Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • alter ego (πρόφ. άλτερ έγκο): το άλλο εγώ. [< αγγλ.-γαλλ. alter ego, γερμ. Alter Ego]