Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 5 εγγραφές  [1-5]


  • όριο [ὅριο] ό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ορί-ου | -ων} 1. η ανώτερη ή κατώτερη τιμή την οποία είναι δυνατόν ή συνήθ. επιτρέπεται να λάβει ένα μέγεθος: αυστηρό/(προ)καθορισμένο/νόμιμο/σαφές/συμβολικό/υποχρεωτικό ~. Βαθμολογικό/πληθυσμιακό/χρονικό (βλ. περιθώριο) ~. ~ ασφαλείας/διακύμανσης/κυβισμού/στάθμης. Διεύρυνση/θέσπιση/κατάργηση ~ων. Επιτρεπόμενο ~ εκπομπής (ρύπων)/έντασης (ήχου)/κατανάλωσης (αλκοόλ). Μέσα σε επιτρεπτά ~α. Παραβίαση ~ου ταχύτητας. Κατ’ ανώτατο ~. || (ΟΙΚΟΝ.) Πιστωτικό ~. ~ (υπερ)ανάληψης μετρητών/προϋπολογισμού. Ανώτατο/κατώτατο ~ αποδοχών/δανεισμού/εισοδήματος/συνταξιοδότησης. Ελάχιστο/μέγιστο ~ (πβ. οροφή, πλαφόν) παραγωγής αγαθού. Βλ. μάξιμουμ, μίνιμουμ. 2. (επιστ.) το σημείο στο οποίο τείνει να φτάσει κάποιο μέγεθος: απόλυτο ~. (ΜΑΘ.) ~ ακολουθίας/συνάρτησης. (ΦΥΣ.-ΜΗΧΑΝ.) Θερμοκρασιακό ~. ~ αντοχής/ελαστικότητας/θραύσης/πίεσης. 3. σύνορο, άκρο· σημείο από το οποίο αρχίζει ή στο οποίο τελειώνει κάτι (και συχνά ξεκινά κάτι άλλο): ανατολικό/βόρειο/δυτικό/νότιο ~. Γεωγραφικά ~α. Τα διοικητικά/φυσικά ~α του νομού. Τα ~α του νησιού/της πόλης. Εκτός/εντός των ~ων του οικισμού.|| Χωρικά ~α. Χάραξη των ~ων του αρχαιολογικού χώρου.|| Τα ~α της κλασικής περιόδου.|| (μτφ.) Τα ~α της ανοχής/δεοντολογίας/ελευθερίας/ηθικής. 4. (μτφ.-επιτατ.) ακραίο σημείο ή πλαίσιο που συνήθ., αν ξεπεραστεί, έχει αρνητικές συνέπειες: Έφτασε στα ~α της απελπισίας/απογοήτευσης/τρέλας. Βρίσκεται στο έσχατο ~ (= τέρμα) της απόγνωσης. Η αναίδειά του υπερέβη κάθε ~. Η υπομονή έχει και τα ~ά της. Ζει στα ~α (πβ. στην κόψη του ξυραφιού). Έχω επίγνωση των ~ων μου (: ξέρω μέχρι πού μπορώ να φτάσω).|| Αυτό που λες είναι είναι πέρα από τα ~α της λογικής. (συνήθ. ως έκφραση αγανάκτησης) Όλα έχουν/σε όλα υπάρχει ένα ~ (: κάπου πρέπει να σταματούν). Πρέπει να μπει/τεθεί ένα ~ (πβ. μέτρο) στην ασυδοσία. 5. νοητή γραμμή διάκρισης δύο αντίθετων εννοιών: το λεπτό ~ μεταξύ αλήθειας και ψέματος/πραγματικότητας και φαντασίας. Τα ασαφή ~α ανάμεσα στο αστείο και το σοβαρό. Πβ. διαχωριστική γραμμή.όρια (τα): περιορισμοί: Το φιλμ ξεφεύγει από τα στενά ~ των ταινιών τρόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: αφορολόγητο (όριο) βλ. αφορολόγητος, όριο ηλικίας βλ. ηλικία, το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης βλ. προσδόκιμος ● ΦΡ.: δεν έχει όρια/όριο (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): για να δηλωθεί ότι κάτι γίνεται σε υπερβολικό βαθμό: Η ανοησία/το θράσος του ~ ~., δίχως/χωρίς όρια/όριο & (λόγ.) άνευ ορίων/ορίου: για κάτι που εκδηλώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό· χωρίς περιορισμούς: αγάπη/απόλαυση/ηλιθιότητα/υποκρισία ~ ~. Πβ. χωρίς φραγμούς., μέχρι(ς) ενός ορίου: για να δηλωθεί ότι κάτι είναι ως ένα σημείο εφικτό, ανεκτό ή επιτρεπόμενο: Άλλαξε τρόπο σκέψης, ~ ~ φυσικά! ΣΥΝ. ως έναν βαθμό, αγγίζω τα όρια βλ. αγγίζω, όριο της φτώχειας βλ. φτώχεια [< αρχ. ὅριον ‘σύνορο’, γαλλ. limite]
  • οριογραμμή [ὀριογραμμή] ο-ρι-ο-γραμ-μή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάθε γραμμή που καθορίζει ή υποδεικνύει όρια, άκρα: θαλάσσια/χερσαία ~. ~ του αιγιαλού και της παραλίας (βλ. ακτογραμμή). ~ του οδοστρώματος/του ρέματος/των συνόρων (= συν~). Μετακίνηση/χάραξη ~ής. Βλ. διαχωριστική γραμμή.|| (σπανιότ.-μτφ.) ~ μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. [< αγγλ. boundary line]
  • οριοθέτης [ὀριοθέτης] ο-ρι-ο-θέ-της ουσ. (αρσ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. χαρακτήρας ή ακολουθία χαρακτήρων -συνήθ. σημεία στίξης- που δηλώνουν την αρχή ή το τέλος ενός στοιχείου προγραμματισμού: ~ κειμένου/πεδίου. Βλ. στηλοθέτης. 2. (σπάν.) κάποιος ή κάτι που θέτει όρια. Βλ. -θέτης. [< 1: αγγλ. delimiter, 1958]
  • οριοθέτηση [ὁριοθέτηση] ο-ρι-ο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-επίσ.) οριοθεσία: εντοπισμός, καθορισμός ή/και αποσαφήνιση ορίων: αυθαίρετη/αυστηρή ~. Γεωγραφική/εδαφική/θαλάσσια ~. ~ αιγιαλού/ακινήτων/δασών/έκτασης/έργου/οικισμών/οικοπέδων/(πληγείσας/προστατευόμενης) περιοχής/υφαλοκρηπίδας/χειμάρρου/χώρου (βλ. χωροθέτηση). Γραμμή/μελέτη/πλαίσιο ~ης.|| Εννοιολογική/θεσμική/ιδεολογική/νομική/πολιτική/συνταγματική ~. ~ αρμοδιοτήτων/δικαιωμάτων/θέματος/καθηκόντων/προβλήματος/ρόλων/στόχων/τιμών/υποχρεώσεων. ~ του περιεχομένου των συνομιλιών. ~ των σχέσεων μεταξύ ... Πβ. περιχαράκωση. ΣΥΝ. οροθεσία, οροθέτηση [< γαλλ. délimitation]
  • οριοθετώ [ὁριοθετῶ] ο-ρι-ο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {-είς... | οριοθέτ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, -ημένος, -ώντας} 1. θέτω όρια: Οι σημαδούρες ~ούν την περιοχή κολύμβησης. Ο χώρος ~ήθηκε με περίφραξη. ~ημένη: διαδρομή/έκταση/ζώνη. ~ημένοι: οικισμοί.|| ~ τους στόχους μου. Οι οδηγίες ~ούν το πλαίσιο εντός του οποίου ... ~ούνται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών βάσει του κανονισμού. ~ήθηκε χρονικά η υλοποίηση του προγράμματος. ~ημένοι: ρόλοι.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο: αρχείο κειμένου (βλ. οριοθέτης). Πβ. καθ-, προσδι-ορίζω. ΣΥΝ. οροθετώ 2. σηματοδοτώ: Γεγονός που ~εί την αρχή/το τέλος μιας εποχής. Βλ. -θετώ. [< μτγν. ὁριοθετῶ, γαλλ. délimiter, αγγλ. delimit(ate)]

αγγίζω

αγγίζω[ἀγγίζω] αγ-γί-ζω ρ. (μτβ.) {άγγι-ξα, -χτηκε, -γμένος, αγγίζ-οντας} & (λόγ.) εγγίζω 1. φέρνω το χέρι μου, ιδ. τις άκρες των δαχτύλων, ή άλλο μέρος του σώματος σε φυσική επαφή με κάτι, ώστε να μην υπάρχει ενδιάμεσο διάστημα: ~ (κάποιον) άθελά μου/στον ώμο. ~ τα πλήκτρα/τις χορδές. Δεν πρέπει να ~ουμε τα μάτια με άπλυτα χέρια. Μην τολμήσεις να με ~ξεις. Να καθαρίζετε αντικείμενα που ~ονται συχνά, όπως πόμολα! (ελλειπτ.) “Παρακαλώ μην ~ετε!" (ενν., π.χ., τα εκθέματα ενός μουσείου). Μαλλιά που ~ουν το (= ακουμπούν, πέφτουν στο) πρόσωπο/στέρνο/στήθος.|| Δεν την έχει ~ξει (: δεν έχει έλθει σε ερωτική επαφή μαζί της). 2. (μτφ.) πλησιάζω, προσεγγίζω, φτάνω κοντά σε ένα σημείο, επίπεδο, στόχο: Η επίδοσή σου ~ει το άριστα/τέλειο. Το θερμόμετρο/ο υδράργυρος ~ξε τους 40 βαθμούς Κελσίου. Η αποχή στις εκλογές ~ξε το ...%. (σε αγώνα μπάσκετ) Η διαφορά ~ξε τους 20 πόντους. Η ομάδα ~ξε τη νίκη. 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) (συνήθ. σε αρνητ. προτάσεις) αφήνει σημάδια: Δεν έχει αλλάξει, λες και ο χρόνος δεν τον ~ξε καθόλου. 4. (μτφ.) συγκινώ, γενικότ. επιδρώ στον εσωτερικό κόσμο (κάποιου): Βιβλίο/συγγραφέας που ~ει την καρδιά/τον νου/την ψυχή του αναγνώστη. Η ταινία ~ει το κοινό. Τραγούδια που ~ουν την ευαισθησία μας.|| Δεν με ~ουν (= πειράζουν) τα ειρωνικά/μικρόψυχα σχόλια. Ασύστολες κατηγορίες/χαλκευμένες συκοφαντίες που δεν μας ~ουν (= αφορούν). Πβ. ακουμπώ. 5. (σε αρνητ. προτάσεις) καταναλώνω κάτι: Δεν ~ξε το φαγητό. Πβ. γεύομαι. 6. σκαλίζω, ψάχνω, ψαχουλεύω: Μην ~εις τα πράγματά μου. 7. (μτφ.) θίγω, προσεγγίζω ένα θέμα, ένα ζήτημα: Βιβλίο που ~ει (= αφορά) πανανθρώπινα προβλήματα. Δεν σου επιτρέπω να ~εις προσωπικές υποθέσεις. ● ΦΡ.: αγγίζω τα όρια: πλησιάζω, προσεγγίζω: Η αδιαφορία τους ~ει ~ της αναισθησίας., αγγίζω τις ευαίσθητες χορδές (κάποιου): κεντρίζω, ερεθίζω την ευαισθησία του: Στίχοι/συγκροτήματα που ~ουν ~ του ακροατή., δεν άγγιξα/δεν πείραξα ούτε τρίχα βλ. τρίχα [< μτγν. ἐγγίζω, μεσν. αγγίζω, γαλλ. toucher]

αφορολόγητος

αφορολόγητος, η, ο [ἀφορολόγητος] α-φο-ρο-λό-γη-τος επίθ.: που δεν έχει φορολογηθεί ή δεν είναι φορολογήσιμος: ~ο: αποθεματικό/αυτοκίνητο (π.χ. για άτομα με ειδικές ανάγκες)/ποσό. ~οι: τόκοι. ~α: είδη/κέρδη.|| (σπανιότ.) ~οι επενδυτές. Πβ. ατελής. Βλ. φοροτελής. ΑΝΤ. φορολογητέος, φορολογούμενος ● Ουσ.: αφορολόγητα (τα): ΟΙΚΟΝ. προϊόντα που πωλούνται χωρίς δασμό ή συνηθέστ. τα καταστήματα διάθεσής τους: Τα ~ του αεροδρομίου/τελωνείου (= ντιούτι φρι). ΣΥΝ. αδασμολόγητα [< αγγλ. duty free, 1958] ● επίρρ.: αφορολόγητα ● ΣΥΜΠΛ.: αφορολόγητο (όριο): ΟΙΚΟΝ. το ανώτερο χρηματικό ποσό που δεν υπόκειται σε φορολογία: Αυξάνεται το ~ ~ για απόκτηση πρώτης κατοικίας., αφορολόγητο εισόδημα: ΟΙΚΟΝ. αυτό που αφαιρείται από το φορολογητέο εισόδημα με βάση την κείμενη νομοθεσία: Ανέβηκε στα ... ευρώ το ~ ~ για μισθωτούς και συνταξιούχους. [< μτγν. ἀφορολόγητος, γαλλ. non imposable]

ηλικία

ηλικία[ἡλικία] η-λι-κί-α ουσ. (θηλ.) {ηλικι-ών} 1. το διάστημα, κυρ. μετρημένο σε χρόνια, που δηλώνει τη διάρκεια ζωής έμψυχου ή ύπαρξης άψυχου από τη στιγμή της γέννησης ή δημιουργίας του, αντίστοιχα, μέχρι το χρονικό παρόν (του ομιλητή ή αφηγητή): (για άνθρωπο) η φυσική/χρονολογική ~. Παιδιά/νέοι ~ας (άνω/κάτω των) ... ετών. Από την/μέχρι την/στην/(έ)ως την ~ των πενήντα. Μεγαλύτερος/μικρότερος στην ~ από ... Ανά/κατά ~ (και φύλο). Ποια είναι η ~ σου/τι ~ έχεις (= πόσων χρονών είσαι); Διανύει/συμπλήρωσε το εικοστό έτος της ~ας του. Έχουν μεγάλη διαφορά ~ας. Πέθανε σε μεγάλη/μικρή/νεαρή/προχωρημένη ~. Μετά από κάποια ~, ... (Εγώ) στην ~ σου είχα οικογένεια! Οι ~ες των υποψηφίων. Κατά ομάδες ~ών. Ευρύ φάσμα ~ών.|| Η ~ ενός άστρου/της Γης. Εκτίμηση/υπολογισμός της ~ας ενός πετρώματος/του Σύμπαντος. Αρχαιολογικά ευρήματα/τοιχογραφίες ~ας ... αιώνων. 2. (ειδικότ.) χρονική περίοδος της ανθρώπινης ζωής, κυμαινόμενη συνήθ. μεταξύ συγκεκριμένων ετών, κατά την οποία εκδηλώνονται ορισμένα σωματικά, νοητικά, ψυχικά χαρακτηριστικά ή κατά την οποία ο άνθρωπος κρίνεται ικανός για κάτι: η αναπαραγωγική/γεροντική/νεανική/νηπιακή/(προ)σχολική ~. Σε τρυφερή ~. Αναμνήσεις από την παιδική ~. Η διατροφή κατά τη βρεφική ~. Στην ~ των τριάντα/σαράντα. Κάθε ~ έχει τη χάρη της. Έχει περάσει την κρίσιμη ~ για εκδήλωση της νόσου. Έχει φτάσει σ’ αυτή την ~ (: είναι αρκετά μεγάλος πια) και κάνει ακόμα κουταμάρες! Τα ρίσκα δεν είναι της ~ας του (: δεν ταιριάζουν στην ~ του).|| Η ιδανική/κατάλληλη ~ για ... Η προβλεπόμενη από τον νόμο ~ συνταξιοδότησης. Οι αναπτυξιακές/δυναμικές/παραγωγικές ~ες. Βρίσκεται/είναι σε ~ γάμου. 3. {συνήθ. στον πληθ.} (συνεκδ.) το σύνολο των προσώπων που ανήκουν στην αντίστοιχη χρονική περίοδο: οι νεαρές/ώριμες ~ες. Άθλημα κατάλληλο για όλες τις ~ες. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστης/ακαθόριστης ηλικίας (συχνά ειρων.): για κάποιον που τα χρόνια του δεν μπορούν να προσδιοριστούν εύκολα., βιολογική ηλικία: αυτή που σχετίζεται με τη φυσική κατάσταση του οργανισμού, σε αντιδιαστολή με τη χρονολογική ηλικία. [< αγγλ. biological age] , μέση ηλικία: η περίοδος της ωριμότητας, ανάμεσα περ. στα 40 και τα 60 χρόνια., νόμιμη ηλικία: αυτή που καθορίζεται από τον νόμο και αφορά την έναρξη άσκησης συγκεκριμένου δικαιώματος: ~ ~ γάμου/εγγραφής στο Δημοτικό/οδήγησης αυτοκινήτου/συνταξιοδότησης., όριο ηλικίας & ηλικιακό όριο: η ηλικία από ή μέχρι την οποία έχει τη δυνατότητα κάποιος, σύμφωνα με τον νόμο, να ασκεί ορισμένο δικαίωμα: το ανώτατο/ελάχιστο/κατώτατο ~ ~. Απαιτούμενο/μειωμένο/πλήρες ~ ~. ~ ~ διορισμού/πρόσληψης. Ανεξαρτήτως ~ου ~. Ειδικά/προβλεπόμενα ~α ~ για ..., πνευματική/διανοητική ηλικία: το επίπεδο νοητικής ανάπτυξης ενός ανθρώπου, όπως καθορίζεται από τα τεστ νοημοσύνης. [< γαλλ. âge mental] , τέταρτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του ογδοηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής· συνεκδ. οι υπερήλικες: φροντίδα των ατόμων της ~ης ~ας. [< αγγλ. πβ. fourth age] , τρίτη ηλικία: η περίοδος μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου περ. έτους της ζωής ενός ατόμου, κατά την οποία θεωρείται πλέον ηλικιωμένο· συνεκδ. οι ίδιοι οι ηλικιωμένοι: ~ ~ και γηρατειά. Οι ασθένειες της ~ης ~ας.|| Κοινωνική πρόνοια για την ~ ~. [< πβ. αγγλ. third age, 1972] , πρώτη ηλικία βλ. πρώτος ● ΦΡ.: δεν έχει ηλικία/χωρίς ηλικία 1. για άτομο που, αν και δεν είναι πια νέο, διατηρεί τη νεανικότητά του: Γυναίκα χωρίς ~! 2. (για ιδιότητα, κατάσταση, δραστηριότητα) αφορά ή χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους, νέους και μεγαλύτερους: Η άσκηση/γοητεία/μοναξιά δεν έχει ~. 3. (συνήθ. για δημιούργημα) είναι διαχρονικό: Ποιήματα/τραγούδια που δεν έχουν ~/χωρίς ~., είναι (μιας) κάποιας ηλικίας & (σπάν.) έχει κάποια ηλικία: είναι μεσήλικας., είναι στην ηλικία του/έχει την ηλικία του/είναι της ηλικίας του & έχουν την ίδια ηλικία: είναι συνομήλικοι: Κάνει παρέα με παιδιά που είναι ~. Έχω γιο στην ~ σου., με την ηλικία: με το πέρασμα των χρόνων, όσο μεγαλώνει κάποιος: Τα προβλήματα υγείας αυξάνονται ~ ~. Πβ. με τα χρόνια., (πάνω) στο άνθος/στην ακμή/στον ανθό της ηλικίας/της νιότης (κάποιου) βλ. άνθος [< αρχ. ἡλικία, αγγλ. age, γαλλ. âge]

-θέτης

-θέτης{-θετών | θηλ. -θέτρια (σπανιότ.) -θέτιδα (λόγ.) -θέτις (γεν. -θέτιδος)}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών∙ δηλώνει το πρόσωπο ή τον φορέα που θεσπίζει, τοποθετεί ή οργανώνει κάτι: δωρο~/θεσμο~/νομο~.|| Απο~. Kατα-θέτρια. Ταξι~/ψηφο~.|| Σκηνο-θέτις/-θέτιδα (βλ. -ίνα1).

-θετώ

-θετώ: επίθημα ρημάτων με τη σημασία του θεσπίζω, τοποθετώ, καθορίζω, οργανώνω ή σπανιότ. θέτω υπό την προστασία μου: αθλο~/θεσμο~/νομο~. Ναρκο~. Οριο~/σκηνο~/χωρο~. Aρχειο~. Υιο~.

μάξιμουμ

μάξιμουμμά-ξι-μουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μέγιστη τιμή, ανώτατο όριο: το ~ της απόδοσης/των δυνατοτήτων. Στο ~ (πβ. στο φουλ). Πβ. απόγειο, πικ. ΣΥΝ. ζενίθ (1) ΑΝΤ. μίνιμουμ [< γαλλ. maximum]

προσδόκιμος

προσδόκιμος, η, ο προσ-δό-κι-μος επίθ. (λόγ.): που προσδοκάται· κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το προσδόκιμο ζωής/επιβίωσης & προσδόκιμο όριο ζωής & προσδοκώμενος/προσδόκιμος χρόνος ζωής (επιστ.): η αναμενόμενη μέση διάρκεια ζωής μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων: ~ ~ των ανδρών/γυναικών. Το κάπνισμα μειώνει ~ ~. [< αγγλ. life expectancy] [< αρχ. προσδόκιμος]

στηλοθέτης

στηλοθέτηςστη-λο-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. η θέση του οριζόντιου χάρακα που υποδεικνύει την εσοχή ηλεκτρονικού κειμένου ή την αρχή μιας στήλης του και το αντίστοιχο πλήκτρο στο πληκτρολόγιο: αριστερός/δεξιός ~. Ο ~ στοιχίζει το κείμενο. Βλ. μορφοποίηση. [< αγγλ. tab, 1916]

φτώχεια

φτώχειαφτώ-χεια ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φτώχια & (λόγ.) πτωχεία ΑΝΤ. πλούτος 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια ή παντελή έλλειψη χρημάτων και υλικών μέσων για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών: ακραία/γενικευμένη/παγκόσμια/παιδική ~. ~ και περιθωριοποίηση. Η απειλή/τα θύματα/ο κίνδυνος/το φάσμα της ~ας. Διαιώνιση/εξάλειψη/καταπολέμηση/μείωση της ~ας. Αγώνας/εκστρατεία/μάχη κατά της ~ας. Η ~ θερίζει/μαστίζει τον τόπο. Η ~ πλήττει εκατομμύρια πολίτες. Το επίπεδο/ποσοστό της ~ας παραμένει υψηλό. Έζησε σε συνθήκες ~ας/(μες) στη ~. Αύξηση σημείωσε ο δείκτης ~ας. Η χώρα έχει γνωρίσει/περάσει μεγάλες ~ες. (προφ.) Άτιμη/καταραμένη ~! (επιτατ.) ~ και των γονέων (= απερίγραπτη, μεγάλη)! Πβ. ανημποριά, απορία, πενιχρότητα, στέρηση. Βλ. ευμάρεια. ΣΥΝ. ανέχεια, ένδεια (1) 2. (μτφ.) έλλειψη επάρκειας: πνευματική ~. ~ της γλώσσας/των ιδεών.|| Ενεργειακή ~. ΣΥΝ. πενία ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών του αναγκών. [< αγγλ. absolute poverty] , σχετική φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου επαρκεί μόνο για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών. [< αγγλ. relative poverty] ● ΦΡ.: η φτώχεια φέρνει γκρίνια & όπου φτώχεια και γκρίνια (παροιμ.): η άσχημη οικονομική κατάσταση προκαλεί καβγάδες., όριο/(σπανιότ.) επίπεδο της φτώχειας: το εισόδημα που εκτιμάται ότι είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών: μισθοί/συντάξεις στα ~α ~. Βρίσκονται/είναι κάτω από τo ~ ~. Έχουν φτάσει στα ~α ~. [< αγγλ. poverty line, 1901, poverty level] , τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (παροιμ.): είναι ανούσια και περιττά: Δεν θα πω τίποτα άλλο· ~ ~. Λοιπόν, ~ ~, ας πάμε κατευθείαν στο θέμα. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι, το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν. Βλ. μακρηγορία, πλατειασμός, πολυλογία., η φτώχεια θέλει καλοπέραση βλ. καλοπέραση, όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα