Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • όρχις [ὄρχις] όρ-χις ουσ. (αρσ.) {όρχ-εως, -ι, (σπάν.) γεν., αιτ. -η | -εις, -εων}: ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο αρσενικούς γεννητικούς αδένες (γονάδες) που βρίσκονται στο όσχεο, παράγουν σπερματοζωάρια και εκκρίνουν ανδρογόνα: αριστερός/δεξιός ~. Ατροφία/αφαίρεση (= ορχεκτομή)/διόγκωση/καρκίνος/συρρίκνωση/συστροφή/φλεγμονή (= ορχίτιδα) των ~εων. Βλ. επιδιδυμίδα, κρυψορχία, πέος. ΣΥΝ. αρχίδι (1) [< αρχ. ὄρχις]

επιδιδυμίδα

επιδιδυμίδα[ἐπιδιδυμίδα] ε-πι-δι-δυ-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. μακρόστενο όργανο πάνω και πίσω από τον κάθε όρχι, στο οποίο αποθηκεύονται και ωριμάζουν τα σπερματοζωάρια και από εκεί προωθούνται στον σπερματικό πόρο. Βλ. όσχεο. [< μτγν. ἐπιδιδυμίς, αγγλ. epididymis, γαλλ. épididyme]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.