλεψαν μέχρι τέλους εναντίον των κατακτητών (: ήταν ψυχωμένοι, ανδρείοι· βλ. δειλός, άνανδρος). Πβ. αγωνιστικ-, μαχητικ-ότητα, σθένος. 5. ΤΕΧΝΟΛ. το κεντρικό ή βασικό τμήμα αντικειμένου ή κατασκευής, συνήθ. δοκού, σιδηροτροχιάς: αγωγοί/συρματόσχοινα με χαλύβδινη ~. ● Υποκ.: ψυχάκι (το) (οικ.): πρόσωπο αγαπημένο, κοντινό ή για το οποίο τρέφουμε αισθήματα συμπάθειας, εκτίμησης., ψυχούλα (η): καλοσυνάτος άνθρωπος, που χαρακτηρίζεται από ευαισθησία και ανιδιοτέλεια. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχή του κόσμου & κοσμική ψυχή: ΦΙΛΟΣ. (κατά τους πρώτους φιλοσόφους) η ζωοποιός δύναμη του κόσμου., αδελφή ψυχή βλ. αδελφός, η αθανασία της ψυχής βλ. αθανασία, η ψυχή της παρέας βλ. παρέα, κατάθεση ψυχής βλ. κατάθεση ● ΦΡ.: βάζω την ψυχή μου (σε κάτι) (προφ.): δημιουργώ, κάνω κάτι με όλες μου τις δυνάμεις, με όρεξη και διάθεση: ~ει ~ σ' αυτό που κάνει., βγαίνει η ψυχή (κάποιου) (προφ.): πεθαίνει: Κόντεψε να βγει ~ του., για την ψυχή της μάνας μου (συνήθ. ειρων.): για να τονιστεί ότι κάτι γίνεται αφιλοκερδώς και ανυστερόβουλα: Το κάνουν για το κέρδος, δεν στήνουν ολόκληρες επιχειρήσεις ~ ~ τους. Πβ. δωρεάν, τζάμπα. ΑΝΤ. με το αζημίωτο., δίνω (και) την ψυχή μου (για κάποιον/κάτι): κάνω τα πάντα., δώσ' του (κάτι) και πάρ' του την ψυχή (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αρέσει πολύ σε κάποιον: Δώσ' του γλυκά/κουτσομπολιό ~ ~!, ένα σώμα, μια ψυχή: για να δηλωθεί απόλυτη ενότητα, σύμπνοια: Είμαστε/έχουμε γίνει ~ ~!, και οι ... έχουν ψυχή (προφ.-χιουμορ.): ακόμα και όσοι υποτιμούνται έχουν συναισθήματα και δικαιώματα., με όλη μου την ψυχή/την καρδιά (προφ.): με κάθε ειλικρίνεια, ολόψυχα: Σ' ευχαριστώ ~ ~! Σου εύχομαι/σε παρακαλώ ~ ~ να ... Θέλω κάτι ~ ~. Τον αγαπούσα ~ ~. ΣΥΝ. από καρδιάς, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου), με την ψυχή μου (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί απόλαυση, ευχαρίστηση σε πολύ μεγάλο βαθμό: Γλέντησα/χόρεψα ~ ~. Πανηγύρισε ~ ~ του., μια ψυχή που είναι να βγει, ας βγει! (προφ.): (για κάτι δυσάρεστο) ό,τι πρόκειται να συμβεί, ας συμβεί μια ώρα νωρίτερα., πιάνεται/πιάστηκε η ψυχή μου (προφ.): στενοχωριέμαι, υποφέρω, αγωνιώ: Πιάνεται ~ ~ που σε βλέπω να κουράζεσαι. ~στηκε ~ όταν είδα ..., ταξίδι ψυχής 1. που έχει ως στόχο την ικανοποίηση ψυχικών αναγκών: ~ ~ στις ρίζες του (= στον τόπο καταγωγής του). 2. (μτφ.) εσωτερική αναζήτηση, ταξίδι με τον νου σε διαφορετικούς τόπους ή καταστάσεις: Η Τέχνη αποτελεί ~ ~., τι ψυχή έχει (κάτι); (οικ.): δεν έχει καμιά αξία ή σημασία: Δεν ήπια και πολύ, ~ ~ ένα ποτηράκι;, τι ψυχή θα παραδώσεις;: (σε κάποιον που διαπράττει κάτι κακό ή και χιουμορ.) δεν φοβάσαι την ώρα της Κρίσεως;, τρέμει η ψυχή μου (μτφ.-προφ.): ανησυχώ πολύ, φοβάμαι υπερβολικά: ~ ~ μην πάθει κανένα κακό. ΣΥΝ. βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου, ψυχή ζώσα (λόγ.-εμφατ.): κανένας: Δεν κυκλοφορεί/δεν υπάρχει ~ ~., ψυχή τε και σώματι (λόγ.) & ψυχή και σώμα: ολόψυχα, ολοκληρωτικά: Του αφοσιώθηκε ~ ~. Αγωνίστηκε/συμμετέχει ~ ~. Τάχθηκε ~ ~ υπέρ του ..., ψυχή/ψυχούλα μου!: ως προσφώνηση με την οποία εκφράζεται αγάπη, τρυφερότητα, οικειότητα: ~ ~, μου λείπεις! ΣΥΝ. καρδιά/καρδούλα μου, άβυσσος η ψυχή (του ανθρώπου)! βλ. άβυσσος, ανοίγει η καρδιά/η ψυχή μου βλ. ανοίγω, ανοίγω την καρδιά μου/την ψυχή μου (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, από τα βάθη της καρδιάς/της ψυχής (μου) βλ. βάθος, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων βλ. αλλόφυλος, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, γελάω με την καρδιά μου/με την ψυχή μου/μέχρι δακρύων βλ. γελώ, δεν το βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) μου/δεν μου βαστά(ει) η καρδιά (/η ψυχή) βλ. βαστώ, εν βρασμώ ψυχής βλ. βρασμός, Θεός σχωρέσ΄τον/την ψυχή του! βλ. θεός, ματώνει η καρδιά μου βλ. ματώνω, μαυρίζει/μαύρισε η ψυχή μου βλ. μαυρίζω, με πόνο ψυχής βλ. πόνος, με την ψυχή στο στόμα βλ. στόμα, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, μου βγήκε η ψυχή/η πίστη ανάποδα βλ. ανάποδα, μου 'φυγε η ψυχή βλ. φεύγω, ο Θεός και η ψυχή του! βλ. θεός, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, παρηγοριά στον άρρωστο (μέχρι/ώσπου να βγει η ψυχή του) βλ. παρηγοριά, πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη βλ. Κούλουρη, πουλάω (και) την ψυχή μου στον διά(β)ολο βλ. πουλώ, πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά/ύστερα το χούι βλ. χούι, το λέει η ψυχή/καρδιά/καρδούλα/περδικούλα του βλ. περδικούλα, τον/την έχει βαρεθεί η ψυχή μου βλ. βαριέμαι, τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) βλ. τραβώ ● βλ. ψυχάρα [< αρχ. ψυχή, 5 γερμ. Seele]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.