Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • όμβρος [ὄμβρος] όμ-βρος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΜΕΤΕΩΡ. ξαφνική βροχή μικρής διάρκειας, συνήθ. έντονη: σποραδικοί/τοπικοί ~οι. [< αρχ. ὄμβρος]