Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 3 εγγραφές  [0-3]


  • όπου [ὅπου] ό-που αναφορικό επίρρημα που δηλώνει: 1. τόπο: Δεν έχει ακόμα βρεθεί ο χώρος ~ (: που, στον οποίο) θα διεξαχθεί το συνέδριο. Γεννήθηκε στην πρωτεύουσα ~ και (: στην οποία και) πέρασε τα παιδικά της χρόνια.|| (εκεί που, οπουδήποτε, σε οποιοδήποτε μέρος) Κάτσε ~ βρεις.|| (μτφ.) Επιστρέψαμε εκεί/στο σημείο από ~ ξεκινήσαμε. 2. χρόνο: Πέρασε μία περίοδος ~ (: κατά την οποία) παρατηρήθηκαν σημαντικές αλλαγές.|| (προφ.) Καθόμασταν και μιλούσαμε, ~ (: όταν) ξαφνικά χτύπησε η πόρτα. 3. κατάσταση, συνθήκες: Υπάρχουν περιπτώσεις ~ ... (= κατά τις οποίες ...). ● ΦΡ.: όπου αλλού: σε οποιοδήποτε άλλο μέρος ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση: Μπορούμε να συναντηθούμε σπίτι μου ή (και) ~ ~ θέλετε., όπου δει (αρχαιοπρ.): εκεί που ή σε όποιον πρέπει: Θα γίνουν, ~ ~, οι κατάλληλες διορθώσεις. Να αποδοθούν ευθύνες ~ ~!, όπου και να/κι αν: οπουδήποτε: ~ ~ να πάει, συναντάει γνωστούς. ~ ~ είσαι, θα 'ρθω να σε βρω.|| (μτφ.) ~ ~ καταλήξει αυτή η ιστορία, δεν μετανιώνω για τίποτα. Δεν νομιμοποιείται η βία απ' ~ ~ προέρχεται., όπου κι όπου (προφ.-συχνά ειρων.): οπουδήποτε: Δεν πάει ~ ~. Μόνο σε καλά εστιατόρια. Βλ. ό,τι κι ό,τι., όπου να 'ναι (προφ.) 1. σε λίγο, πολύ σύντομα: ~ ~ έρχεται/θα βρέξει. ΣΥΝ. από στιγμή σε στιγμή, από ώρα σε ώρα (1), οσονούπω 2. οπουδήποτε: Μην πετάς σκουπίδια ~ ~! -Πού θέλεις να πάμε; -(Πάμε) ~ ~., όπου παραπάνω (συντομ. ό.π./όπ.π.): ως παραπομπή στην αμέσως προηγούμενη πηγή: ό.π. σελ 13-74. ΣΥΝ. αυτόθι, ένθα ανωτέρω, και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει βλ. βγάζω, όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ βλ. στέκομαι, όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι βλ. κεράσι, όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη βλ. γάμος, όπου Γης βλ. γη, όπου γης (και) πατρίς βλ. γη, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει βλ. κόκορας, όπου φτωχός κι η μοίρα του βλ. φτωχός, όπου φύγει φύγει βλ. φεύγω, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος [< αρχ. ὅπου]
  • οπουδήποτε [ὁπουδήποτε] ο-που-δή-πο-τε επίρρ.: (για αόριστη αναφορά) σε οποιοδήποτε μέρος ή σημείο, όπου τυχόν: Το μέγεθός της (ενν. της συσκευής) είναι μικρό, για να χωράει ~ (= παντού). Πήγαινε ~ αλλού θες, εκτός από εκεί (πβ. όπου Γης). Παρατάει τα ρούχα του ~ (= όπου να 'ναι). Τα συμπτώματα της ασθένειας εμφανίζονται ~ στο σώμα. Πρόσβαση στο διαδίκτυο απ' ~ κι αν βρίσκεστε (= όπου και να/κι αν). Βλ. -δήποτε. [< μτγν. ὁπουδήποτε]
  • όπους [ὄπους] ό-πους ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση με αριθμό (συντομ. op.) που χρησιμοποιείται στην αρίθμηση των έργων ενός μουσουργού κατά τη χρονολογική σειρά της σύνθεσης ή της έκδοσής τους. [< γερμ. Opus, γαλλ.-αγγλ. opus < λατ. ~ ‘έργο’]

Δύση συντομογραφία

Δύση συντομογραφία[ἄνεμος] ά-νε-μος ουσ. (αρσ.) {ανέμ-ου | άνεμοι (λαϊκότ.-λογοτ.) ανέμοι, -ων, -ους} 1. μάζα ατμοσφαιρικού αέρα η οποία κινείται συνήθ. παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης με συγκεκριμένη κατεύθυνση: ανατολικός/βόρειος (= βοριάς)/δυτικός/νότιος (= νοτιάς) ~. Αιγαιοπελαγίτικος/απαλός/δροσερός/ευνοϊκός (= ούριος)/ζεστός/μανιασμένος/ξηρός/υγρός/ψυχρός ~. (ΜΕΤΕΩΡ.) Γεωστροφικός ~. Η βοή/δύναμη/πνοή του ~ου. Αντίθετοι/ασθενείς/δυνατοί/ήπιοι/θυελλώδεις/μέτριοι/σφοδροί ~οι. Ξέσπασε/σηκώθηκε/φύσηξε ισχυρός ~. ~ και βροχή (= ανεμοβρόχι). Ο ~ δυνάμωσε/κόπασε/λυσσομανάει/μαίνεται/μουγκρίζει/ουρλιάζει. Ο ~ παρέσυρε/πήρε/σάρωσε/σήκωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πνέει ~ έντασης 8 μποφόρ. Ο ~ άλλαξε διεύθυνση/πορεία. Εξασθενούν σταδιακά οι ~οι. Ενίσχυση/ισχύς/μανία/σφοδρότητα των ~ων. Βλ. αέρας, αντιανέμιος, βαρδάρης, γαρμπής, γρέγος, μαΐστρος, μελτέμι, μουσώνας, λεβάντες, λίβας, όστρια, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. 2. (+ γεν.) (μτφ.) τάση, κλίμα, δυναμική: επαναστατικός/νέος ~. Πνέει/φύσηξε ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης/εκσυγχρονισμού/ελευθερίας. Πβ. αύρα, ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου (μτφ.): για πολύ γρήγορο δρομέα ή ιστιοπλόο., ηλιακός άνεμος: ΓΕΩΦ. ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπονται συνεχώς από το ηλιακό στέμμα λόγω υπερθέρμανσης του ήλιου. [< αγγλ. solar wind, 1958] , αληγείς (άνεμοι) βλ. αληγής, αναβατικός άνεμος βλ. αναβατικός, θερμικός άνεμος βλ. θερμικός, καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης, ούριος άνεμος βλ. ούριος, πλάγιος άνεμος βλ. πλάγιος, ριπή (του) ανέμου βλ. ριπή ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες & έσπειρες ανέμους, θα θερίσεις θύελλες (παροιμ.): η υποδαύλιση της έχθρας και της διχόνοιας οδηγεί τελικά σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα., όπου φυσά(ει) ο άνεμος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άτομο που αλλάζει τις πεποιθήσεις του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν: Είναι πάντα με την εξουσία. ~ ~, δηλαδή., περί ανέμων και υδάτων: γενικά και αόριστα: Κουβεντιάσαμε/μιλούσαμε/συζητούσαμε ~ ~., ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; (προφ.): (για κάποιον που δεν τον περιμέναμε) για ποιο λόγο ήρθες εδώ;, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο: πολύ γρήγορα: Έφυγε/όρμηξε/πέρασε ~ ~. Είναι γρήγορος/τρέχει ~ ~. Πβ. σίφουνας., σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: σε διάφορες κατευθύνσεις: Η οικογένεια χώρισε και σκορπίστηκε ~ ~., φτερό στον άνεμο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που παρασύρεται από τους άλλους, δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του, άγεται και φέρεται: Είμαι/νιώθω ~ ~ (= ευάλωτος). Είναι/κατάντησε ~ ~ των αυθαιρεσιών (πβ. έρμαιο).|| Οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες έκαναν το αεροπλάνο να μοιάζει ~ ~., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα [< αρχ. ἄνεμος, γαλλ. vent, αγγλ. wind]

Αυτοχθόνων

Αυτοχθόνων βγά-ζω ρ. (μτβ.) {έβγαλα, βγάλει, (σπάν.) βγάλ-θηκε, -θεί, -μένος, βγάζ-οντας} & (λαϊκό) βγάνω 1. μετακινώ κάτι έξω από τη θέση στην οποία βρίσκεται: ~ το φαγητό από τον φούρνο/τον φελλό από το μπουκάλι/τον φορτιστή από την πρίζα (πβ. τραβώ). Έβγαλε λεφτά από το πορτοφόλι του/το όπλο και άρχισε να πυροβολεί/το τραπεζάκι στη βεράντα. Βγάλε (= πάρε) τα βιβλία από το ράφι. Βλ. ξανα~. ΑΝΤ. βάζω, τοποθετώ.|| ~ουν μετάλλευμα (= εξορύσσουν). Έβγαλε νερό από το πηγάδι (= άντλησε).|| Τον έβγαλαν (ζωντανό) από τα ερείπια (= τον ανέσυραν).|| Έβγαλε ό,τι είχε φάει (= έκανε εμετό).|| Προσπάθησε να βγάλει (= εξαγάγει) λαθραία από τη χώρα. 2. αφαιρώ, απομακρύνω: ~ τη φλούδα (= ξεφλουδίζω). ~ τα ξερά χόρτα (= ξεριζώνω). Απορρυπαντικό που ~ει (= εξαφανίζει, καθαρίζει) όλους τους λεκέδες. ~ τα φρύδια μου. Του έβγαλαν τον γύψο.|| Βγάλε (= σβήσε) τα εισαγωγικά! Αν βγάλεις από το δέκα (τα) τρία, πόσα μένουν;|| (για κάτι που φορώ:) Έβγαλε τα ακουστικά/γυαλιά/παπούτσια/ρούχα του (= ξεντύθηκε).|| Ο οδοντίατρος του έβγαλε το δόντι (= του έκανε εξαγωγή). (για ιατρική επέμβαση:) Του έβγαλαν τις αμυγδαλές/τη χολή.|| (απειλητ.) Θα σου βγάλω το μαλλί τρίχα τρίχα (= θα σε ξεμαλλιάσω)!|| (προφ.) Σιγά, θα μου βγάλεις κανένα μάτι! 3. κάνω κάποιον να βγει από τον χώρο στον οποίο βρίσκεται με δική μου εντολή ή πρωτοβουλία: Τον έβγαλε από την τάξη (= τον απέβαλε). Κατάφεραν να τον βγάλουν από τη φυλακή (= να τον αποφυλακίσουν).|| Να σε βγάλω μέχρι/ως την πόρτα (= να σε ξεπροβοδίσω).|| Έβγαλε (= πήγε) τα παιδιά (έξω) για φαγητό/το σκύλο βόλτα.|| (απειλητ.) Φύγε, γιατί θα σε βγάλω (= πετάξω) έξω με τις κλοτσιές! 4. απαλλάσσω κάποιον από δυσάρεστη συνήθ. κατάσταση: Τον έβγαλε από την αγωνία/το αδιέξοδο/τον κόπο. Για να σε βγάλω από την απορία, σου λέω ότι ...|| Τους πήγε ένα κουτί γλυκά για να βγάλει την υποχρέωση.|| Τον έβγαλαν από διευθυντή (πβ. παύω). 5. γίνομαι η αιτία να σταματήσει κάποιος να ασχολείται με κάτι: Δεν θέλω να σε βγάλω από το πρόγραμμά σου. Μια δυνατή φωνή τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Πβ. αποσπώ, εκτρέπω. 6. εξωτερικεύω, εκδηλώνω: Έβγαλε όλα του τα κόμπλεξ/όλη του την κακία/τον καλύτερό της εαυτό. Πρόσεχε τι εικόνα ~εις προς τα έξω! Πβ. δείχνω, εκφράζω, φανερώνω. Βλ. καταπιέζω, κρύβω.|| Το πρόσωπό της ~ει μια καλοσύνη (= αντανακλά, εκπέμπει). 7. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ λόγο (= εκφωνώ, μιλώ)/(έναν) αναστεναγμό (= αναστενάζω)/κραυγή (= κραυγάζω)/συμπέρασμα (= συμπεραίνω)/σχέδια (= σχεδιάζω)/φωνή (= φωνάζω)/φωτοτυπίες (= φωτοτυπώ). ~ ακτινογραφία/τον λογαριασμό (πβ. κάνω). Έβγαλαν ανακοίνωση (= ανακοίνωσαν)/ετυμηγορία.|| (σε όχημα:) Βγάλε δεξί φλας!|| (ΑΘΛ.) Έβγαλε μπαλιά/πάσα/σέντρα. Του έβγαλε κίτρινη κάρτα (= του έδειξε).|| (για να δηλωθεί έναρξη διαδικασίας:) Θα βγάλουν το σπίτι σε δημοπρασία/σε πλειστηριασμό/προς πώληση. Τον έβγαλαν στο περιθώριο (= τον περιθωριοποίησαν). 8. παθαίνω εξάρθρωση: Έβγαλε το χέρι/τον ώμο του. 9. (για κάτι φυσιολογικό ή παθολογικό που αρχίζει να εμφανίζεται στο σώμα μου) αποκτώ: Έβγαλε τα πρώτα του δοντάκια (ενν. το μωρό)/εξανθήματα. (για έφηβο) Έχει αρχίσει να ~ει γένια. 10. (για αποδοχές) κερδίζω: Πόσα (λεφτά/χρήματα) ~εις τον χρόνο; ~ει με κόπο και ιδρώτα το μεροκάματο. Εγώ τι θα βγάλω (= τι κέρδος θα έχω); Θα βγάλουμε χοντρό παραδάκι. Δεν έχουμε βγάλει φράγκο. Πβ. οικονομώ.|| Κάνει και δεύτερη δουλειά, για να ~ει (= καλύπτει, πληρώνει) τα έξοδά του. 11. παράγω, δημιουργώ: ~ουν κρασί/λάδι. Πβ. παρασκευάζω.|| Έχει βγάλει μεγάλο έργο/πολλή δουλειά (= έχει κάνει).|| (μτφ.) Χώρα που έβγαλε μεγάλους επιστήμονες. Έβγαλαν σωστά παιδιά (= ανέθρεψαν, μεγάλωσαν). 12. γίνομαι κάτοχος επίσημου εγγράφου, μετά από σχετική αίτηση: Έβγαλε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/διαβατήριο/ταυτότητα. 13. παρουσιάζω κάτι δημόσια: Τον έβγαλαν στα κανάλια/στην τηλεόραση.|| Έβγαλε το καινούργιο του άλμπουμ (= κυκλοφόρησε)/βιβλίο (= εξέδωσε).|| Έβγαλαν τα αποτελέσματα/την απόφαση (= δημοσίευσαν, κοινοποίησαν). 14. καταλήγω σε κάποιο αποτέλεσμα, συμπέρασμα ή σκέψη: Πόσο τα ~εις; Όσες φορές και να τα μετρήσω, πενήντα τα ~ (= υπολογίζω). Δεν τα έχεις βγάλει (= λογαριάσει) σωστά.|| Πόσο ~εις;|| Από πού τα ~εις όλα αυτά (= τα συμπεραίνεις, τα εξάγεις); 15. εκλέγω, αναδεικνύω: Τον έβγαλαν βουλευτή/δήμαρχο/πρόεδρο (= τον έκαναν). Πβ. ανακηρύσσω.|| Τι αποτέλεσμα θα βγάλει η κάλπη; 16. δίνω σε κάποιον ένα όνομα ή μια ιδιότητα: Πώς το έβγαλαν το παιδί (= το βάφτισαν);|| (ως έκφρ. δυσαρέσκειας) Βγάλε με τώρα και τρελό/ψεύτη (= πες με)! 17. περνώ, διανύω: Πώς να βγάλω τον μήνα με τόσα λίγα λεφτά;|| Δεν τον βλέπω να (τον) ~ει τον χειμώνα στη δουλειά (: θα απολυθεί).|| Αποκλείεται να τη βγάλει την ανηφόρα το αυτοκίνητο (= να την ανέβει). 18. φέρνω σε πέρας κάτι· τελειώνω, ολοκληρώνω: Τον έβγαλε τέλεια τον ρόλο του. Έβγαλε το σχολείο με άριστα. Έχει βγάλει το Πανεπιστήμιο (πβ. αποφοιτώ). 19. κερνώ, προσφέρω, φιλεύω: Μας έβγαλαν γλυκό του κουταλιού/ούζο και μεζέδες. Τι να σας βγάλω; Πβ. σερβίρω, τρατάρω. 20. περιφέρω: (ΕΚΚΛΗΣ.) Έβγαλαν δίσκο/την εικόνα/τον Επιτάφιο. 21. (συνήθ. με άρνηση, για γραφικό χαρακτήρα) διακρίνω, καταλαβαίνω: Δεν ~ τα γράμματά σου/τι γράφεις.βγάζει 1. (συνήθ. στον αόρ.) εμφανίζει, παρουσιάζει: Το δέντρο έβγαλε καρπούς/κλαδιά/μπουμπούκια/φύλλα (= πέταξε). Πβ. βλασταίνω.|| Το ταβάνι έχει βγάλει υγρασία. Το αυτοκίνητο έβγαλε βλάβη (= χάλασε).|| Το ζώο έβγαλε τρίχωμα.|| Έβγαλε ήλιο (= βγήκε ήλιος).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Όταν πάω να τρέξω το πρόγραμμα, μου ~ ένα μήνυμα που λέει ... 2. ρέει, σκορπίζει: Πληγή που ~ αίμα (= αιμορραγεί)/πύον. Η βρύση δεν ~ νερό.|| Λουλούδια που ~ουν όμορφο άρωμα (= αναδίδουν). Έβγαζε μια άσχημη μυρωδιά (= μύριζε άσχημα).|| Το κλιματιστικό ~ πολύ κρύο αέρα (= παράγει). 3. οδηγεί, καταλήγει: Πού ~ ο δρόμος/το μονοπάτι; ΣΥΝ. πηγαίνει, φτάνει.|| Η συζήτηση δεν ~ πουθενά. Δεν ξέρω πού θα βγάλει αυτή η ιστορία/η κατάσταση (: μέχρι πού θα τραβήξει). 4. προκαλεί: Ταινία που ~ μεγάλη συγκίνηση/πολύ γέλιο. ● Μτχ.: βγαλμένος , η, ο 1. που έχει προέλθει από κάπου: στίχος ~ από τη ζωή. Ένας κόσμος που μοιάζει ~ από ταινία επιστημονικής φαντασίας. 2. που έχει βγει από το σημείο σύνδεσής του: ~ος: ώμος. ~ο: πόδι/χέρι (= εξαρθρωμένο). ● ΦΡ.: και/κι όπου με βγάλει (η άκρη)/με πάει: αναλαμβάνω, ξεκινώ κάτι, χωρίς να ξέρω τον ακριβή προορισμό ή το τελικό αποτέλεσμα, χωρίς προγραμματισμό: Θα ξεκινήσω τις διακοπές μου από κάποιο νησί των Κυκλάδων ~ ~. Τι να σου πρωτογράψω; Αρχίζω ~ ~., τα βγάζουμε (από τα παιδιά πριν την έναρξη ομαδικού παιχνιδιού): να πούμε το τραγουδάκι που θα αναδείξει αυτόν που θα τα φυλάει ή που θα ξεκινήσει πρώτος: ~ ~ και όποιος μείνει τελευταίος κάνει τη μάνα., τη βγάζει (και) δεν τη βγάζει (προφ.): μόλις και μετά βίας: ~ ~ μέχρι αύριο (: μάλλον θα πεθάνει)., τη βγάζω (προφ.): ζω, περνώ: ~ ~ με δανεικά/με δυσκολία. Τη βγάλαμε ξεροσφύρι/στρωματσάδα/(στο) τζάμπα/φτηνά. Βλέπω να ~ ~ (= να μένω) καλοκαιριάτικα στην Αθήνα. Με τέτοια ζέστη να δω πώς θα τη βγάλουμε σήμερα., (δεν) βγάζω/βγαίνει νόημα βλ. νόημα, ακόμη δεν τον είδαμε (και) Γιάννη τον βαφτίσαμε/τον εβγάλαμε βλ. Γιάννης, βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια/μάτια μου βλ. χεράκι, βάλε-βγάλε βλ. βάζω, βγάζει (κάτι) στην αγορά βλ. αγορά, βγάζει από/απ' τη μύγα ξίγκι βλ. ξίγκι, βγάζει αφρούς (από το στόμα/από το κακό του) βλ. αφρός, βγάζει γλώσσα βλ. γλώσσα, βγάζει μάτι/χτυπάει στο μάτι βλ. μάτι, βγάζει τ' άντερά του βλ. άντερο, βγάζει τα σωθικά του βλ. σωθικά, βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω (κάποιον/κάτι) στην πιάτσα βλ. πιάτσα, βγάζω (κάτι) από τη μύτη κάποιου/μου βγαίνει (κάτι) από τη μύτη βλ. μύτη, βγάζω από τα σκοτάδια βλ. σκοτάδι, βγάζω από τη μέση βλ. μέση, βγάζω ατμούς βλ. ατμός, βγάζω θέμα βλ. θέμα, βγάζω κάποιον ασπροπρόσωπο βλ. ασπροπρόσωπος, βγάζω κάποιον λάδι/κάποιος βγαίνει (/τη βγάζει) λάδι βλ. λάδι, βγάζω κάποιον μπιελάρ βλ. μπιελάρ, βγάζω κάποιον στο κουρμπέτι βλ. κουρμπέτι, βγάζω κάτι/κάποιον απ' το(ν) νου/το μυαλό/το κεφάλι/τη σκέψη (μου) βλ. νους, βγάζω λαγό/λαγούς (από το καπέλο μου) βλ. λαγός, βγάζω ρίζες βλ. ρίζα, βγάζω σε κάποιον το λάδι βλ. λάδι, βγάζω στη σέντρα βλ. σέντρα, βγάζω στο κλαρί βλ. κλαρί, βγάζω στον αέρα βλ. αέρας, βγάζω τα (ε)σώψυχά μου βλ. εσώψυχος, βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά βλ. κάστανο, βγάζω τα μάτια (σε κάτι) βλ. μάτι, βγάζω τα μάτια μου βλ. μάτι, βγάζω τα σπασμένα βλ. σπασμένος, βγάζω τα συκώτια μου βλ. συκώτι, βγάζω τα/τ' απωθημένα μου βλ. απωθημένο, βγάζω τη γλώσσα (σε κάποιον/κάτι) βλ. γλώσσα, βγάζω τη μάσκα βλ. μάσκα, βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη βλ. ιλαρά, βγάζω το άχτι μου βλ. άχτι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον βλ. καπέλο, βγάζω το λαρύγγι μου/μου βγαίνει το λαρύγγι βλ. λαρύγγι, βγάζω το φίδι απ' την τρύπα βλ. φίδι, βγάζω φτερά βλ. φτερό, βγάζω/αφήνω (κάποιον) (έξω) από το παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί βλ. σφυρί, βγάζω/βγαίνει είδηση βλ. είδηση, βγάζω/βγαίνουν (τα άπλυτα κάποιου) στη φόρα βλ. φόρα2, βγάζω/βρίσκω/πιάνω/ρίχνω γκόμενα/γκόμενο βλ. γκόμενα, βγάζω/κάνω λεφτά βλ. λεφτά, βγάζω/κατεβάζω γάλα βλ. γάλα, βγάζω/κερδίζω τα προς το ζην/το ψωμί μου βλ. κερδίζω, βγάζω/λέω κάτι από το κεφάλι/το μυαλό μου βλ. κεφάλι, βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί, βγάζω/πετάω σπυριά βλ. σπυρί, βγάζω/στέλνω κάποιον στον τάκο βλ. τάκος1, βγάζω/τραβάω μαχαίρι βλ. μαχαίρι, βγαίνω/βγάζω στο μεϊντάνι βλ. μεϊντάνι, βγαίνω/με βγάζει από τα ρούχα μου βλ. ρούχο, βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με βλ. σκούφια, βγάλε το(ν) σκασμό βλ. σκασμός, δεν βγάζω άχνα/κιχ/μιλιά/τσιμουδιά βλ. μιλιά, δεν βγάζω/δεν βγαίνει άκρη βλ. άκρη, δεν λέω/δεν βγάζω λέξη βλ. λέξη, έβγαλε/βγήκε βρόμα ότι ... βλ. βρόμα, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, θα σου βγάλω τα μάτια βλ. μάτι, θα σου/θα στα βγάλω τ' αυτιά! βλ. αυτί, κάνω/δημιουργώ/βγάζω όνομα βλ. όνομα, κόρακας κοράκου μάτι δε(ν) βγάζει βλ. κόρακας, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, με βγάζει/βγαίνει παλικάρι βλ. παλικάρι, με φέρνει/με βγάζει ο δρόμος βλ. δρόμος, μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα βλ. κέρατο, μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία βλ. αδόξαστος, μου βγαίνει (κάτι) ξινό/βγάζω (κάτι) ξινό (σε κάποιον) βλ. ξινός, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα, τα βγάζω/τα φέρνω πέρα βλ. πέρα, την περνάω/την βγάζω κοτσάνι βλ. κοτσάνι, το γινάτι βγάζει μάτι βλ. γινάτι, του τα βγάζω με το τσιγκέλι βλ. τσιγκέλι, φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια ● βλ. βγαίνω [< μεσν. βγάζω, εβγάζω < αρχ. ἐκβιβάζω]

γάμος

γάμοςγά-μος ουσ. (αρσ.) 1. νόμιμη ένωση συνήθ. ενός άντρα και μιας γυναίκας, που αναγνωρίζονται επίσημα ως σύζυγοι με θρησκευτική ή πολιτική τελετή και συνεκδ. η αντίστοιχη τελετή και ο ακόλουθος εορτασμός: ανοιχτός (: με πολλούς προσκεκλημένους, ΑΝΤ. κλειστός)/βασιλικός/λαμπερός/παραδοσιακός/πλούσιος/χλιδάτος ~. Πρώτος/δεύτερος/τρίτος ~. ~ συμφέροντος. ~ από έρωτα/συνοικέσιο. Κοινοί ~οι (: που τελούνται ταυτόχρονα στον ίδιο χώρο). ~ (μεταξύ) γκέι/λεσβιών/ομοφύλων. (Αν)αγγελία/βίντεο/γνωριμία/δεξίωση/δήλωση (: στο ληξιαρχείο)/δώρο/έθιμα/είδη (: νυφικά, στέφανα, λαμπάδες, μπομπονιέρες)/επέτειος/οργάνωση/πιστοποιητικό/(ληξιαρχική) πράξη/προσκλητήριο/τέλεση/τραγούδι/τραπέζι (= γλέντι)/φωτογραφίες ~ου. Είναι/βρίσκεται/έφτασε σε ηλικία ~ου. Ανακοινώνω/εμποδίζω/ευλογώ/τελώ τον ~ο. Συνάπτω ~ο. Βγάζω τις άδειες του ~ου.|| (ΝΟΜ.) Άκυρος/ανυπόστατος ~. (Δικαστική) λύση ~ου (βλ. διαζύγιο). Επίδομα ~ου. Πβ. παντρειά, πάντρεμα. Βλ. στεφάνι. 2. (συνεκδ.) έγγαμος βίος, συμβίωση συζύγων: αποτυχημένος/αταίριαστος/άτυχος/διαλυμένος/επιτυχημένος ~. Σώζω τον ~ο μου. Ατύχησε/ευτύχησε στον ~ο του. Ο ~ τους κράτησε παρά τις αντιξοότητες. H πρώτη νύχτα του ~ου. 3. ΘΕΟΛ. ένα από τα επτά μυστήρια της χριστιανικής θρησκείας, με το οποίο ευλογείται η ένωση άντρα και γυναίκας, με σκοπό την πνευματική και ηθική τους τελείωση και τη γέννηση τέκνων. 4. (μτφ.) ένωση ή συνεργασία διαφορετικών ή αντίθετων πλευρών, εταιρειών: ~ (δύο) εκδοτικών οίκων. ● ΣΥΜΠΛ.: αναγκαστικός γάμος 1. που επιβάλλεται από το οικογενειακό και το κοινωνικό περιβάλλον ή λόγω ειδικών συνθηκών (συνήθ. ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης). 2. (μτφ.) συνεργασία, συμφωνία που επιβάλλεται από κάποιες καταστάσεις: ~ ~ των επιχειρήσεων., αργυροί/χρυσοί/αδαμάντινοι γάμοι: επέτειος των 25, 50 και 60 (ή 75) χρόνων έγγαμης συμβίωσης, αντίστοιχα. Βλ. ιωβηλαίο. [< γαλλ. noces d'argent/d'or/de diamant] , θρησκευτικός γάμος: που γίνεται σύμφωνα με τον τρόπο που υπαγορεύει η θρησκεία του ζευγαριού. [< γαλλ. mariage religieux] , λευκός/εικονικός γάμος: ΝΟΜ. που γίνεται συμβατικά, για λόγους σκοπιμότητας. [< γαλλ. mariage blanc] , μικτός γάμος: που πραγματοποιείται μεταξύ ετερόθρησκων ή ετερόδοξων. [< γαλλ. mariage mixte] , πολιτικός γάμος: που τελείται (1982 κ. ε.) από εκπρόσωπο δημοτικής ή άλλης πολιτικής Αρχής, συνήθ. στο δημαρχείο. [< γαλλ. mariage civil] , λίστα γάμου βλ. λίστα, πρόταση (γάμου) βλ. πρόταση ● ΦΡ.: εκτός γάμου: έξω από τα πλαίσια της έγγαμης ζωής: σχέσεις ~ ~ (= εξωσυζυγικές). Παιδιά που γεννήθηκαν ~ ~. Πβ. εξώγαμος., εντός γάμου: που προκύπτει ή λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της έγγαμης συμβίωσης: τέκνα γεννημένα ~ ~., έρχομαι εις γάμου κοινωνία(ν) (επίσ.): παντρεύομαι., όλα του γάμου δύσκολα (κι η νύφη γκαστρωμένη) (παροιμ.): όταν υπάρχουν πολλές δυσκολίες, για να γίνει κάτι ή όταν εμφανίζεται ένα (νέο) πρόβλημα σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση., όπου γάμος και χαρά (κι) η Βασίλω πρώτη: για πρόσωπο που παρευρίσκεται σε πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις, συχνά για να προβληθεί., πάρ' τον στον γάμο σου να σου πει «και του χρόνου» (παροιμ.): όταν κάποιος λέει κάτι, συνήθ. αρνητικό, που δεν ταιριάζει σε συγκεκριμένη περίσταση., τα (ιερά) δεσμά του γάμου (επίσ.): ο γάμος: Ενώθηκαν με ~ ~ ενώπιον Θεού και ανθρώπων., (ο) γάμος του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, ζητώ (σε γάμο) βλ. ζητώ, θα αφήσουμε/σιγά μην αφήσουμε τον γάμο να πάμε για πουρνάρια βλ. αφήνω, στον γάμο του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< αρχ. γάμος]

γη

γη[γῆ] ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. (κ. με κεφαλ. Γ) ο τρίτος από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, ο οποίος βρίσκεται ανάμεσα στον Άρη και την Αφροδίτη και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ζωής: ατμόσφαιρα/βιοποικιλότητα/δημιουργία/διάμετρος/δομή/επιφάνεια/εσωτερικό/ηλικία/ημισφαίρια/θερμοκρασία/κέντρο/κλίμα/μάζα/μανδύας/περιστροφή/πόλοι/πόροι (βλ. ορυκτός πλούτος)/πυρήνας/σύσταση/σφαιρικότητα/σχήμα (βλ. ελλειψοειδής)/τροχιά/φλοιός της Γης. Το βαρυτικό/μαγνητικό πεδίο της Γης. Η απόσταση του Ήλιου από τη ~. Αστροναύτης/διαστημόπλοιο/δορυφόρος που επέστρεψε στη ~. Οι εύκρατες/πολικές/τροπικές ζώνες της Γης. Ο δορυφόρος της Γης (: η Σελήνη). (Παγκόσμια) Ημέρα της Γης. Καταστροφή του πλανήτη Γη. Πβ. γήινη σφαίρα, υδρόγειος. 2. έδαφος, χώμα: άγονη/αμμώδης/άνυδρη/γόνιμη/εύφορη ~. Η καλλιέργεια/οι καρποί/η φροντίδα της γης.|| Γλώσσα γης (: τμήμα ξηράς που εισχωρεί στη θάλασσα). 3. τόπος, περιοχή: αττική/ελληνική/θρακική/κρητική/πατρική ~. ~ των προγόνων. Βλ. πατρίδα.|| (μτφ.) Μάνα-/μητέρα-~ (: η κοινή μητέρα, η πηγή ζωής). 4. εδαφική έκταση, κτήμα: αγροτική/αξιοποιήσιμη/γεωργική/δασική/δημόσια/έρημη/κοινόχρηστη/κρατική/οικοδομήσιμη ~. Εκτάσεις/κομμάτι/στρέμμα/τεμάχιο/χρήση γης. Αγοράζω/κατέχω ~. Αναδασώνουν την καμένη ~. Αναδασμός/αναδιανομή/απαλλοτρίωση/αξία/διάθεση/διαχείριση/ενοικίαση/ιδιοκτησία (= γαιοκτησία)/κατάληψη/καταπάτηση/πώληση της γης. Πβ. γαίες. Βλ. αγροτεμάχιο, χωράφι.|| Δύο/λίγα μέτρα γης (: ο τάφος). 5. ανθρωπότητα, κόσμος, οικουμένη: πολίτες της Γης (πβ. κοσμοπολίτης). Οι ισχυροί/τα κράτη/οι λαοί/ο πληθυσμός της γης.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επί γης ειρήνη (: ο επίγειος κόσμος). ● ΣΥΜΠΛ.: Γη της Επαγγελίας (ΠΔ) (μτφ.): χώρα ή περιοχή που προσφέρει πλούτο και ευδαιμονία: Μετανάστες που αναζητούν τη ~ ~., γενέθλια γη βλ. γενέθλιος, η Ώρα της Γης βλ. ώρα, θηραϊκή γη βλ. θηραϊκός, καμένη γη βλ. καίω, μαγνητικός άξονας της Γης βλ. άξονας, μαύρη γη βλ. μαύρος, ξένη γη βλ. ξένος, Χάρτα της Γης βλ. χάρτα ● ΦΡ.: γη και ύδωρ (μτφ.-λόγ.): για να δηλωθεί απόλυτη υποταγή, ολοκληρωτική παράδοση: Δίνει ~ ~, για να κερδίσει την εύνοια των άλλων. , όπου γης: σε οποιοδήποτε μέρος της Γης, σε όλο τον κόσμο, οπουδήποτε: οι Έλληνες ~ ~ (= οι απανταχού Έλληνες)., όπου γης (και) πατρίς & (σπάν.) όπου γη (και) πατρίς: όταν κάποιος αισθάνεται σαν πατρίδα του τον εκάστοτε τόπο διαμονής του· κατ' επέκτ. για την ικανότητα προσαρμογής σε νέο τόπο: Πάντα υπήρξε πολίτης του κόσμου· ~ ~., όσο απέχει ο ουρανός από τη γη: για πολύ μεγάλη απόσταση ή κυρ. τεράστια διαφορά., πατάω (γερά) στη γη (μτφ.): αντιμετωπίζω την πραγματικότητα με ρεαλισμό: ~ ~ και έχω επίγνωση των δυνατοτήτων μου. ΑΝΤ. πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα, άνοιξε η γη και τον κατάπιε/λες και τον κατάπιε η γη/σαν να τον κατάπιε η γη βλ. καταπίνω, απανταχού της Γης/της οικουμένης βλ. απανταχού, από προσώπου γης/από το πρόσωπο της γης βλ. πρόσωπο, γης Μαδιάμ βλ. Μαδιάμ, για όλο το χρυσάφι του κόσμου βλ. χρυσάφι, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, κινώ γη και ουρανό βλ. κινώ, ν' ανοίξει/ν' άνοιγε η γη (και) να με καταπιεί βλ. ανοίγω, ο ομφαλός της Γης βλ. ομφαλός, σε όλα τα μήκη και (τα) πλάτη (της Γης) βλ. μήκος, στην άκρη/στα/ως τα πέρατα του κόσμου/της γης βλ. κόσμος, στον ουρανό το(ν) γύρευα/έψαχνα (και) στη γη το(ν) βρήκα βλ. γυρεύω, το αλάτι/το άλας της γης/της ζωής βλ. άλας ● βλ. γαία [< αρχ. γῆ]

-δήποτε

-δήποτε{άκλ.} (συνήθ. επιτατ.): επίθημα αντωνυμιών και επιρρημάτων με αοριστολογική σημασία ή/και γενικευτική αναφορά: οποιοσ~/οποτε~/οπου~/οπωσ~/οσοσ~/οτι~. Βλ. αναφορικές αντωνυμίες.

κεράσι

κεράσικε-ρά-σι ουσ. (ουδ.) {κερασιού}: ο καρπός της κερασιάς, που έχει μικρό σφαιρικό σχήμα, λεπτή, γυαλιστερή και συνήθ. κόκκινη φλούδα, μαλακή γλυκιά σάρκα και κουκούτσι: γλυκό (του κουταλιού)/λικέρ/μαρμελάδα/χυμός ~. Ζουμερά/τραγανά ~ια. ~ια γλασέ. Τάρτα με ~ια. Βλ. βύσσινο, πετρο-, χαμο-κέρασο, κερασάκι. ● ΦΡ.: όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα (και) μικρό καλάθι (παροιμ.): να είσαι επιφυλακτικός, όταν ακούς μεγάλα λόγια και υπερβολές. [< μεσν. κεράσι(ν) < μτγν. κεράσιον < αρχ. κέρασος & κερασός ‘κερασιά’]

κόκορας

κόκοραςκό-κο-ρας ουσ. (αρσ.) {-α (λαϊκό) -όρου} 1. ΟΡΝΙΘ. κατοικίδιο πτηνό (επιστ. ονομασ. Gallus gallus, Gallus domesticus), το αρσενικό της κότας, με μεγάλο λειρί και μακριά προγούλια κάτω από το ράμφος του, πλούσιο φτέρωμα και καμπυλωτή ουρά· συνεκδ. το κρέας του: ~ ελευθέρας βοσκής (: αλανιάρης). Το λάλημα του ~α. Έσφαξαν ένα ~α. Πβ. αλέκτορας, πετεινός.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ κοκκινιστός/κρασάτος/χωριάτικος με μακαρόνια/χυλοπίτες. ~ παστιτσάδα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) επικρουστήρας, σφύρα (σκανδάλης). ● ΦΡ.: κάνει τον κόκορα/το κοκόρι & το παίζει κοκόρι (προφ.): (για άνδρα) παριστάνει τον γενναίο, τον δυνατό, τον έξυπνο ή τον έμπειρο, συνήθ. σε ερωτικά ζητήματα. Πβ. κοκορεύομαι. ΣΥΝ. κάνει/παριστάνει τον παλικαρά, όπου λαλούν πολλοί κοκόροι/πολλά κοκόρια, αργεί να ξημερώσει (παροιμ.): όταν αναμειγνύονται πολλά άτομα σε μια υπόθεση, συνήθ. δεν επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. ΣΥΝ. οι πολλοί καπεταναίοι ρίχνουν έξω το καράβι, πολλές μαμές, στραβό το παιδί, σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση (παροιμ.) & κοκόρου γνώση (ειρων.): για να δηλωθεί η έλλειψη ευφυΐας., τα φόρτωσε στον κόκορα (μτφ.): για κάποιον που αδιαφορεί για τις υποχρεώσεις του: Από τη στιγμή που πέρασε στη σχολή ~ ~. Τα έχει φορτώσει ~ τελευταία. [< 1: ηχομιμητ. λ. 2: αγγλ. cock]

ο

ο1. (πρόφ. όμικρον) το δέκατο πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [o]: ~ κεφαλαίο (Ο). ~ μικρό (ο). Πβ. όμικρον. Βλ. δίφθογγος, φωνήεν. 2. (πρόφ. όμικρον) εβδομηκοστός σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική ή αξιολογική· εβδομήντα: (συνήθ. με τόνο ο΄/Ο΄) Εδάφιο ~.|| Η μετάφραση των ~ (= Εβδομήκοντα). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ο ή ,ο:) εβδομήντα χιλιάδες. [< αρχ. Ο, μεσν. ο]

πίπτω

πίπτωπί-πτω ρ. (λόγ.): πέφτω, μόνο στη ● ΦΡ.: όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος & όπου δεν πέφτει λόγος, πέφτει ράβδος: όποιος δεν συνετίζεται με συμβουλές ή λογικά επιχειρήματα, συμμορφώνεται με σωματική ή ψυχολογική βία: Δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια νουθεσιών· ~ ~. [< αρχ. πίπτω]

στήνομαι

στήνομαιστέ-κο-μαι ρ. (αμτβ.) {στά-θηκα, -θεί, (προστ.) στάσου, στεκ-όμενος} 1. στήνομαι, βρίσκομαι σε μια θέση και κατ' επέκτ. αντιμετωπίζω· (ειδικότ., για ρούχα) εφαρμόζω: Το μωρό μαθαίνει να ~εται. Προτιμώ να ~, καθίστε εσείς. Προσπάθησα να ~θώ όρθια χωρίς βοήθεια, αλλά ζαλίστηκα. ~εται ανάμεσά/απέναντί/δίπλα/κοντά/πίσω/πλάι/στα δεξιά μας. ~εται με την πλάτη στραμμένη σε μας/με τα χέρια ανοιχτά/μπροστά στον καθρέφτη/στη γραμμή/στητός/φρουρός (: φρουρεί). ~ έξω απ΄ τον σταθμό και σε περιμένω. ~εται μόνος σε μια άκρη. ~όταν μέσα στη βροχή. ~όταν στην άκρη του γκρεμού/στην όχθη της λίμνης/κάτω απ' το μπαλκόνι της/πίσω απ' την πόρτα. Πού πήγες και ~θηκες εκεί; Ένα εκκλησάκι ~εται στην κορυφή του βουνού (βλ. δεσπόζει, υψώνεται). ~όμουν μπροστά του ανίκανη να αρθρώσω κουβέντα. ~ αμήχανος/έντρομος/μαρμαρωμένος/περήφανος/σοβαρός. Πβ. στέκω.|| ~θηκε με θάρρος ενώπιον των δικαστών/μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν ~εσαι κριτικά απέναντι στα γεγονότα.|| Αυτό το σακάκι δεν σου ~εται (: κάθεται) καλά. 2. σταματώ: Εδώ πάντα ~, για να ξεκουραστώ. ~ για λίγο και θαυμάζω το θέαμα/για να χαζέψω. Ξαφνικά ~θηκε σαν αποσβολωμένη. Στάσου εκεί, μην προχωράς (πβ. ακίνητος!, αλτ!)! Στάσου (= κάτσε, περίμενε) λιγάκι, έρχομαι! Στάσου (= βάστα) καλέ, τι είναι αυτά που λες; Το μάτι του φωτογράφου ~θηκε στο καμπαναριό (: του τράβηξε την προσοχή). 3. επιμένω, εμμένω: Εγώ δεν ~ σε λεπτομέρειες/σ' αυτό. Θα ήθελα να ~θώ ιδιαίτερα στο θέμα .../στην ουσία του πράγματος. Μη ~θείς πολύ σ' αυτή την άσκηση, προχώρα στην επόμενη. 4. {συνήθ. στον αόρ.} συμπαραστέκομαι σε κάποιον: Εκείνα τα δύσκολα χρόνια ήταν ο μόνος φίλος που μου ~θηκε (= με βοήθησε, μου βρέθηκε). Πβ. παρα~. 5. {συνήθ. στον αόρ.} φαίνομαι, αποδεικνύομαι: Τι να σου κάνω, ~θηκες άτυχος. Ο συνοδηγός ~θηκε τυχερός μέσα στην ατυχία του. Η ζωή ~θηκε άδικη μαζί του. ~θηκε (= ήταν) αδύνατον να τον πείσω. Τίποτε δεν ~θηκε ικανό να τον αναχαιτίσει. ● ΦΡ.: δεν στέκομαι (καθόλου): δεν μένω άπραγος, δεν ξεκουράζομαι: Όλη μέρα τρέχω πάνω κάτω, δεν ~θηκα καθόλου/στιγμή. Πώς να μιλήσουμε, ~εται και καθόλου;, κάθομαι/στέκομαι κλαρίνο/σούζα/απίκο (μτφ.-προφ.): στέκομαι προσοχή ως ένδειξη σεβασμού, φόβου ή δουλοπρέπειας: Όταν του μιλάει, στέκεται κλαρίνο. Κάθεται απίκο και περιμένει πότε θα τον φωνάξει το αφεντικό. ~ονται σούζα μπροστά στον εργοδότη τους.|| (κυριολ., για τετράποδο ζώο που ισορροπεί για λίγο μόνο στα πίσω πόδια) Σκυλί που ~εται σούζα., όπου (κι αν) σταθώ κι όπου (κι αν) βρεθώ (εμφατ.): παντού: Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, γι' αυτόν θ' ακούσεις να μιλάνε., στάσου/περίμενε/κάτσε και θα δεις! (συνήθ. απειλητ.): ως αντίδραση σε πρόκληση, σε ανάρμοστη συμπεριφορά: Ποιος το 'πε πως δεν τολμώ; ~ ~! Ώστε μου είπες ψέματα; ~ ~!, στέκεται στο ύψος του/στο ύψος των περιστάσεων & (απαιτ. λεξιλόγ.) αίρεται στο ύψος των περιστάσεων: ανταποκρίνεται επάξια και με αξιοπρέπεια στις δυσκολίες, στις απαιτήσεις ή στην κρισιμότητα μιας κατάστασης: Η Πολιτεία οφείλει να σταθεί/αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και να λάβει τα αναγκαία μέτρα.|| Δεν στάθηκες στο ύψος σου (= δεν κράτησες την αξιοπρέπειά σου), έπεσες πολύ χαμηλά! [< αγγλ. rise to the occasion, be equal to/up to the occasion] , στέκομαι όρθιος/στα πόδια μου (μτφ.): συνέρχομαι, στηρίζομαι στις δυνάμεις μου: Η χώρα προσπαθεί να σταθεί ~α μετά τον καταστροφικό πόλεμο (πβ. ανακάμπτω, ορθοποδώ). Έμαθε να ~εται στα πόδια της και δεν έχει ανάγκη από κανέναν., στέκομαι στο πλευρό/στο πλάι κάποιου/δίπλα σε κάποιον 1. & είμαι στο πλευρό: βοηθώ, συμπαραστέκομαι: Από την πρώτη στιγμή στάθηκε ~ ~ μου. 2. ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις (συνεργασίας ή σχέσης): Δεν μπορεί να ~θεί δίπλα της, είναι πολύ λίγος., στέκομαι/στέκω καλά: βρίσκομαι σε καλή κατάσταση (από υγεία ή ψυχολογικά, οικονομικά): Καλά ~εται για την ηλικία του! Αν πράγματι τα είπε αυτά, δεν στέκει καλά στα μυαλά του. Σαν ομάδα ~εται αρκετά καλά στο γήπεδο., στέκομαι/στήνομαι στην ουρά (προφ.): μπαίνω στη σειρά, για να εξυπηρετηθώ: Πρωί πρωί στήθηκε ~ ~, έξω από την τράπεζα., κάθομαι/μένω/περιμένω/στέκομαι με σταυρωμένα/δεμένα χέρια/σταυρώνω τα χέρια βλ. σταυρώνω, μου κάθεται/μου στέκεται στο(ν) λαιμό/στο στομάχι βλ. λαιμός, πατώ/στέκομαι γερά/καλά (στα πόδια μου) βλ. πατώ, στάθηκε αφορμή βλ. αφορμή, στέκεται/στηρίζεται στον αέρα βλ. αέρας, στέκομαι εμπόδιο σε κάποιον/κάτι βλ. εμπόδιο, στέκομαι προσοχή βλ. προσοχή, στέκομαι/μένω στο πόδι κάποιου βλ. πόδι [< μεσν. στέκομαι]

φεύγω

φεύγωφεύ-γω ρ. (αμτβ.) {έφυγ-α, φύγει, φεύγ-οντας} 1. μετακινούμαι από ένα σημείο ή μέρος και κατευθύνομαι προς ένα άλλο· γενικότ. απομακρύνομαι, αφήνω, εγκαταλείπω ένα σημείο, τόπο ή πρόσωπο: ~ αμέσως/σε πέντε λεπτά/το βράδυ. ~ για διακοπές/ταξίδι/το χωριό. Πότε ~εις (με το καλό); Ακόμη δεν ήρθες και ~εις; Είναι ώρα/λέω να ~ουμε σιγά-σιγά. ~ετε κιόλας; ~ε άπραγος/άρον-άρον/βιαστικά/κακήν κακώς/κρυφά/λίγο πριν τις τρεις/με τα πόδια/νευριασμένος/νηστικός/σαν κυνηγημένος/σφαίρα (= πολύ γρήγορα)/τρέχοντας. ~ε απ' το σπίτι του (: ανεξαρτητοποιήθηκε) πολύ μικρός. Τα μάζεψε κι ~ε. Δεν ήξερε από πού να φύγει. Άσ' την να φύγει. Δεν λέει να φύγει. Έκανε να φύγει, αλλά τον σταμάτησα. Πάμε να φύγουμε. Περίμενε/στάσου, μη ~εις! Φύγε από 'δώ/από μπροστά μου (= δίνε του, ξεκουμπίσου, πάρε δρόμο, στρίβε)! ~οντας, μην ξεχάσεις να κλειδώσεις.|| Το τρένο ~ει (= αναχωρεί) στην ώρα του/στις οκτώ. Τι ώρα ~ει (= αποπλέει) το πλοίο; ΑΝΤ. φτάνει.|| Σουρώνουμε τα μακαρόνια, για να φύγει (= στραγγίξει) το νερό.|| Θέλω να φύγω απ' αυτήν τη σχέση (= να χωρίσω). Φοβάται μην του φύγει (: μην τη χάσει). Βλ. απο~, δια~, εκ~, κατα~, ξανα~, προσ~, υπεκ~. ΑΝΤ. έρχομαι (1) 2. διακόπτω μια συνεργασία, σταματώ να συμμετέχω σε κάτι· αποχωρώ, απέρχομαι: ~ει από πρόεδρος. Με έδιωξαν, δεν ~α. Γιατί ~ες απ' τη δουλειά; ~ε με το κεφάλι ψηλά/πικραμένος. Αναγκάστηκα να φύγω. Δεν είναι λόγος αυτός για να φύγεις.|| Ο διευθυντής ~ει του χρόνου (= παίρνει σύνταξη). 3. παρεκκλίνω: Συγγνώμη, ~α απ' το θέμα μας (= βγήκα εκτός θέματος).φεύγει 1. εξαφανίζεται, παύει να υπάρχει: Αυτή η μυρωδιά δεν ~ με τίποτα. Το μαύρισμα ~ε. Οι λεκέδες ~αν με το πλύσιμο. Το κρύωμα άργησε να φύγει (= περάσει).|| Η έμπνευση έρχεται και ~. Για να σου φύγει η απορία, ... Νιώθω σαν να ~ε ένα βάρος από πάνω μου (: ανακουφίστηκα).|| (για χρόνο· κυλά, παρέρχεται:) Πόσο γρήγορα ~ουν οι μέρες/τα νιάτα/τα χρόνια! Τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς που ~ε. ~ε (= πάει) κι αυτό το καλοκαίρι.|| Μας ~αν (= ξοδέψαμε, σπαταλήσαμε) πολλά χρήματα.|| ~αν χιλιάδες εισιτήρια (= πουλήθηκαν). 2. ξεφεύγει: Μου 'φυγε το μαχαίρι και κόπηκα. Μου έχει φύγει ένα κουμπί/ένας πόντος απ' το καλσόν. Παραλίγο να του φύγει το τιμόνι.|| Κοίτα μη σου φύγει καμιά κουβέντα!|| Η μπάλα ~ε άουτ (= βγήκε, πέρασε)/κόρνερ/ξυστά πάνω απ' το δοκάρι. ● ΦΡ.: έφυγε απ' τη ζωή/τον κόσμο & έφυγε (ευφημ.): πέθανε: ~ ξαφνικά απ' τη ζωή. Έφυγε άδικα/από κοντά μας/πρόωρα/νέος/σε βαθιά γεράματα., μου 'φυγε η ψυχή (προφ.-εμφατ.): τρόμαξα πολύ. ΣΥΝ. πήγε η ψυχή/η καρδιά μου στην Κούλουρη, όπου φύγει φύγει (προφ.): για να δηλωθεί άτακτη φυγή, ότι κάποιος σπεύδει να απομακρυνθεί από ένα μέρος: Μόλις άκουσαν τα περιπολικά, ~ ~ (= την έκαναν/κοπάνησαν, το ΄βαλαν στα πόδια/'σκασαν). Σε εξέλιξη η έξοδος του Αυγούστου· ~ ~ οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων., έφυγε από το κεφάλι μου βλ. κεφάλι, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, θα φύγει/έφυγε νύχτα βλ. νύχτα, μου βγήκε/μου 'φυγε ο πάτος/ο τάκος βλ. πάτος, μου 'χει φύγει το μυαλό/το καφάσι/το κεφάλι/ο νους/το τσερβέλο βλ. μυαλό, μου/σου/του ... φεύγει η μαγκιά/το κλαπέτο βλ. μαγκιά, παίρνω το καπελάκι/το καπέλο μου και φεύγω βλ. καπέλο, περνώ/φεύγω μπροστά βλ. περνώ, σηκώνομαι και φεύγω βλ. σηκώνω, του 'στριψε/του λασκάρισε/του 'φυγε η/καμιά βίδα βλ. βίδα, φεύγω/βγαίνω απ' τη μέση βλ. μέση [< αρχ. φεύγω]

Άμοιρος

Άμοιρος , ή/ιά, ό φτω-χός επίθ. {φτωχότ-ερος, -ατος} & (λόγ.) πτωχός 1. που δεν έχει αρκετά χρήματα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών: ~οί: αγρότες/εργαζόμενοι/μεροκαματιάρηδες/μετανάστες. Πέθανε ~. Προέρχεται από ~ή οικογένεια.|| (ως ουσ.) Έρανος για τους ~ούς της ενορίας. Προστάτης των ~ών.|| ~ή: γειτονιά (= φτωχογειτονιά· πβ. φτωχικός). ~ό: κράτος. ~ές: περιοχές/συνοικίες (= φτωχοσυνοικίες)/τάξεις/χώρες. ~ά: λαϊκά στρώματα/νοικοκυριά. Βλ. φιλόπτωχος.|| (μτφ.) ~ερη η Ελλάδα/η τέχνη μετά τον χαμό του ... Πβ. άπορος, ενδεής. ΑΝΤ. εύπορος, πλούσιος (1) 2. (μτφ.) που παρουσιάζει ελλείψεις, ανεπαρκής: ~ή: απόδοση (της ομάδας)/διατροφή/δικαιολογία/μνήμη/σοδειά/συγκομιδή. ~ή: ποιότητα (ζωής). ~ό: λεξιλόγιο/μυαλό/περιβάλλον. ~ές: γνώσεις/επιδόσεις. ~ά: αποτελέσματα (= μηδαμινά)/μέσα (= πενιχρά). Έδαφος ~ό σε ορυκτά. Δίαιτα ~ή σε κορεσμένα λιπαρά/σε νάτριο. Τροφές ~ές σε βιταμίνες. Το ματς ήταν ~ό σε θέαμα. Το γεύμα ήταν πολύ ~ό. Η ταινία είχε ~ό σενάριο. Πβ. ελλιπής.|| Τα λόγια είναι ~ά, για να περιγράψουν αυτό που νιώθω. ΑΝΤ. άφθονος, πλούσιος (2) 3. (μτφ.) που φανερώνει έλλειψη οικονομικών πόρων, ευτελής: ~ό: δώρο/ξενοδοχείο/σπίτι (πβ. φτωχικό). ~ά: ρούχα. Πβ. μίζερος. 4. (συνήθ. σε επιφωνηματικές εκφράσεις ή ερωτήσεις) αξιολύπητος, δύστυχος: ~ή: καρδιά.|| (ως ουσ.) Τι να κάνω/πω ο ~; Βρε τον ~ό, τι έπαθε! Πβ. άμοιρος, έρημος, καημένος, κακομοίρης. ● Υποκ.: φτωχούλης , α, -ικο/-ι, φτωχούτσικος , η, ο ● επίρρ.: φτωχά ● ΣΥΜΠΛ.: φτωχός συγγενής βλ. συγγενής ● ΦΡ.: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι (ΚΔ) (συχνά ειρων.): για άτομα που αγνοούν πολλά πράγματα ή έχουν χαμηλή νοημοσύνη., όπου φτωχός κι η μοίρα του (παροιμ.): έκφραση που λέγεται όταν μια νέα συμφορά πλήττει κάποιον ήδη δυστυχή: Πρώτα χρεοκόπησε και μετά έχασε το παιδί του· ~ ~. Βλ. ενός κακού μύρια έπονται., θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω [< μεσν. φτωχός < αρχ. πτωχός]