Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • οξός βλ. ιξός
  • όξος [ὄξος] ό-ξος ουσ. (ουδ.) (λόγ.): ξίδι. ● ΦΡ.: όξος και χολή: για πικρόχολα, κακόβουλα σχόλια: Στάζει/χύνει όξο ~ ~. [< αρχ. ὄξος]

ιξός

ιξός[ἰξός] ι-ξός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) οξός 1. ΒΟΤ. γκι. 2. κολλώδης ουσία η οποία εκκρίνεται από το περικάρπιο του ομώνυμου φυτού: χρήση ~ών για παγίδευση πτηνών (βλ. ξόβεργα). [< αρχ. ἰξός]